αφιέρωμα

Η ποιητική σκηνή του Σαν Φρανσίσκο
Ο κύριος Jack Spicer
«Οι λέξεις φταίνε. Αυτές ενθάρρυναν τα πράγματα σιγά σιγά ν' αρχίσουν να συμβαίνουν»*
Της Ευτυχίας Παναγιώτου




Στα σαράντα μόλις χρόνια που έζησε, από τo 1925 (Λος Αντζελες) ώς τo 1965 (Σαν Φρανσίσκο), έκανε πράξη ή προσπάθησε τουλάχιστον να υλοποιήσει ένα από τα οράματα για την ποίηση που πλανώνται ακόμη στον αέρα αδικαίωτα: το φάντασμα της ποίησης που γίνεται τρόπος ζωής συλλογικοτήτων.

Η τύχη του Τζακ Σπάισερ (Jack Spicer) άλλαξε όταν γνωρίστηκε με τους ποιητές Ρόμπερτ Ντάνκαν και Ρόμπιν Μπλέιζερ το 1946 στο Σαν Φρανσίσκο, στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, στο Μπέρκλεϊ, όπου έκανε το διδακτορικό του στη Γλωσσολογία. Ηταν η ποίηση και η ομοφυλοφιλία όμως που έφεραν κοντά τους τρεις φίλους, πυροδοτώντας μια καλλιτεχνική κινητοποίηση, που οι ίδιοι ονόμαζαν χαριτολογώντας «Berkeley Renaissance» (Η Αναγέννηση του Μπέρκλεϊ). Μπορεί η διάδοση της γκέι νοοτροπίας και κουλτούρας σε νέους ποιητές του Μπέρκλεϊ να ανήκε πράγματι στο πνεύμα μιας προοδευτικής συλλογικότητας, το πεδίο όμως θα διευρυνόταν αμέσως μετά με διαφορετικό τρόπο, με το «San Francisco Renaissance» που δημιούργησε ο Κένεθ Ρέξροθ. Δεν ήταν τίποτε άλλο από το φαινόμενο της αναζωογόνησης της αμερικανικής ποίησης της δεκαετίας του 1950 στην ευρύτερη περιοχή του Σαν Φρανσίσκο, μια δραστηριοποίηση με πολλά -όπως ήταν λογικό- αβαν γκαρντ στοιχεία.

Ο Τζακ Σπάισερ, άνθρωπος με φυσική συστολή, μοναχικός και κλειστός και με κακές μνήμες από την πρώτη μορφή κοινωνικής συνύπαρξης, την οικογένεια, ονειρευόταν κατά βάθος μια κοινότητα ποιητών στο Μπέρκλεϊ με κοινή δράση, στην οποία να ανήκε. Είναι αλήθεια πως, χρόνια μετά, χαρακτήριζε τη χρονιά της γνωριμίας του με τον Ντάνκαν, τον οποίο θαύμαζε για την εξωστρέφειά του, και τον Μπλέιζερ, ως τη χρονολογία της γέννησής του. Η ανάγκη για συντροφικότητα και τα οφέλη της συλλογικότητας επηρέασαν, όπως ήταν φυσικό, και την ποιητική του· έκανε μια μεταστροφή από το αυτόνομο ποίημα στους κύκλους ποιημάτων περιγράφοντας τη σχέση των δύο ανάλογη με τη σχέση εραστή μίας βραδιάς κι αγαπημένου. Τις θέσεις του ανέπτυξε στον Ρόμπιν το 1958 («Δεύτερο Γράμμα», Admonitions):  

«Τα ποιήματα πρέπει να λειτουργούν το ένα για το άλλο σαν αντηχεία. Πρέπει να προκαλούν αντηχήσεις. Δεν μπορούν άλλο μόνα τους να ζουν, όπως μόνοι δεν μπορούμε άλλο εμείς οι άνθρωποι. Τα πράγματα ταιριάζουν, κολλάνε μεταξύ τους. Αυτό το ξέραμε - είναι η βασική αρχή της μαγείας. Δυο αδιάφορα πράγματα, μαζί, αποκτάνε αξία. Κάτι που ισχύει και για τα ποιήματα. Ενα ποίημα δεν πρέπει να κρίνεται γι' αυτό που είναι από μόνο του. Ενα ποίημα ποτέ δεν είναι μόνο του». 

Ο Τζακ Σπάισερ είχε ήδη αντιτάξει στην ποίηση του ιδιωτικού γραπτού λόγου την ποίηση του προφορικού και έδειχνε μεγάλη μέριμνα για τον ήχο - οι λέξεις αποσκοπούσαν, με την απλότητα και τον αυθορμητισμό τους, στην επικοινωνία. Δεν ήταν τυχαίο ότι υπήρξε χαρισματικός ομιλητής. Προφορικό ποίημα θεωρούσε τις προσθήκες ή τις παρεμβάσεις είτε τις δικές του είτε του κοινού, που λειτουργούσαν σαν σημειώσεις στο περιθώριο, γιατί ποίημα είναι το να «ορίζεις τον αέρα που αναπνέεις». Το 1954, λοιπόν, ήταν η χρονιά που μπόρεσε να πραγματώσει κάποιους από τους στόχους του: συνίδρυσε με πέντε γνωστούς του ζωγράφους τον χώρο καλλιτεχνικών εκδηλώσεων Six Gallery, στην Οδό Φίλμορ στο Σαν Φρανσίσκο. Παρότι δεν ήταν στις προθέσεις του να ζήσει στο Σαν Φρανσίσκο (θεωρούσε κάτι τέτοιο προσβλητικό για το ήθος της «Αναγέννησης του Μπέρκλεϊ»), έπρεπε να μετακομίσει εκεί ως διορισθείς πρόεδρος του Τμήματος Ανθρωπιστικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Καλών Τεχνών της Καλιφόρνιας. Την 7η Οκτωβρίου 1955, το Six Gallery θα φανέρωνε το πρόσωπο της Μπιτ Γενιάς (εκεί, για πρώτη φορά, είχε διαβάσει ο Γκίνσμπεργκ αποσπάσματα από το Ουρλιαχτό, ο Κέρουακ επίσης συμμετείχε ως θεατής) και παράλληλα θα υπογράμμιζε τη σοβαρότητα της ποιητικής αναγέννησης και πρωτοπορίας του κινήματος του Σαν Φρανσίσκο. Ο Τζακ Σπάισερ, θέλοντας και μη, ανήκε σε αυτόν τον κύκλο ποιητών: «Η ποίηση που παρουσιάζεται ζωντανά μοιάζει με τραγούδι. Διαφέρει από την πρόζα, όπως το τραγούδι, ως προς την ένταση και τους επιτονισμούς. Η ποίηση απαιτεί μια ανθρώπινη φωνή να την τραγουδήσει και απαιτεί κι ένα κοινό να την ακούσει. Χωρίς αυτά είναι γυμνή, καθαρή και ατελής - σκέτη βαρεμάρα». (The House That Jack Built: The Collected Lectures of Jack Spicer).

Βήμα το βήμα η ποιητική του θα μετασχηματιζόταν. Η υιοθέτηση μιας «ποίησης καθ' υπαγόρευση» (poetry as dictation), ουδεμία σχέση είχε όμως με τις ποιητικές αναγνώσεις και περφόρμανς. Πεποίθησή του ήταν πως ο ποιητής έπρεπε να λειτουργεί σαν «κεραία» και να δέχεται σήματα από τον αθέατο κόσμο, από τις ασώματες φωνές που βρίσκονται στο διάστημα. Καταστάσεις όπως ποιητική φωνή και βούληση δεν υπήρχαν για εκείνον και σίγουρα δεν αποτελούσαν κινητήριες δυνάμεις της ποίησης - κάτι τέτοιο δεν ήταν η Μούσα. Γενικά, τίποτε προσωπικό δεν γεννούσε ποίηση. Ο ίδιος μάλιστα αρνούνταν να κατοχυρώσει τα πνευματικά του δικαιώματα - πνευματικά δικαιώματα δεν υπήρχαν. Φοβόταν επίσης την έκδοση ίσως γιατί ήταν κάτι το στατικό και το δεσμευτικό για την ύπαρξή του, επιπλέον περιφρονούσε την ιδιωτική προβολή ενώ απολάμβανε τη ζωή ενός παρία.

Με τους θεωρητικούς μετασχηματισμούς του και με ένα είδος «μεταγλώττισης» πια, έγραψε το πρώτο βιβλίο του που εκδόθηκε, το After Lorca (1957), το οποίο συμβόλιζε μια νέα εποχή για τον ίδιο, την απαρχή μιας ποίησης επηρεασμένης από την πίστη στη γλωσσολογία και λιγότερο στον ήχο. Αυτό συνδυάστηκε και με τις διάφορες αλλόκοτες απόψεις του. Για παράδειγμα, στο τελευταίο του βιβλίο, με τον καθοριστικό για τις προθέσεις του τίτλο Language, είχε εσκεμμένα λάθη, που αποκαλούσε «αλάνθαστα λάθη». Και ο ρόλος του αναγνώστη ήταν, ανάμεσα σ' άλλα, να συμπληρώσει το ποίημα· ο μάγος-ποιητής είχε ήδη αποχωρήσει, το ποίημα όμως ζει ακόμη, ζει στο παρόν και γράφεται.   

Η ποίησή του, αν και εμπνευσμένη από τις επιταγές του ασύνειδου, έκρυβε -έστω κι αν ο ίδιος δεν το επεδίωκε- την παρουσία ενός ποιητικού νου που οργάνωνε, με μαθηματική σχεδόν ακρίβεια, το ποίημα, καθιστώντας την ποιητική διάνοια πανταχού παρούσα, σαν θεϊκή. Αυτό σήμαινε πως τα ποιήματά του, περίκλειστα από τις λέξεις, όσο περνούσε ο καιρός, θα γίνονταν λιγότερο κοινωνικά και επικοινωνιακά από όσο ο ίδιος μάλλον πίστευε και ήθελε.

Ο πρόωρος θάνατός του λοιπόν από το μοναχικό ποτό, θα έκανε το στίχο του «Είμαστε όλοι ολομόναχοι και δεν χρειαζόμαστε την ποίηση να μας πει πόσο μόνοι είμαστε» να ηχήσει κάπως ειρωνικά για έναν άνθρωπο που αφιερώθηκε στην ποίηση με σκοπό να εξοντώσει τον σκοτεινό εγωισμό του. Η τελευταία του φράση στο νοσοκομείο του Σαν Φρανσίσκο, λίγο προτού ξεψυχήσει, είναι μνημειώδης: «Οι λέξεις μου, αυτές το 'καναν».

 

pan.eftychia@gmail.com

 





---------------------------------
* Κική Δημουλά, «Επεισόδιο»

 

Επιλογή εργογραφίας:

Ποίηση

After Lorca, 1957
Homage to Creeley, 1959
Billy the Kid, 1959
The Heads of the Town Up to the Aether, 1962
Lament for the Makers, 1962
The Holy Grail, 1964
Dear Jack: The Spicer/Ferlinghetti Correspondence, 1964
Language, 1965
Book of Magazine Verse, 1966
A Book of Music, 1969
A Red Wheelbarrow, 1971
15 False Propositions Against God, 1974
Admonitions, 1974
The Collected Books of Jack Spicer, 1975 (ed. by Robin Blaser)
One Night Stand and other Poems, 1980 (ed. by Don Allen)
Golem, 1999

Πεζογραφία

The Tower of Bable: Detective Novel, 1994

Ποιητική

The House That Jack Built: The Collected Lectures of Jack Spicer, 1998 (ed. by Peter Gizzi)

      αρχική σελίδα | ταυτότητα | επικοινωνία | συνδέσεις | προηγούμενα τεύχη | english
Copyright © 2006 e-poema.eu - Όροι Χρήσης
Developed by WeC.O.M.