αφιέρωμα

Η ποιητική σκηνή του Σαν Φρανσίσκο
Ιστολόγια/blogs
Πέμπτη σελίδα
Του Δημήτρη Αθηνάκη




Η ποίηση. Το χέρι. Η οθόνη. Το Διαδίκτυο. Οι ποιητές. Οι αναγνώστες. Μυστικά αλλά όχι ψέματα.
Κάπου στο ηλεκτρονικό σύμπαν φωλιάζουν φωνές φωνασκούσες. Ψάχνουν να βρεθούν μ' ένα(ν) Αλλο που κανείς δεν ξέρει ποιο(ς) να 'ναι. Ή σχεδόν κανείς.

Εδώ. Λίγη ακόμη ποίηση. Ενα ακόμη χέρι. Μια ακόμη οθόνη, αναγνωστική τούτη τη φορά. Το Διαδίκτυο. Δικό τους και δικό μας. Οι θεατές. Οι σχολιαστές. Φανερά κι αληθινά. Εδώ είμαστε.

Βρίσκουμε αυτά που έχουν εφευρεθεί.
Το (.poema..) αγαπά την ποίηση- γι' αυτήν υπάρχει- καθ' οιονδήποτε τρόπο.
Ανακαλύπτουμε, λοιπόν, τούτες τις φωλιασμένες φωνές του διαδικτυακού σύμπαντος και τις "τοποθετούμε" εδώ- φανερά και φωναχτά.

Γιατί κάτι πάντοτε υπάρχει που δεν το ξέρουμε ακόμη.
Καιρός να το μάθουμε.
Σιγά σιγά θα ανακαλύψουμε τούτες φωνές. Επιμένω. Φωνές.
Φωνάξτε.

d.athinakis@gmail.com





Oνομα: Δήμητρα Α.
Nickname: Περίεργο σπίτι

http://periergospiti.wordpress.com/


Αρλεκίνος

Τελευταία παράσταση μπροστά σας ο αρλεκίνος
και η αυλαία φυσικά σημαία
που ανεμίζει και ανεμίζει σε αχόρταγα μπροστά μάτια.
Σκαλώνει σε κάνα δυο ερωτηματικά
Πρώτη σκηνή
του αρλεκίνου
"Πόσο σας χρειάζομαι τόσο που η ανάγκη πια με πνίγει.
Και οι αράχνες χαμηλώνουν τον ψηλοτάβανο ουρανό μου εδώ μέσα."
Την επαναλαμβάνει μην την ξεχάσει κοιτώντας τον ψηλοτάβανο ουρανό του.
Μπροστά αυλαία, πίσω αυλαία,
πέφτει η αυλαία,
κάγκελα παντού,
κάγκελα στα μάτια,
κάγκελα στο στόμα,
φυλάκισε τις λέξεις σου μη σε ακούσουν,
ησυχία όταν πέφτει η αυλαία,
η λατρεία μιας κλειστής αυλαίας, η λατρεία.
Υπήρχαν στιγμές,
μικρό αρλεκινάκι στα παρασκήνια όταν γυρνούσε
και έπαιζε με τις μπογιές, τις μάσκες και τα αρώματα
κοντούλης και ουρανό δεν έβλεπε,
αναρωτιόταν που χρησίμευαν,
γεμάτα με καθρέφτες τα παρασκήνια,
δεν έφτανε να τους δει
πατώματα μονάχα
κι έπαιρνε τις μπογιές και έβαφε τα πατώματα
και έχυνε τα αρώματα στις ξύλινες σανίδες
και τις μάσκες κομμάτια έκοβε και τις πέταγε τριγύρω
(πάντα τον μάλωναν).
Μα η αυλαία πέφτει κατακόρυφα και το κοινό ποτέ δεν θα δει το αριστούργημά του.
Eναν αρλεκίνο πίσω από κάγκελα χαζεύει "κάθε βράδυ στις εννιά, κυρίες και κύριοι"
τα κάγκελά τους να γελοιοποιεί και αυτοί να χαίρονται.
Πάντα να χαίρονται.
Αργότερα που οι σκιές τους τον αφήνουν μόνο,
πλαστελίνη γίνονται τα κάγκελα, μόνο τότε,
και οι αράχνες που χρόνια τώρα το αριστούργημά του ζήλευαν
όλο και χαμηλώνουν με κάτι χαιρέκακα χαμόγελα.
Αυτός στα πατώματα τα ξύλινα τότε ξαπλώνει
ένας μεγάλος το νιώθει πια πως είναι αρλεκίνος
και προς τα πάνω εκεί κοιτάει
ψάχνοντας τον μεγάλο του καθρέφτη
τον ουρανό του τον μεγάλο να διακρίνει.
Κάποτε τον νιώθει να βαραίνει
και κάποτε τεντώνει να τον φτάσει.

 

Μαίανδροι

Oσο προχωράει ευθεία συνηθίζει σε ευθείες,
στρίβει λοιπόν, όπου δεν βλέπει δρόμους, στα σκοτεινά,
προχωρά με τεντωμένα άκρα και τα μάτια διάπλατα ανοιχτά στο σκοτάδι.
Δεν έχουν τέρμα οι ευθείες, τέρμα ψάχνει και αρχή,
κι ας μοιάζουν τέλειες οι ευθείες,
το τέλειο κι αν ζει, ποιος να χάρηκε όταν το βρήκε,
ένας λογικός Θεός, ένας άγγελος ακόμη,
ίσως και ένας διάβολος σε στιγμή αδυναμίας.
Στρίβει, στρίβει, στρίβει,
κύκλους να μην κάνει,
μαιάνδρους σχηματίζει με το μυαλό του,
παραπλανάται, παραπλανά.
Στο κέντρο να μην φτάσει
στο τέλειο και διαλυθεί.
Ποιος να χαρεί σαν το βρει,
ποιος τα μάτια του κλείνει και το βάζει σε ευθεία τροχιά,
ποιος σε παράλληλες γραμμές το ξαπλώνει να κοιμηθεί,
και σε σεντόνια παραλληλόγραμμα τα όνειρά του, αυτά, διπλώνει.
Κι όταν,
κάτι ίδια βράδια σαν σε ευθεία παρατεταγμένα του φαίνονται,
τα δίνει μια με το χέρι,
και τα πιάνει ένα-ένα, με τον δείκτη και τον αντίχειρα,
προσεκτικά, τόσο εύθραυστα που μοιάζουν,
και τα πετάει μακριά του.
Κάπου εκεί,
εκείνη την στιγμή,
επιτρέψτε του να νιώσει
σαν ένας παράλογος Θεός,
όχι μικρός,
ένας μεγάλος παράλογος Θεός,
μαιάνδρους να πλάσει
κι εκεί μέσα να χαθεί.

 

Macrovision

Eπιτέλους, είμαι εγώ πάλι,
macrovision και depeche.
Ηρθα στην θέση μου και το πως ήρθα δεν με απασχολεί,
αρκεί που ήρθα πάλι πίσω
και ας λένε ότι το να προχωράς μπροστά ω ναι είναι καλύτερο.
Και χρησιμοποιώ πολλά ωμέγα τελευταία,
στα ρήματα,
στις προσφωνήσεις,
στις ειρωνείες,
στις αλήθειες
γιατί έτσι πρέπει να συμβαίνει όταν είμαι εγΩ.
Και ακόμη, όταν ακούω άλλων τα ωμέγα,
τρεμοπαίζει η ψυχή μου,
μήπως τα δικά τους είναι μεγαλύτερα από τα δικά μου,
μήπως το δικό μου το καταπιώ μαζί με άλλα φωνήεντα,
μήπως τελικά δεν μπορέσω να ακούσω το δικό μου,
ή μήπως τελικά βρήκα πάλι κάτι που απλά μοιάζει με το ωμέγα μου,
κάτι σαν το άπειρο.
Τα παραπάνω φυσικά ήταν παροξυσμός.
Δεν έχω βρει το ωμέγα μου,
απλά μιλάω σαν να το βρήκα
και όσο περνάει ο καιρός πείθομαι ότι δεν υπάρχει
και από την μια θέλω και ονειρεύομαι να μην υπάρχει,
γιατί τουλάχιστον μπορώ και ονειρεύομαι ακόμη,
από την άλλη όμως πρέπει κάπως να τελειώνει το αλφάβητό μου.
Αν τελειώνει με φωνήεν θα είναι το α του χα!
Αν είναι με σύμφωνο θα είναι κάποιος θόρυβος δικός σας.

 

Νickname: Αισθηματική ηλικία
http://esthimatikiilikia.blogspot.com


Τ' αγόρια του μαγαζιού με τα κατοικίδια

Η pop γερνάει σκορπώντας άλλοθι νεότητας
όταν όλα στέκουν γερασμένα και δυσκίνητα
στις φωτογραφίες της επόμενης μέρας
και τα ιδρωμένα t-shirts πετιούνται σαν εραστές μιας χρήσης

προσπαθούσα να σε διαβάσω
κλειστό βιβλίο παρέμεινες κι εκεί
κάτω από τα φώτα της σκηνής
μόνο για μια στιγμή φωτίστηκες
την ώρα που μάζευες τα ασημένια αστέρια
του τέλους
μόνο για μια στιγμή
κι έσβησες ξανά
σα να φοβήθηκες
το φως σου μη με κάψει

να 'ξερες πως το σκοτάδι σου είναι
που με πυρπολεί
και με εκτοξεύει
στις εσχατιές του κόσμου
το σκοτάδι σου
που τόσο περίτεχνα νομίζεις
πως καλύπτεις...

...αυτή η μαγεία που εκπέμπεται
στην απόσταση ανάμεσα στα σώματα μας
την ώρα που κινούνται φυγόκεντρα
προσπαθώντας το όνειρο που ζούμε
να τον κάνουν μια αχρείαστη πραγματικότητα

την ώρα που τα αγόρια στη σκηνή παίζουν
το τραγούδι μας...

 

Παραθαλάσσια

τελειώνει ο Νοέμβρης
γεμίζουν τα ημερολόγια της απραξίας
παραμένω στη θάλασσα
κοιτάζω

τι παράξενο στη δισκοθήκη μου
δεν έχω τραγούδια χαράς
είχα ξεχάσει τον ήχο της ευτυχίας
μαθαίνω πάλι από την αρχή
να ακούω

μια δύναμη αισιοδοξίας
στριμώχνεται στο εσωτερικό μου
διεκδικεί νέες δραστηριότητες
γεμίζει αφόρτιστες μπαταρίες ονείρων
επιστρέφω στη δράση

τελικά όλα ήταν θέμα χλωροφύλλης
έδωσα αναπνοές , πήρα ήλιο
δημιούργησα συνθήκες επιβίωσης
ανάπτυξη μου λένε πως λέγεται

 

Στη μέση της πόλης

η πόλη έχει τη μουσική της
έχει αυτή τη φωνή της Francois στ’ αυτιά μου
όταν την περιτριγυρίζω
είσοδος έξοδος παραμονή αναχώρηση
μπλε φώτα και πράσινα μάτια
εξομολογήσεις στα cafe
χέρια αποχαιρετισμού
φιλιά τυχαίων συναντήσεων
ανάμεσα σε ταινίες
με εξιστορήσεις άλλων ζωών
βρίσκω το χρόνο να ζω τη δική μου ζωή

τα βράδια βλέπω τα πιο splatter όνειρα
ξυπνώ σε νεκροτομεία
αναγνωρίζοντας πτώματα προσφιλών
κάθε βράδυ
σκοτώνω δυο με τρεις
αν συνεχίσει θα αφανίσω
όλους όσους αγαπώ
η δική μου ταινία είναι ο θάνατος των άλλων

το πρωί τρώω σοκολάτες
και τα νύχια μου
τα βράδια πίνω north γαλάζια με πάγο
στα μπαρ με καλωσορίζουν με tοla vie devant soi της Francoiz

πόσο προβλέψιμος είμαι
δεν αποτελώ έκπληξη για κανένα πια
ένας γραφικός μποέμ
που το 'σκασε από τη βιβλιοθήκη του
και απαιτεί να ενταχθεί

σήμερα προβλέπω να διακτινιστώ
στο πάρτι των ημερών ανεξαρτησίας
στον ιδιωτικό γαλαξία των δακρύων μου

επιστρέφω στη σιωπή
τροπαιούχος μυροβλύτης ασκητής

 

Ονομα: Salvador
Nickname: Ξερατά online
http://surealismos.blogspot.com/


Η πόλη των χαμένων

Είμαστε δυο υπάλληλοι στον τόπο μας
και έχουμε τη δύναμη για αποφάσεις.
Η πόλη μας είναι άκρως αυστηρή στους νόμους
και εμείς οι δυο εφαρμόζουμε την τάξη.
Ο ένας είναι υπεύθυνος για το καλό,
και ο δεύτερος να επικρίνει το κακό.
Αξιολογούμε ποιος έχει τη χάρη,
γιατί αυτή η πόλη που ζούμε είναι στολίδι,
και πρέπει να διατηρηθεί για πάντα ως σύμβολο ξεχωριστό.
Υπάρχει και ένας τρίτος που συχνά μένει ουδέτερος.
Αλλά και αν είχε την δύναμη, ποτέ δεν είχε τη θέληση.
Αυτός είναι ο σκοπός, και ο σκοπός μας είναι ιερός.

Ενας καλός άνθρωπος της τέχνης, μια μέρα,
μας πλησιάζει στον χώρο μας.
Περιμένει από εμάς να τον κρίνουμε,
διστακτικά περνάει το κατώφλι,
ερχόμενος μας φέρνει γλυκά και λιχουδιές,
μυρίζει αρώματα και ευωδιές,
και στάζουν τα λόγια του από σιρόπια και ευγένειες.
Υποστηρίζει πως είναι κακός καλλιτέχνης,
μα και αυτό το λέει μέσα απ' την καρδιά του.
Τον μελετάμε, είναι δουλειά του πρώτου και είμαστε ευδαίμονες,
που μας απαλλάσσει απ' τον κόπο,
κρατάει τις ισορροπίες, σοφός που είναι.
Τον εμπιστευόμαστε, γι' αυτό τον εγκρίνει ο δεύτερος,
πρώτος για εμάς.

Ενας άνθρωπος που είναι πραγματικά καλός, λέει
πως είναι καλλιτέχνης κακός.
Αυτή είναι μια περίπτωση που πραγματικά αξίζει την προσοχή μας.
και εκφράζεται άσχημα, έτσι υποστηρίζει,
μα μέσα από την καλοσύνη του!
το βασικότερο, το βασικότερο φρόντισε
να μας πει ο υπάλληλος.
Τον συμπονούμε που είναι καλός, μας τον πρότεινε ο πρώτος.
Κλείνουμε τα μάτια...
Και τον κάνουμε μέλος της κοινωνίας μας.
για πάντα θα τον αγαπάμε, θα γίνει και ένας καλός καλλιτέχνης
συζητάμε στα σαλόνια καπνίζοντας τα ακριβά μας πούρα
πως αφού του δώσουμε τον χρόνο θα λάμψει.
όπως λαμπρός θα ήταν και ως τραγουδιστής μουγγός,
να πρεσβεύσει την μικρή μας μπάντα στο καπηλειό
ή ακροατής κουφός,
να εκτιμήσει ποια φωνή ανάμεσα στο πλήθος είναι αληθινά ζεστή
μα και ιχνηλάτης τυφλός,
να μας δείξει τον δρόμο, θα τον ακολουθούσαμε παντού,
καθώς η κρίση του πρώτου υπάλληλου είναι αναμφισβήτητη!

Την επομένη, παρουσιάζεται ένας άλλος στην πόλη μας.
Ερχεται από μακριά, είναι ένας ξένος, κάνεις δεν ξέρει τίποτα γι' αυτόν.
Σταματάει το άλογο του μπρος στο δημαρχείο,
και ξεκρεμάει αργά, αργά τις βαλίτσες.
Εκεί οι δύο υπάλληλοι ετοιμάζονται να τον υποδεχτούν
και θαρρείς πως είναι κιόλας θυμωμένοι.
Είναι ξεχωριστός, το νιώθεις απ' τον τρόπο που στέκει απέναντί τους.
Λιγομίλητος και καθόλου φοβισμένος, τους αντικρίζει στα μάτια.
Ενα πρόσωπο που είναι καλλιτέχνης καλός,
αυτό που πάντα ψάχναμε, επιτέλους φανερώθηκε
μα είναι σίγουρα κακός άνθρωπος!
Ορθώνεται μπροστά τους και μονολογεί, μονό μιλάει γι' αυτόν.
Παρουσιάζετε μέσα από τα γραπτά του, τα σύνεργα και τα πινέλα.
Απλώνει τους πολύχρωμους καμβάδες με ασέβεια στο γραφείο.
υποστηρίζει πως έτσι εκφράζεται ικανά και,
τίποτα άλλο δεν φανερώνει απ' την ψυχή του.
Και ίσως έτσι να είναι, θα μπορούσε να έχει ένα δίκιο ο ξένος.
Μα τον φοβόμαστε, δεν τον θέλουμε ανάμεσά μας,
και πιο εύκολο θα γίνει αν τον διώξουμε,
υποστηρίζοντας πως είναι κακός σε αυτό που κάνει.
ακόμα και σιωπώντας έναντι στο έργο του,
κοιτώντας το με περιφρόνηση.
Ο δεύτερος υπάλληλος μας προτρέπει αυτό να πράξουμε.
Πιο εύκολα θα τον κάνουμε να πονέσει έτσι, μας εξηγεί.
πιο γρήγορα θα φύγει από τα πόδια μας, θα ξεκουμπιστεί μια για πάντα.
"αν τον ταπεινώσουμε με αυτό που πραγματικά αγαπάει"
Λέει ο δεύτερος υπάλληλος της πόλης
και συμφωνεί ομόφωνα ο πρώτος
Μα ο τρίτος, ο ουδέτερος, να που πετάγεται, και αναφωνεί!
"Αφού είναι ένας άνθρωπος τόσο κακός,
πως είναι δυνατόν να αγαπάει, έστω και το έργο του;"
Κάνεις δεν απαντά, μονό προχωράν οι διαδικασίες
και η σιγή για όσο κρατήσουν.
Στην θέση του βάζουμε τον καλό άνθρωπο να μας εκπροσωπήσει.
Του δίνουμε τα πινέλα του άλλου, την αγαπημένη του γραφίδα
και άπλα περιμένουμε πότε θα εργαστεί.
Φροντίζει για αυτό ο πρώτος και επικροτεί ξεκάθαρα ο δεύτερος,
σηκώνει τα χέρια ψιλά ο τρίτος,
και την επόμενη κιόλας μέρα,
τον χρίζουμε έξοχο καλλιτέχνη.

Αδιαφορώντας για το αν εκφράζεται σωστά ή όχι.
Και ποτέ μην ξέροντας αν ο καλός άνθρωπος
θα καταφέρει να μεγαλουργήσει.
ή ο κακός που καταχωνιάσαμε,
ήταν πράγματι εξαίρετος ως καλλιτέχνης.

 

x-αρχή-a

Βάλαμε τους 2 ανάμεσα σε 4, ή σε 14 και τους είπαμε: Εδώ θα μείνετε από εδώ και πέρα και θα μείνετε για όσο εσείς θελήσετε. Τους είπαμε: (στον "αρχηγό" τους) Αυτός είναι ένας προβολέας και ότι αυτός προβάλει μπορείς να το αποκτήσεις. Τους είπαμε, ποτέ δεν θα κριθείς, έχεις εσύ τα μάτια πρώτος για να κρίνεις.

Τους είπαμε, αυτός είναι ένας προβολέας και ότι αυτός προβάλει, μπορείς εσύ να τον σκεπάσεις, ακόμα και να τον σβήσεις. Τους είπαμε, αυτός είναι ένας δρόμος, πες το και στους υπολοίπους. Οπότε θελήσεις ή απλά όταν εσύ θέλεις, θα τον περπατήσεις. Τους είπαμε: Αυτό, είναι ένας άνθρωπος και αυτός είναι ο κόσμος. Αθώος. Ταπεινός. Εύκολος να τον αλλάξεις.

Και τώρα εμείς το μόνο που έμεινε να κάνουμε, είναι να κοιτάμε. Ή να ξεφύγουμε από το παιδικό παραμύθι. Ή να γεράσουμε με το ίδιο παραμύθι. Ή να κοιτάξουμε μακριά. Πολύ μακριά.

στις τηλεοράσεις
ή μέσα απ' τους δρόμους

αποφασίστε...

 

Ο sigur*os υπηρέτης

Ο υπηρέτης μου μου λέει αρκετά! του λέω πώς είναι δυνατόν;
Ετοιμάζει τα πράγματα του, και μόνο μονολογεί πως θέλει να φύγει!
Αρκετά! ανέχτηκα... είναι τα λόγια του, μόνο αυτά.
Αρκετά... από τα δικά σου! είναι τα δικά του, τα τελευταία λόγια που ακούω.
Να θέλει αύξηση; Να τον ταλαιπώρησα σιγά σιγά και να μην το κατάλαβα;
Φεύγει και με όλες τις βαλίτσες και χωρίς κάτι που δεν θα είναι δικό του.
Φεύγει χωρίς να κλέψει τίποτα δικό μου, με τα λίγα του, αποχωρεί όπως ήρθε.
Να... ήδη κατέβηκε τις σκάλες και μου δίνει το κλειδί.
Φεύγει ο υπηρέτης μου αμέσως τώρα, και δεν με κοιτάζει στα μάτια.
Και την πόρτα την βροντάει δεν την αφήνει μισάνοιχτη για να τον κυνηγήσω.
Νευριασμένος, οργισμένος θα πω... μα γιατί, και από τι;
Είναι φανερό πως δεν θα θελήσει να γυρίσει ποτέ ξανά πίσω.
Είναι ξεκάθαρο πως δεν θα βγάλει σε τίποτα αν τρέξω εγώ από πίσω του.
Να του πω τι, μετά από αυτό, τι άλλο θα τον κάνει να αλλάξει γνώμη;
Δεν κάθισε ούτε στιγμή να διαπραγματευτεί.

Σε κάθε περίπτωση, είναι η περίπτωση του ανθρώπου που σε παρατάει.
Για σένα είναι απόβραδο, γι' αυτόν είναι καλή-μέρα.

 

 

Oνομα: Κωστής Αργυριάδης
Nickname: Bad Dream
http://badream12.blogspot.com


[Aτιτλο]

Eνας ακόμη τρόπος να πληρώνεις το πάγιο
κοφτερό σαν πρωινό φως, εκτυφλωτικό
η καταστροφή έχει ήδη προπληρωθεί
φοράει τη μάσκα κατάσαρκα
πένθιμο προσεκτικό άρωμα κάτω από τα σκέλια της
πως να πάψω να φωνάζω..
ελπίδες να αλλάζουν το σχήμα του κελιού
κρεμασμένες σειρήνες υπό το κόκκινο φως
τι να κρυφολέγανε εκεί απ' έξω απότομα, κοφτά, ενώ εγώ έκανα πως κοιμόμουν
σαν πολυτέλεια, προσευχόμαστε για βροχή, ή μια ανάρρωση της τρέλας
μια αυτοκτονία στο βάθος του καθρέφτη
ή
ένα χάδι στο πέτσινο μέτωπο εκείνου που δεν έφταιγε

Το ένα φτυάρι να μαζεύει από το μαύρο χορτάρι απανθρακωμένες ελπίδες
Το άλλο να μαζεύει ευθύνες
Το τρίτο να φτυαρίζει όλη αυτή την φρίκη

Oρθιος, γυμνός, τυφλός, δίπλα στο χαμό από αποκόμματα εφημερίδων
τι παράξενη μέρα
και όλο γερνάει και αστράφτει μέσα στο πλαίσιο που βάναυσα της φόρεσα
αγκαλιάζοντας μικρές σκιές
συγνώμη που σε πήρα στο δρόμο μου
συγνώμη για τον αθέατο πρόδρομο ενός καλύτερου κόσμου

ξανανοίγω τα καμένα μάτια
τι παράξενη μέρα
όλη νύχτα βούιζε το κόχλασμα του νερού στα μηνίγγια μου
όλη νύχτα φάνταζα σαν ανθισμένη ματιά κάποιου διανοητικά καθυστερημένου
βρασμένη στο ρυθμό των αισθήσεων
χεσμένη στο ρυθμό της εκλογικής εμμηνόπαυσης

τα πάντα υποθέσεις μέσα σε ένα συλλογικό συνειδητό
τα πάντα διαπιστευτήρια
ανάπηρων
αναπολημένων
αισθήσεων

ένα βουνό μέσα στο στόμα μου
μια φωτιά στα σωθικά μου
ο χρόνος έπιανε όλο το σκεύος του παρόντος

μια καλημέρα,
πια,
να μην κατορθώνεις να πεις.

Το μαύρο σκοτάδι της κάθε ημέρας που έρχεται είναι δικό μας σφάλμα.

 

Μονόλογος

Χωρίς φίλους.
Με ψεύτικο αίμα.
Με καρδιά μετεωρίτη.
Με φρύδια φορτηγά.
Χωρίς κανέναν.
Κανέναν.
Eχω να μιλήσω δύο μήνες.
Δεν υπάρχω.
Δεν υπάρχω.
Καθόλου και ποτέ.
Είμαι η κόλαση,
το τίποτα, το μηδέν,
το όραμα πριν το θάνατο,
ο θάνατος πριν το τέλος του τίποτα.
Αυτό είμαι.
Το τίποτα.
Το τέλος.
Κομμένα τα χαμόγελα.
Είμαι το τέλος.
Το πιο σκοτεινό.
Δεν υπάρχει τρόπος να περπατήσεις.
Δεν υπάρχει τρόπος να αναπνεύσεις.
Δεν υπάρχει θάλασσα, ούτε γη.
Ούτε θέληση.
Δεν υπάρχει τίποτα.
Τίποτα.
Αυτό είναι.
Η απουσία.
Αυτό.
Το πιο μεγάλο τέλος.
Η απουσία.
Η έλλειψη παρουσίας.
Το ουδέτερο.
Το μη είναι.
Το δεν υπάρχω.
Η αλήθεια.
Μετά το τέλος.
Η αλήθεια.
Μετά την αντίληψη.
Μετά την ολοκλήρωση.
Μετά την αναπαραγωγή.
Μετά τα κυπαρίσσια.
Δεν μένει τίποτα στο τέλος.
Τίποτα.
Μόνο σκοτάδι.
Μόνο σκιές.
Oλα είναι ρημαγμένα.
Oλα.
Τίποτα δεν είναι αληθινό.
Τίποτα δεν υπάρχει πια εδώ.
Τίποτα.
Δεν υπάρχουν μετρητές.
Ποτέ δεν υπήρχαν.
Ούτε επίπεδα.
Ούτε κανόνες, ούτε τίποτα.
Ούτε αγόρια, ούτε κορίτσια.
Ούτε παιδιά.
Ούτε αγάπη.
Ούτε μίσος.
Ούτε αίμα.
Δεν υπάρχει πια αίμα.
Δεν υπάρχουν άνθρωποι.
Ούτε αγωνία.
Ούτε φως.
Δεν υπάρχει φως.
Δεν υπάρχει ούτε μια ακτίνα φωτός.
Δεν υπάρχουν σύννεφα, ούτε ουρανός.
Δεν υπάρχει ουρανός.
Δεν υπάρχει τίποτα.
Τίποτα.
Δεν μπορείς να βγεις από εδώ.
Δεν μπορείς να γεννηθείς ξανά εδώ.
Δε μπορεί να πεθάνεις εδώ.
Oλα είναι αιωνίως στιγμιαία.
Oλα είναι ακίνητα.
Oλα είναι απολύτως ακίνητα.
Oλα είναι αυτό που δεν έκανες.
Oλα είναι τίποτα.
Τα πάντα είναι τίποτα.
Τα πάντα είναι το τίποτα που άφησες να γίνει.
Δεν υπάρχει ανατολή, δεν υπάρχει δύση.
Δεν υπάρχει ήλιος.
Δεν υπάρχει συνείδηση.
Δεν υπάρχει υποσυνείδηση.
Δεν υπάρχει φαρμακείο.
Δεν υπάρχει.
Σωτηρία.
Αυτή είναι η σωτηρία.
Το τίποτα, το κενό, το χάος.
Το χάος είναι η σωτηρία.
Το χάος είναι η αλήθεια.
Το χάος δεν χρειάζεται φως.
Το χάος δεν χρειάζεται τίποτα.
Το χάος δεν χρειάζεται ούτε καν τον εαυτό του.
Αυτό είναι
Το χάος.
Εδώ είμαι.
Στο χάος.
Αυτό είμαι.
Το χάος.
Μόνος.
Χωρίς φίλους.
Με ψεύτικο αίμα.
Με φρύδια φορτηγά.
Με καρδιά μετεωρίτη.
Eχω να μιλήσω δύο μήνες.
Δύο μήνες.
Τέσσερα χρόνια.
Μια ζωή.
Δεν μπορώ να κλάψω.
Eχω στεγνώσει.
Δεν κλαίω πια.
Δεν έχω άλλο.
Δεν έχω τίποτα.
Είμαι τίποτα.
Και είμαι στο χάος.
Με χίλια ανώνυμα ονόματα.
Σκέτος.
Παρθένος.
Ασύδοτος.
Αμίλητος.
Αγνώριστος.
Ανέτοιμος.
Ανυπόφορος.
Aνυδρος.
Στέκομαι και κοιτάζω.
Δεν μπορώ να κάνω τίποτα.
Μόνο στέκομαι και κοιτάζω.
Δεν με βλέπω.
Δεν υπάρχω.
Ανύπαρκτος.
Είμαι ανύπαρκτος.
Είμαι μια παλιά αντανάκλαση του φωτός.
Είμαι ένα πρώην τυχαίο φαινόμενο.
Είμαι μια πιθανότητα.
Αυτό είμαι.
Μια πιθανότητα.
Είμαι στο πουθενά και κοιτάζω.
Τίποτα δεν φαίνεται.
Δεν φαίνομαι.
Καθόλου.
Δεν υπάρχω.
Καθόλου και ποτέ.
Είμαι στο πουθενά, στο χάος και δεν υπάρχω.
Καθόλου.
Δεν υπάρχει ούτε ήχος.
Ούτε πομπός, ούτε δέκτης.
Ούτε μέσο μετάδοσης.
Ούτε αέρας.
Δεν υπάρχει αέρας.
Δεν αναπνέω.
Δεν υπάρχω.
Δεν υπάρχει σύστημα.
Δεν υπάρχει μέθοδος.
Δεν υπάρχουν όρια.
Δεν μπορώ να με μετρήσω.
Δεν μετριέμαι.
Είμαι αμέτρητος.
Δεν υπάρχω.
Είμαι αμέτρητος.
Είμαι άπειρος.
Αυτό είμαι.
Είμαι άπειρος.
Είμαι στο πουθενά και είμαι άπειρος.
Είμαι στο χάος και δεν υπάρχω.
Είμαι απροσδιόριστος.
Είμαι το κενό σύνολο.
Το άπειρο.
Το τίποτα.
Το οριστικό.
Το αμετάκλητο.
Το τέλειο πείραμα.
Είμαι το τέλειο πείραμα.
Αυτό που δεν έγινε.
Αυτό είμαι.
Είμαι αυτό που δεν έγινε.
Αυτό που δεν έγινε ποτέ και καθόλου.

Είμαι αυτό που δεν υπάρχει.

 

[Aτιτλο]

Κάθε που νυχτώνει
σκέφτομαι εκείνον τον μισοσβησμένο άτλαντα
που σιωπεί στη τσέπη μου
εκείνο το τηλέφωνο που έμοιαζε περίστροφο
εκείνη την κοπέλα με τα μπλε παπούτσια που τόλμησε να αυτοκτονήσει βλέποντας την ανατολή

εκείνον τον φίλο που του έκοψα τα φτερά
όταν ακόμη νόμιζα πως όλοι είμαστε καταδικασμένοι
Oσο μας περιμένουν άδειες μέρες,
τόσο προτιμώ να ξύνω τις υπάρχουσες αιτίες
μπας και βρω κάποιον θησαυρό
παρά να τις μπαλώνω άτσαλα
πλέκοντας στον ορίζοντα δοκιμασμένες πληγές.

      αρχική σελίδα | ταυτότητα | επικοινωνία | συνδέσεις | προηγούμενα τεύχη | english
Copyright © 2006 e-poema.eu - Όροι Χρήσης
Developed by WeC.O.M.