αφιέρωμα

Ποιητικό άσυλο
:::
χορός
Ιστολόγια/blogs
Πρώτη σελίδα
Του Δημήτρη Αθηνάκη




Η ποίηση. Το χέρι. Η οθόνη. Το Διαδίκτυο. Οι ποιητές. Οι αναγνώστες. Μυστικά αλλά όχι ψέματα.
Κάπου στο ηλεκτρονικό σύμπαν φωλιάζουν φωνές φωνασκούσες. Ψάχνουν να βρεθούν μ' ένα(ν) Αλλο που κανείς δεν ξέρει ποιο(ς) να 'ναι. Ή σχεδόν κανείς.

Εδώ. Λίγη ακόμη ποίηση. Ενα ακόμη χέρι. Μια ακόμη οθόνη, αναγνωστική τούτη τη φορά. Το Διαδίκτυο. Δικό τους και δικό μας. Οι θεατές. Οι σχολιαστές. Φανερά κι αληθινά. Εδώ είμαστε.

Βρίσκουμε αυτά που έχουν εφευρεθεί.
Το (.poema..) αγαπά την ποίηση- γι' αυτήν υπάρχει- καθ' οιονδήποτε τρόπο.
Ανακαλύπτουμε, λοιπόν, τούτες τις φωλιασμένες φωνές του διαδικτυακού σύμπαντος και τις "τοποθετούμε" εδώ- φανερά και φωναχτά.

Γιατί κάτι πάντοτε υπάρχει που δεν το ξέρουμε ακόμη.
Καιρός να το μάθουμε.
Σιγά σιγά θα ανακαλύψουμε τούτες φωνές. Επιμένω. Φωνές.
Φωνάξτε.

d.athinakis@gmail.com

 





Ονομα: Μαρία Ιωαννίδου
Nickname: imarias

http://imarias.wordpress.com

Salvador Dali - Σταύρωση - Father's Perspective

Κόβω την άνοιξη στα δυο, τον ουρανό στα δυο ανοίγω
νυχτώνω για λίγο, δε θέλω να  δω τα σημάδια
μη με αγγίξει η ακαμψία των δαχτύλων
εκεί που πάγωσε η τελευταία ανθρώπινή σου ανάσα
εκεί που νόμιζαν πως με καρφιά στερέωσαν την πόρτα τ' ουρανού
Ανέβα, ο ουρανός δεν έχει πόρτα
πατέρας πια και γιος, και άσπρο περιστέρι

Τα ήπιες όλα τα ποτήρια ώς κάτω
στο είχα υποσχεθεί πως πάντα θα ήμουνα κοντά
σαν θα ωρίμαζαν τα πιο καλά κρασιά
υπό το δροσερό σου βλέμμα
Υψωμένο κοντάρι
που ζητάει να βρει αίμα
υψωμένο κοντάρι που γυρεύει να ποτίσει με ξύδι
υψωμένο το σώμα σου
και το άλλο μάγουλο γυρισμένο στο θάνατο
προσφορά
Ασε το σώμα και το αίμα, ανιόν σώμα
καθώς θα επιστρέφεις θα σταθεί ξανά όρθιο
ανέβα
Ανιόν μου σώμα, δικό μου
πατέρας πια, αλλά και γιος και άσπρο περιστέρι
Τι πιο πολύ;
ό,τι πολύ κι εσύ
την ανυπόταχτη θάλασσα
που μέσα της κοιτάχτηκες, ο των ψυχών αλιεύς
για τελευταία φορά
στην ακύμαντή μνήμη
Ανέβα κι ανοίγω για λίγο
σκίζω στα δυο τον ουρανό
καταργώ για λίγο την άνοιξη
τη μέρα κάνω νύχτα
δεν έχει πόρτα ο  ουρανός

Σου είπα να τα μοιραστείς όλα μαζί τους
κι εσύ πήγες και μοιράστηκες
σε κάθε ποτήρι να σε πίνουν
σε κάθε μπουκιά να σε κατασπαράζουν
σου είχα πει θα είμαι κοντά σου να κάνεις όλα τα κρασιά καλύτερα

κι εσύ που ζήτησες ένα τελευταίο ποτήρι νερό
σου ύψωσαν  κοντάρια να βγει από μέσα σου
κι εσύ που ήπιες όλα τα ποτήρια μέχρι κάτω

Ξαναγυρίζεις τώρα και κατά κει κοιτάς
Ποιος μαραγκός έμαθε για τα καρφιά στο ξύλο;
Ποιος έκοψε τα μαδέρια στο μπόι σου;
Πώς ανέβασες τριάντα τρία καλοκαίρια
τόση αδικία στους ώμους;
Τι κοιτάς εκεί κάτω, τι αφήνεις;
Αν δυνάμωσε η πλάτη σου και αν μάκρυναν λίγο τα μαλλιά σου
την τελευταία βδομάδα
Κανείς δε θα σου χαρίσει μια Κυριακή.


Ο κήπος με τα δάκρυα

Ανάμεσα στο νοσοκομείο και τη λεωφόρο, σκαλιά, μαδημένη πρασινάδα, παγκάκια, άστεγοι, σκουπίδια, και ένα ξεχασμένο άγαλμα, μια προτομή.

Κηπάριο σκιερό, που διασχίζω συχνά, και κατηφορίζοντας, ο ήλιος απέναντι χλιαρός, διάθεση ευχάριστη. Για να περάσω από κει, δεν είναι για δουλειές και αγγαρείες, δεν είναι αυτός ο συντομότερος δρόμος. Ούτε και το ξύπνημα πρωινό και ζορισμένο. Η διάθεση μου εκ προοιμίου, λοιπόν, καλή.

Εκεί όμως, στα παγκάκια, κρέμονται κάτι μεσημέρια τα δάκρυα των ανθρώπων που έχουν μόλις βγει με ένα χαρτί στα χέρια, από το νοσοκομείο. Μέρα παρά μέρα εφημερία. Και μέρα παρά μέρα δάκρυα. Που στέκονται εκεί στην άκρη, στα παγκάκια. Σιωπηλοί άνθρωποι που σωριάζονται και κοιτούν το κενό. Δεν έχει σημασία τίποτα γι' αυτούς. Οι εποχές κυλούν αδιάφορα, τα σκουπίδια είναι ανύπαρκτα, η προτομή αγέλαστο μάρμαρο. Αγέλαστος πέτρα. Και η γη κάτω απ' τα πόδια τους απότιστη. Μάλλον είναι οι άνθρωποι που έφτασαν ολομόναχοι ώς εδώ. Τους άλλους, τους συνοδευόμενους, τους ξεχωρίζει κανείς από την πλάνη που τους κρατάει απ' το χέρι και κάνει κουμάντο στο πάρκινγκ. Αυτοί ελπίζουν και κοιτάνε τα παπούτσια τους. Οι άνθρωποι των δακρύων του πάρκου είναι αλλιώς. Εχουν ακούσει προσεκτικά το επόμενο ραντεβού με τον γιατρό, την ατζέντα της υπομονής για τον άδειο θάλαμο, τη φυλλομέτρησαν, εκεί μέσα, πιο ψηλά, μετά τα σκαλοπάτια. Και κατέβηκαν, ίσως με έναν πλαστικό χυμό από απέναντι, ή μετά από ένα αναμμένο κερί στην εκκλησία. Τα βήματά τους τους έφεραν ώς εδώ, από μόνα τους.
Και τα δάκρυά τους υδρεύουν αυτό το πάρκο, λειψά. Μόνο στο μπροστινό κομμάτι λίγο γκαζόν, και λουλούδια τα Χριστούγεννα και την Πρωτομαγιά. Εποχιακά. Και εποχιακά δάκρυα που στέκονται μετέωρα πάνω στα παγκάκια, χωρίς ποτέ να μουντζουρώνουν τα άσπρα χαρτιά. Αυτά που τα ακουμπάνε στα παγκάκια , ή τους κίτρινους μεγάλους φακέλους με το λίγο μαύρο να προεξέχει, ίσως την πιο κρίσιμη φωτογραφία της ζωής τους, τα ίδια τους τα οστά, περίεργη συντροφιά εκεί δίπλα τους.

Προσπερνάω, κατεβαίνω τα τελευταία σκαλοπάτια, πιο πολύ χώμα παρά σκαλοπάτια, πριν να βγω στη λεωφόρο που ρέει σχεδόν κυκλικά και χαρούμενα.

Εκτός από μετέωρα, τα δάκρυα του κήπου είναι και άηχα.


Ανυπόγραφο

Εκεί που δεν πιάνει της σιωπής το μελάνι
έλα και βάλε μια υπογραφή
θα χυθεί και θα πάρει το σχήμα της άνοιξης
το κέρινο ομοίωμα που μέσα μου κρυώνει.

 


Ονομα: Στέργιος Φουρκιώτης
Nickname: Duchamp
http://oodada.blogspot.com


Η meΤαΜόρφωση

ψαύοντας τους γκρίζους ιστούς
στο βάθος ενός κρανίου που δεν μου ανήκει
προσφέρω δισταγμούς
στη θέση σκέψεων με ισοτονικά ποτά
για την άτοπη αντιμετώπιση
μιας δίψας που ζεσταίνει
τις γωνίες μιας κυκλικής κατοικίας

η παράδοξη μετριοφροσύνη
της επιβαλλόμενης κάμπιας της μεταφοράς
θα αφηγηθεί το ταξίδι της πεταλούδας
στον μη-τόπο της μεταμόρφωσης

τα δάχτυλα
είναι η βλέννα
στα χείλη της επιστροφής
σχηματίζουν τη σιωπή
ανοίγοντας δρόμο
στο σκοτάδι
των νεκρών λέξεων

η συγγνώμη
χύνει το κρασί της
στο χώμα
των 40 ημερών

τα δόντια
θρυμματίζονται
σε ένα στόμα
που έχει πνιγεί

σάλια της Άνοιξης
οι τρύπες μου αναπνέουν ακόμη
αγκαλιάζω μια κεραία της τηλεόρασης
φωτιά σε σύρμα
το αίμα μου

είναι δικό σας


Τι κάνει η καρδιά σου όταν κρυώνει;

τώρα Εδώ δεν είναι κανείς
αν όμως ήταν
τι θα εύρισκες να πεις;

η ακινησία είναι διεργασία μαγική
όπως όταν κλείνεις τα μάτια
πίσω από τα βλέφαρα ανάβουν φωτιές
η ιστορία ενός εγκατεστημένου ηλίθιου

σπρώχνεις στο κενό για να χωρέσεις
φωνάζεις στον ήχο της επιστροφής
επαναλαμβάνεις την διαδικασία της τροφής
μέχρι επιτέλους να πέσεις

κάνει κρύο όταν κρυώνεις
χέρια γυμνά
τον ουρανό αγγίζουν
κάνει κρύο όταν κρυώνεις

θα σχοινοβατείς
επειδή είναι ζωή
ζωή στο σχοινί
έως να κρεμαστείς
από ό,τι πληγώνεις

άνοιξη στο ασφαλισμένο σου παντελόνι
ο σκύλος σου ζωγραφίζει έναν ζωγράφο
αλήθεια
τι κάνει η καρδιά σου
όταν κρυώνει;


Η αποτυχία της μοναξιάς

είναι νύχτα;/μήπως έχω τα μάτια μου κλειστά;/κάποιος γράφει στην πόρτα μου έναν συριγμό/η σιωπή οδηγεί τα δάχτυλά του/είναι το φως που πασχίζει να διαρρήξει το σκοτάδι μου/η ετερόκλητη αισιοδοξία της ανοησίας/είναι αήτηττη/επενδύει την αδράνεια με το μπλε βελούδο των black lights/έμπλεος από την οργή της τροφής σε σήψη,διαγράφω τη τροχιά του σεληνόφωτος, καθώς συναντώ την αρχική μου θέση/ορίζω το τέλμα μου κι από αυτό δεν θέλω κανείς να με αφαιρέσει/να αποσπάσει τη μοναδική έννοια από την χωρίς έννοια παλινδρόμηση των κλυδωνισμών της διαφήμισης/ως προϊόν, μεταφέρεται η εμπειρία της ύπαρξης, από το ένα πάρτι στο άλλο/είναι η αδημονία της περάτωσης μιας πράξης χωρίς τέλος, που οδηγεί τα μέλη της στη παραφορά της ανθρωποφαγίας/τις σάρκες σου για τις σάρκες μου τώρα, που ό,τι απέμεινε είναι ο εργολάβος της τελετής λήξης της αλληλεγγύης/ο καθένας μόνος,ανάμνηση του εαυτού του, λουφάζει στο κενό της ανυπαρξίας του,λείχοντας εικονικές πληγές, πλαστικά τραύματα στην πλάτη της τόλμης/αφουγκράζομαι την ανατολή καθώς παρατηρώ τη λέξη ουρανός και όλα καταλήγουν στη δύση/από το βαθύ κόκκινο, απόρροια της σύνθλιψης του φλεγόμενου δίσκου στο στεγανό του ορίζοντα, η θέαση καταλήγει σε σέπια παρωδία του διηνεκούς της απώλειας που επιβάλλει ο θάνατος της μυθολογίας/δεν είμαι μόνος όπως εχθές, απόψε, έχω για συντροφιά μου την αποτυχία της μοναξιάς

 


Ονομα: Ελένη Νανοπούλου
Nickname: IndianMist

http://indianmist.blogspot.com


[άτιτλο]
(στον Μάριο)

"σε μαγεμένο νου μεταξωτό υφάδι
κεντώντας και κεντώντας χείλη"


"
Επέστρεφε χρόνε
στα χρυσοδάκτυλα φτερά
και γράφε σπονδή χορδής και δίεσης μισό
το όλον αποτύπωσε αηδονόφωνο φωνήεν
με λυρισμό συμφώνου
ηχόχρωμα σε ακροκεράμου φωνή

τι ανασαιμιά να ιδώ διάφανη την ίριδα σπινθηροβόλο
σπάθη να τέμνει απώλεια ελπίδας

πώς να σου στείλω μύρο που σπα θανή
και ξεστρατίζει λέμβο απ' της Εφύρας έδρα;

στους δακρυφόρους ουρανούς καρφώνεται η μέρα
που είπες
δες την ομορφάδα
και πέρασε απ' τα χρόνια μου αυτό
να με θυμάσαι
στη γη μου που χορτάρι ανθεί όταν τινάζεται αίμα
σαθρό

κι αυτό μόνο ν' αναλογίζεται μπορεί
την ομορφάδα

βγάζω μια μάσκα αστραπής κι ας ουρλιάξει η νύχτα
ντύνω με χέρια από δαδί βροχής
το χρόνο π' απολείπει με βέλη αναστάσιμα
κι εκεί στη έκτη τη σκιά φορώντας σου
την ομορφιά που ζήλεψες κρυφά
διαδέω
στεφάνι πάλλευκο για να τινάζεται ο πόνος

μ' εν' άστρο φέγγει η βροχή

"


[άτιτλο]

"πώς ξεγλιστρά το φως
και μπαίνει η συλλαβή
σε στάση αναμονής"

"
τρύπησα αίμα κι ενέχω συρροή του μηδενός φωνή
κλειστή βροχή
μαδάω στην απόσταση τα πέταλα της σάρκας
ξόρκι η ανάβαση
λιθόστρωτη στιγμή
βήμα το βήμα
κι από την άκρη του σχοινιού
απλώνω τις αισθήσεις
αυτές που έστειλες να ημερέψω
κι εκείνες τις διάφανες ανήσυχες
που στάζουν πάχνη
ακροθιγώς μα όχι αβαθή
σ' εγκλωβισμένο στόμα
αγγίζω εκχύλισμα νωπό
διάβηκε ο λεπτοδείκτης χρόνος
υγροποιούνται στίχοι στο δάκρυο τίποτα

υφαντικό ιστό
να δέσω σε στημόνι τα ύφαλα μαχαίρια
στα στήθη να κοιμίσω την φωτιά
π' αστράφτει τούτη η σιωπή
και εισκομίζω την ώρα της ερήμου
ως ν' αντηχήσει χάραμα
στου νότου μου τη θέρμη

κι έμεινε νύχτα άφωνη
με κλειδωμένο νου
"


[άτιτλο]

"βλέμμα γη
και βλέφαρο
ελάχιστο"

"ντύνομαι νύχτα και διάρκεια θρύψαλο
σφυρηλατώ τη νότα
ανάβαση σε βορινό άκρο γόνατο
μ' αχώ φάλτσο στη γλώσσα
αθροίζω βοές υπόκωφης λέξης
θυμέλαιο στα δάκτυλα που γραμμώνουν
φλέβα χαρτί

αβάσταγη απουσία
κι έστω φιγούρα θολή
που βλέμμα γης και βλέφαρο από χάδι
ποτήρι κρύπτη ποιητή σ' ερεθισμένη ιδέα

βήμα το βήμα γυμνό
στον ψίθυρο του λογισμού σου
μ' ένα κύμα σώμα
κι αλώνι αγκαλιά στο ελάχιστο

στο πάνω μέρος της σκιάς
ψαύω διάγραμμα
ένα τόξο βλέφαρο

αφημένη μνήμη
βυθού υφαντό
διάτρητε πόνε
δαίμονα σάλπισμα
υλικό ονείρου και μέθης διίδρωση
βύθισε το γυμνασμένο βλέμμα
ολόκληρο κόκκινο κρασί
σ' ένστικτο θυσιασμένο αίμα
πλημμυρώ του πλην σου..."

 

Ονομα: Αλέξανδρος Καυκάς
Nickname: Χαμένος στις λέξεις

http://caligo.blogspot.com

Ο σφυγμός του τεχνο-κράτη

Οι αριθμοί διαπερνούν την ζωή μου μετρώντας
προσθέτοντας, πότε αφαιρώντας, σπάνια πολλαπλασιάζοντας,
επιλέγουν˙
αναπνέουν μέσα στο αθέατο μελάνι της ηλεκτρονικής ανυπαρξίας
δείχνουν την αλήθεια,
τη μόνη τετράγωνη αλήθεια με στρογγυλεμένες άκρες και χωρίς χερούλια.
Οι αριθμοί μετρούν τη λύπη σε κλίμακα παρατεταμένη,
μετρούν τις απώλειες σε δείκτη επί τοις εκατό της ανθρωπιάς μας,
οι αριθμοί μετρούν τις ορατές διαστάσεις μιας ύπαρξης σχεδόν απέραντης

Βυθίζουν το χέρι τους βαθιά στην καρδιά μου,
τη βάζουν στη χούφτα της παγκόσμιας ζωής
και τη στύβουν,
της δίνουν ρυθμό,
70 σφυγμοί το λεπτό,
άλλοι 70,
4.200 και μία ώρα μαζί μου περνά,
36.792.000 και ένας χρόνος θα φύγει γελώντας,
μοιάζει ο αγώνας των σφυγμών να κρατηθούν απ' τις στιγμές τόσο μάταιος

Κι όταν δεν έχω τίποτα να πω
οι αριθμοί μετρούν το κενό,
την άδεια υποδοχή της ζωής,
μετρούν αντίστροφα το χρόνο της ζωής
Η αιωνιότητα γεμίζει με αριθμούς τετράγωνους,
με αριθμούς που μέτρησαν το κενό,
το δικό μας στιγμιαίο τίποτα


Το φάντασμα

Περπάτησε πάνω στις πιο αιχμηρές επιφάνειες,
τα πόδια σου να αφήσουν ίχνη απ' τη γενιά σου,
να ξέρει ο δρόμος τα αποτυπώματά σου
Ποιος είσαι με ποιον μοιάζεις,
πώς ισιώνεις το κορμί σου μετά από κάθε ανηφόρα,
πώς κλείνεις τις λέξεις σου, χωρίς τελείες μόνο με αποσιωπητικά
πώς περιμένεις κάθε πρωί να ανατείλει η είδηση ότι ο κόσμος δεν υπάρχει,
γιατί εσύ είσαι απλά μια σκέψη,
είσαι ένα ιδανικό που πρέπει να παλέψει,
είσαι το φάντασμα αυτού που ονομάζεις εαυτό
Οταν τα χέρια σου ξεφλουδίσουν απ' το περπάτημα,
τα πόδια σου θα στα 'χουν κόψει από καιρό,
μη διστάσεις να ονειρευτείς
κι έτσι χαμένος μέσα στο όνειρο
θα 'χεις κερδίσει μια ολόκληρη ζωή

 

«Ενα μυστήριον υπερπλήρες»
ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ, Οκτάνα

Ησυχία,
δίχως λέξεις
μόνο η σιωπή ν' ακούγεται κι απ' το παράθυρο να έρχονται άγνωστοι ήχοι˙
πότε το πέρασμα του λεωφορείου, πότε οι φωνές των φίλων
κι απ' το δωμάτιο μόνο ο ήχος των πλήκτρων και της ανάσας μου

Πόσο καιρό μπορείς να ζήσεις χωρίς να μιλάς;

Η σιωπή σε θρέφει,
τα λόγια ανασαίνουνε μέσα σου
κρυμμένα από τους ήχους
μέσα στο σιωπηλό σούρσιμο της σκέψης
Οι λέξεις
κρέμονται απ' τους τοίχους τις νύχτες που πλαγιάζεις
τις αφήνουμε εκεί,
τα πανωφόρια των στιγμών μας
και μένουμε γυμνοί μπροστά στον εαυτό μας

Κανείς δε χρειάζεται να μάθει,
μόνο η πλάση ξέρει την ώρα της
και την ακολουθεί
ξέρει πότε να σωπαίνει
και πότε να μιλά
και μιλά γλυκά
αποκομμένη απ' τις συμβατικές μας αυταπάτες

Καμιά φορά, πιάνομαι απ' τους ήχους που δε βγάζω μα τους σκέφτομαι
συνήθεια μάλλον˙
κάποτε καταφέρνω να ξεφύγω και σκέφτομαι μόνο με τη σύγχυση του νου˙
δίχως λέξεις
σκέφτομαι την κάθε ασήμαντη στιγμή στο πουθενά
τις ώρες που σε γνώρισα και με γνώρισες κι έτσι έμαθα λίγο καλύτερα εμένα,
τις μέρες που στάζουν ήλιο στο γυρισμένο κεφάλι της ελπίδας
και τότε μπορώ και κλαίω από ανακούφιση

Πόσο καιρό μπορείς να ζήσεις χωρίς να μιλάς;
ρωτάς
κι εγώ στο δείχνω απλά χωρίς να μιλώ...

 


Oνομα: Χρύσα Παπανικολάου
Nickname: XrysFish

http://xrysfish.blogspot.com

Καθόλου φαντασία
Περίεργη η μορφή του...
Κάτω από το φως μικρών κεριών, έδειχνε κόκκινος.
Κάτω από το φως του ήλιου έδειχνε ροζ
Αλλαζε χρώματα και διαθέσεις, όνειρα transformers
Εγινα και εγώ πριγκίπισσα, αλήτισσα...

Σου έφτιαξα βραχιόλι. Με μαύρα κορδόνια και σου είπα ότι αυτό θέλω να κάνω.
Και να φυτεύω ντομάτες να τρώω. Και να είναι πράσινα όλα. Σε ποιο φως γίνεσαι πράσινος σε ρώτησα... Και γέλασες. (δεν κατάλαβες).

Μου έφτιαξες πίτσα ένα βράδυ που είχε κόκκινες ντομάτες και πράσινες πιπεριές. Αυτό δεν αλλάζει. Κάποια στιγμή μας άρεσε και το ίδιο τραγούδι. Ναι κάνω χαζές σκέψεις… Απλά ο χώρος που κινούμαι μου φαίνεται μεγάλος. Όχι άδειος, δεν μου αρέσει αυτή η λέξη. Απλά μεγάλος.

Να ας πούμε τώρα θα ήταν πιο ωραίο το δωμάτιο αν καθόσουν εκεί και χάζευες τα βιβλία μου. Θα μου έκανες και 2-3 ερωτήσεις και θα πέρναγε η ώρα.

Μπορεί να σου έφτιαχνα και άλλο ένα βραχιόλι. Άλλα τώρα έχεις και γύψο στο χέρι και θα γελούσες αν προσπαθούσα να στο δέσω κάπου. Και σίγουρα θα τα κατάφερνα στο αυτί.

Αντικανονικά. Μετά θα βαριόσουν και θα μου έδειχνες μία ακόμα φωτογραφία του σκύλου με το τελευταίο του λάφυρο. Τα γυαλιά σου.

Και τώρα τι κάνεις εκεί. Επρεπε να βάλεις ένα σκασμό χιλιόμετρα. Ναι δεν θα σε δω αφού δεν θες. Δεν θα ψάξω. Ετσι έγραψα κάτι χαζό... Αλλά σήμερα σε σκέφτηκα πάνω από 3 φορές... Και μάλλον θα πετάξω την άδεια καρέκλα και δεν θα σε κατηγορήσω.

Θα μπορούσα, να ξέρεις, να σου φτιάξω ένα όνειρο και να το κρεμάσω στις μέρες σου τις αβέβαιες...

………………………………………………………………………………………………………………………………………….

Ναι τα σεντόνια μου είναι πάντα γαλάζια και οι τοίχοι άσπροι
Το παράθυρο βλέπει τον πεζόδρομο πάρκινγκ
Το πρωί σηκώνομαι στις 6.45 και πίνω πάντα το ίδιο γάλα

Δεν κοιτάζομαι στον καθρέφτη (μόνο για να δω αν έφυγε όλη η οδοντόκρεμα)
Πάντα έχει φύγει όλη. Καμία αλλαγή. Ούτε μία πινελιά.

Το απόγευμα περπατάω 4 χιλιόμετρα δίπλα στη θάλασσα και προγραμματίζω να σκέφτομαι πάντα τα ίδια πράγματα. Τα μικρά και ανώδυνα.

Τα μαλλιά μου μακραίνουν και δεν τα ισιώνω πια. Να μια αλλαγή.

Διαβάζω ακόμα εκείνα τα βιβλία με τα "κομμένα" όπως αποκαλείς τα ποιήματα.

Αγαπημένο χρώμα παραμένει το λευκό, το ψυχρό.
Το ψυγείο έχει πάντα κρασί που δεν πίνω και τυρί light. Αγαπάω ακόμα τη δουλεία μου.

Μόνο που σήμερα ξέρω ότι θα περιμένω τις ευχές σου. Και θα ζήσω αυτό το ένα μοναδικό λεπτό σιωπής, των ευχών που δεν θα έρθουν. Που θα με ξεχάσουν.

Και αύριο θα σηκωθώ θα βάλω πλυντήριο, θα καθαρίσω, θα κάτσω να δω ένα dvd με βρεγμένα μαλλιά και κάπου εκεί θα σε δικαιολογήσω, θα σε συγχωρέσω, θα σε ξεχάσω.


Αϋπνία

...Και πες ότι είναι ένα δωμάτιο η ζωή.

Πάνω δεξιά έχει ένα φεγγάρι, που καμιά φορά βγαίνει βόλτα στη γειτονιά και λέει τα μυστικά μου. Γύρω απ' αυτό έχει γαλάζια αστέρια που βάζουν πλυντήριο τ' άπλυτα της ζωής μας και κάθε πρωί τα φοράμε στους ώμους

έτοιμα να βεβηλωθούν ξανά με πάθος - ανεβαίνοντας στο ρινγκ με γροθιές και αίματα...

...να τα λερώνουμε.

Και να πονάμε πολύ πολύ... Οσο αντέχει να προβάλει η μνήμη.

Στο πάτωμα έχει παπαρούνες, για χρώμα, για χαλί, για να μη θυμάμαι. Ανοιγοκλείνουν τα πέταλά τους σκορπίζοντας ονειρόσκονη - Απ' αυτές που σε κάνουν να έρχεσαι ξανά.

Ξόρκια με λυσάρια και μπόμπες μαγικά φίλτρα.

Μιας περασμένης ζωής μικρά θέλω.

Τώρα βάζω στην κατάψυξη ονειρόσκονη και με μαγνήτη στερεώνω χαρτάκια - να θυμηθώ να σου στείλω...

Και για τοίχους καταρράκτες θάλασσες. Που μια κυλάνε σα μελωδία που αγαπάς και μια σου τραβάνε το αίμα απ' τ αυτιά. Ηχοι αιχμηροί. Λες και σου μοιάζουν.

Σαν τις Παρασκευές και τις Δευτέρες σου

----------------------------------------Σαν το Θεό και το διάολο σου


Και το βράδυ όταν κρυώνω και ανατριχιάζω και αρρωσταίνω και βλέπω

το φεγγάρι να πέφτει να σπάει τα αστέρια να τρώνε τις παπαρούνες

και τις θάλασσες να φτιάχνουν επιφάνειες πάνω από μένα---------------------------------

Θα 'θελα να μου 'χες χαρίσει τη σπηλιά σου τη σπασμένη

-----------------------τη σκοτεινή

---την πέτρινη

να μπω μέσα και να αλλάζουν οι εποχές χωρίς να μ' ακουμπάνε χωρίς να ξέρω

χωρίς να περνάει ο χρόνος παίρνοντας σε

------------------------------ φέρνοντάς σε

 

--- παίρνοντάς σε---------------------------------------------


Sin

2 σώματα λευκά σεντόνια καλύπτονται

H αμαρτία γλιστράει στον ιδρώτα

Ανταλλαγή υγρών 35 λεπτά

Μοιράζομαι κόβομαι λιώνω

Ποτίζω ζωές με βρόμικες νύχτες

Και κανείς δεν καταδικάζεται

Και εγώ δεν φταίω, και εγώ δεν φεύγω

Για 35 λεπτά εκτός ελέγχου

Με κομμένα αυτιά δεν ακούς τα μωρά

Που κλαίνε πίσω απ την πόρτα

Οργασμικά τη νύχτα

Βλέφαρα ανοίγουν
Βλέφαρα κλείνουν
Μηχανικά

Και αντίστροφα μετράω

Την ουσία της ύπαρξης σου

Με τα χείλια μου

Κίνηση κοφτή καρπιαία
Ορίζει τέλος

Και έχει ήδη ξημερώσει

Οταν οι δικαιολογίες

Ψέλνουν επιτάφιο

Στην αφή, τη γεύση και το άρωμα

Της νύχτας που καμία ελπίδα δεν μου φύλαγε.

 

      αρχική σελίδα | ταυτότητα | επικοινωνία | συνδέσεις | προηγούμενα τεύχη | english
Copyright © 2006 e-poema.eu - Όροι Χρήσης
Developed by WeC.O.M.