αφιέρωμα

Αφιερώσεις ποιητών προς τον Στρατή Τσίρκα
Ιστολόγια/blogs
Τρίτη σελίδα
Του Δημήτρη Αθηνάκη




Η ποίηση. Το χέρι. Η οθόνη. Το Διαδίκτυο. Οι ποιητές. Οι αναγνώστες. Μυστικά αλλά όχι ψέματα.
Κάπου στο ηλεκτρονικό σύμπαν φωλιάζουν φωνές φωνασκούσες. Ψάχνουν να βρεθούν μ' ένα(ν) Αλλο που κανείς δεν ξέρει ποιο(ς) να 'ναι. Ή σχεδόν κανείς.

Εδώ. Λίγη ακόμη ποίηση. Ενα ακόμη χέρι. Μια ακόμη οθόνη, αναγνωστική τούτη τη φορά. Το Διαδίκτυο. Δικό τους και δικό μας. Οι θεατές. Οι σχολιαστές. Φανερά κι αληθινά. Εδώ είμαστε.

Βρίσκουμε αυτά που έχουν εφευρεθεί.
Το (.poema..) αγαπά την ποίηση- γι' αυτήν υπάρχει- καθ' οιονδήποτε τρόπο.
Ανακαλύπτουμε, λοιπόν, τούτες τις φωλιασμένες φωνές του διαδικτυακού σύμπαντος και τις "τοποθετούμε" εδώ- φανερά και φωναχτά.

Γιατί κάτι πάντοτε υπάρχει που δεν το ξέρουμε ακόμη.
Καιρός να το μάθουμε.
Σιγά σιγά θα ανακαλύψουμε τούτες φωνές. Επιμένω. Φωνές.
Φωνάξτε.

d.athinakis@gmail.com

 





Ονομα: Ελένη
Nickname: Ποιώ – Ελένη
http://gialeni.blogspot.com/

μοντάζ φαντασίας

Οταν ξυπνώ στον εξώκοσμο
Γράφω όνειρα στην αριστερή παλάμη
Με κάρβουνο ημιθανή αμαρτωλού λιθολόγου
Ζευγολάτης έκδρομος της Καλντέρας
Τις αμφικτιονίες της στίξης συνάσσω
Επί έτη δεκαπέντε αφόρισα
Δυο τρεις εσώκοσμους εφιάλτες
Χαρίστηκα στο ρόδι απλά!
Σφριγηλός ο κόσμος, μια φλούδα αλάτι
Ανυπερθέτως σέρνω αντικριστά
Τη καρέκλα της γονικής παροικίας
Αλλάζω την ψάθα, ψεκάζω με βερνίκι
Τα ίχνη μη σβήσουν
Εκεί θα καθίσει, ξέρεις
Το σκουλικάκι του Μιρό
Σφράγισε τα μάτια, μοντάζ φαντασίας
(2028, Ορίστηκε ο θρόνος)
Εγώ με ένα κάρβουνο - αφή
Τσιμπάω τη ζωή στο μάγουλο
Γέμισε η παλάμη μου, πονάνε οι αρθρώσεις
Ώς το καρπό μαρτυρά το αυλάκι!
Νεότητα, βλαστήμια κι αντιγραφή
Παράνομο σκούρο μάτι με αλυσίδες
Οι ενοχές του ιεροδιδάσκαλου
Στα εξώκοσμα όνειρα της ιστορίας
Σε εποπτεύουν
«Ο βράχος της Σελινίτσας με την ώριμη ελιά
Αριστερή στροφή, λάμψεις δυνητικές
Στο φάρο του Γυθείου, τηλέγραφος μοιρολόι
Στο πλατύσκαλο»
Μάη εσύ, γητευτή
Με τις χρυσές εξωμήτριες ωοθήκες
Ηλιοκοιτίδα του σώματος
Στήσε στο κύμα ορυχεία
Ατελή τα έμβρυα μέλη, ρύμη πενθούν
Μην αναληφθείς...
Στα χείλη της κυρά - Πηνελόπης
Ταρίχευσα έναν παλμό
Μια μονογραφή εξώκοσμη
Κι η σελίδα του ονείρου
Γαρνιτούρα κορυδαλλών
Αλλαξε πλευρό
Τι μηχανεύεσαι, τελειώνει το κάρβουνο!
«2028»

 

οι λέξεις (αδόκιμο)

Οι λέξεις εισβάλουν
Με υπεραστική κλήση φωτός
-Ερύθημα περικάρδιας ανάσας-
Αναφλέγουν τη φραγή της μνήμης
Νοτίζουν τα σεντόνια
Αμπούλες υδροκυάνιο
Εκπλήττουν τα μικρά όνειρα των νόστων
Ασελγούν σε ασπρόρουχα ένοχα
Αλίμενων τραγουδιών

Εφεδρεύουν παγωμένες
Βαμβακερές πλάτρες...
Πρωτόπλαστοι ήχοι, πριονίδι θανάτου
Κοινωνούν στο δισκοπότηρο της λεβάντας
Ζυγώνουν αυχένες αδόκιμων βουνών
Προσευχές στέλνουν με ταχυδρομικούς σάκους
Φεύγουν οι λέξεις, με αντήλιο τη παλάμη
Μοχθούν, επανέρχονται
Πηλός μας, λέξη μας!

Ανάσα μας, κλάμα
Ψευδίζουν οι λέξεις
Aνέφελα ταξίδια στις χώρες του ρω
Αναπείθουν
Ανασκιρτούν
Ωριμάζουν
Πλανεύουν
Αγριμοπούλια οι λέξεις
Θεό Προμηθέα, εμβαπτίζονται έρωτα
Ατσαλώνονται
Δρόμος μας, λέξη μας!

Στερεύουν μελανοδοχεία
Αυστηρά τα πινέλα
Ο λόγος του Μακρυγιάννη
Μαντήλι δεμένο στο λαιμό
Αγώνας!
Αγιες οι λέξεις, δυνατές
Τροχίζουν το χιόνι στα αλώνια
Φεύγουν οι λέξεις, εφορμούν
Ιδρωμένα φωνήεντα
"δεν θα περάσει"
Σχήμα μας, λέξη μας!

Σωπαίνουν, στοχάζονται
Ζυγίζουν τον άνεμο, γραφές σιλικόνης
Ηφαίστεια προσαρτούν, πολλαπλασιάζονται
Αιμοπετάλια στο ρύγχος του ψαριού
Γράφουν οργή στα αμπέλια της θάλασσας
Αδύναμα, νευρώδη τα σύμφωνα
Επινοικιάζουν δωμάτια στο μέλλον
τετράπολις μνεία, δεν σιωπαίνουν
Μνήμη μας, λέξη μας!


ο διασώστης

Θα γράψω για σένα χωρίς να είσαι μαζί μου
Ηρθες καλοντυμένος στο μαγαζί
Να αγοράσεις δυο τόπια λινό ύφασμα
Χάθηκαν... τα πεθαμένα ρετάλια
Του Ανατολικού ζητιάνου;
Δεν απάντησες!
Βούρκωσες το λεπίδι του Μαΐου
Τις ώρες εκείνες που εκπίπτουν
Οι παρενθέσεις των φυλακισμένων παφλασμών
Πλαγιασμένος βρέθηκες πάνω στον σωλήνα
Του ανεμοστρόβιλου.
Ιμάντες μαλλιών και γυάλινα θραύσματα
Από ανώγειες θάλασσες
Στον ίλιγγο χόρευες...
"Απείθαρχο πλοκάμι της αμαρτωλής βάτου"
Δυο τόπια ύφασμα!
Να εφοδιάσεις την γαστέρα της θάλασσας
Με καρπούς κι εγκεφαλικούς οπώρες
Τι να πω;
Εστρεψες το μάτι στην βελόνα του καπελίνου
"Θέλω κι αυτή
Πρέπει να ράψω το σώμα μου
Καθώς και τους ασκούς"
Παρέλυσε το βλέμμα να ατενίζει
Τα αποσαθρωμένα νεογνά μάτια σου

Θα γράψω για σένα χωρίς να είσαι μαζί μου
Στο παραλιακό δρόμο περπατάς
Σέρνοντας ένα ξύλινο καροτσάκι
Σε χαιρετάνε, δεν μιλάς
Με ένα χωνί αναζητάς τη κιβωτό
Με τoυς εξόριστους διασώστες
Της Κυανής εκστρατείας.
Υγρές νηρηίδες
Νότισαν με αρμύρα το καροτσάκι σου
Κούρσεψαν ελπίδες, οι καρποί κι οι οπώρες
Ψηλά στο σαπιοκάραβο του Αη Πέτρου
Γέλασε το φανελάκι του μικρού ναύτη
Εντυνε με ρίγες τα άλμπουρα
"Πώς κοκκίνισε ο χρυσός σήμερα"
Αναφώνησες!

Θα γράψω για σένα χωρίς να είσαι μαζί μου
Εφυγε το μεγάλο ποντοπόρο πλοίο
Κουβαλούσε παλιοσίδερα
Και την ογκώδη πυροστιά
Των δικών σου οστών!
Στο μαγαζί, χτύπησε το τηλέφωνο
Ηταν ο Ανατολικός καλοντυμένος Μάης
Με τα βουρκωμένα νεογνά μάτια
Κλείσαμε ραντεβού
Μου παρέδωσε δυο τόπια
Αιγυπτιακή γάζα
Να τυλίξω τα χέρια της θάλασσας
Τα δικά σου χέρια
Δεν Πονάς!

στη μητέρα μου 

 

 

Ονομα: Νίκος Μούρας
Nickname: Snowghoul

http://snowghoul.blogspot.com/

Πραγματικότητα

Νάτο πάλι. Νάτο το περισκόπιο. Αναδύθηκε από τα βάθη και περιστρέφεται για να δει. Για να δει εμάς. Ποιος το κινεί; Ο ερημίτης, ο εξόριστος που με τη βραχνή του φωνή σα να χαιρετάει. Και οι ψίθυροι αυξάνονται μέσα σε κύματα ηχούς.
Δεν έχεις ξεφύγει
Η μοναξιά μέσα στο πλήθος. Το στριφογύρισμα, η βροχή αστεριών, η αλήθεια σε περιτύλιγμα δώρου, όλα χάθηκαν με μια πνοή σιωπής. Καλοδεχούμενο ο, τι σύρει μαζί του το μέλλον. Η ένωση πονάει όταν τη βλέπεις. Πόσο φοβάται την                             αιωνιότητα
Φωτιά μέσα στον πάγο, κίνηση μέσα στην ακινησία. Η θάλασσα ανυψώνεται ως τους κρατήρες της σελήνης και ο βυθός μένει γυμνός, εκτεθειμένος. Κάτι σείεται, αντιδρά, αναρωτιέται.
Κάποια πεποίθηση αρχίζει να λιώνει από τη θέρμη του ήλιου που ανατέλλει από τα βουνά. Αρχαίος, αρχέγονος βασανιστής
Να φοβάσαι, του λέει
Να φοβάσαι
μη ξυπνήσεις ανάποδα κάποια μέρα και βρεθείς να πέφτεις, να βουλιάζεις σε κινούμενη κόκκινη άμμο. Εβηξε, κλότσησε και έφερε αντίρρηση. Πρόσβαλλε τη μνησικακία του λαμπερού τελάλη. Ανάσανε βαθιά και υπερασπίστηκε το κάστρο του.
αλλά τον έπιασαν οι σπασμοί
σπασμοί πανικού
σπασμοί φόβου
πώς;
πώς να ξεχάσει το κύμα
που αντέκρουσε
όταν
έρχεται η θάλασσα
ορμητική
κατά
πάνω
του
;

 

Τυφώνας

Ανάμεσα στις δονήσεις του εγκεφάλου και στη κοσμική σύγχυση αντιλαμβάνεται τη σπειροειδή μορφή της ιστορίας. Δεν έχει τέλος, περιστρέφεται ατέρμονα μα ωστόσο λογχίζει τα σωθικά. Ενας ασύλληπτα μεγάλος φαύλος κύκλος που πάλλεται και εκτοξεύει εναντίον της ίδιας του της γραμμής μικρές γαλάζιες κατάρες. Ενας κουφός και μνησίκακος χρόνος που αρέσκεται να φλερτάρει με την άγνοια και εμείς οι κόκκοι του ανεμοστρόβιλου -μικροί και μεγάλοι- ρουφιόμαστε και διασκορπιζόμαστε με ταχύτητα και τα πρισματικά μας μάτια χύνουν δάκρυα από χιόνι που αναμιγνύονται με τον μαινόμενο τυφώνα κάνοντας τα πάντα να δείχνουν άδεια. Η καταστροφή δεν είναι καταστροφή, έχει απαρνηθεί αυτό το όνομα. Αναβαπτίστηκε στα νερά των αναμνήσεων και πήρε τ’ όνομα
σ    υ    ν    ή    θ    ε    ι    α
Κι εκεί, ξαπλωμένος σαν έντομο πάνω σε φύλλο προσπαθεί να βρει τη ρίζα αυτού του παραλογισμού, αλλά όλα γυρνάνε με μανία σε χορό δαιμονικό και σκόνη καλύπτει τ' άστρα. Μπαίνει στη θάλασσα για να βρει ένα άλλο μονοπάτι μα τα φταρνίσματα του ειδώλου κάνουν και τους καρχαρίες να ντραπούν.
Μια υπέρμετρη σκληρότητα
οι δύο που ήταν ένας
μια   λύτρωση
που έχασε το δρόμο

Αναρριχάται με νύχια και με δόντια στη καταιγίδα. Βασίζεται στην αντοχή των κυνοδόντων του, να μπορούν να μασάν καλά τα πανιά ώστε να φτάσει στους εγκλεισμένους αστερισμούς που λίγοι ξέρουν ποιοι είναι. Να κάνει το ναυάγιο να ταξιδέψει                                              ξανά

 

Καυτή εικόνα

Πόσο
άραγε
μπορεί
ν' αντέξει
ένα τείχος
;

Ξεμείναμε από βενζίνη στην άνυδρη ερημιά και ένα νεύμα από χέρι δηλητηριώδες μας αφήνει κατάχαμα να σπαρταράμε και ν’ αγωνιούμε στα μικρά κλειστοφοβικά μας καβούκια. Οι λάμπες μέσα έσβησαν και απόλυτο σκοτάδι επικρατεί. Η ψευδαίσθηση όρασης αντανακλάται στις λευκές βούλες που οι αυθυποβαλλόμενες  κόρες των ματιών μας νομίζουν πως βλέπουν. Ολόκληρος ο δράκος όμως είναι αόρατος. Γίνεται αντιληπτός δε όταν μου πυρώνει τη καρδιά, δείχνοντας ένα και μόνο πρόσωπο. Όσο αδυνατούσα να το φέρω στη μνήμη μου υπήρχε μόνο πόθος και παράνοια. Αλλά τώρα έπεσα από τ’ αγκάθια στα καρφιά και το φαρμάκι αρχίζει να προσανατολίζεται μέσα στο λαβύρινθο.

 

 

Ονομα: Οδυσσέας Γαληνός-Παπαρούνης
Nickname: Κανένας

http://wres-siwpis.blogspot.com/

Παγωμένος

Ανοιγμένος στην σακούλα μιας αιτίας
αναζήτηση στα μάτια μιας αγίας
Πεσμένος απ' τα αδύνατα ποδάρια
κουδουνίζουν της σιωπής τα κουρδιστάρια
Αφεντικά και δούλοι της αυγής
Πέσανε στης νύχτας το λευκότερο κατώγι
Μίας νυχτιάς πνοή του πληγωμένου δάσους
μιαν ανάσα για να βγεις απ' τη σιωπή του βάθους
σε χάσαν και σε βρήκαν στα ανώγεια
με ένα μπουκάλι κρασί και μια κιθάρα
τραγουδοποιός της γης και των ονείρων
εσύ που χάζευες τις νότες των αγίων

 

Ο ουρανός

Μου πες να δω τον ουρανό σήμερα
το λοιπόν τον είδα
μια γριά στην στάση λέει πως είναι καθαρός
Ψέματα είπε όμως μάτια μου
Σαν τον κοιτώ βλέπω καθρέπτη την ασχήμια μας
στο βάθος κίτρινος απ' αέρια
άσκημος, σκούρος, πηχτός άσκημος
λες πως σε λίγο σαν στους Γαλάτες θα κατέβει και
-μπαμ-
θα μας πλακώσει, θα μας λιώσει
ολάκερος γι' αυτά που του κάναμε
θα πέσει πάνω μας και τ' αστέρια, αχ τα αστέρια
τ' αστέρια θα μας πνίξουν στην στιγμή- λεπτό δεν θα κρατηθούνε
Επειτα είπε η γριά
-Γύρισαν τα πουλιά γιόκα μου.
-δεν γύρισαν μα πάλι φεύγουν
Πάλι ψέματα
φεύγουν μακριά απ' την απληστία, το μίσος
την διχόνοια, τη χαζομάρα μας, τα λάθη μας
φεύγουν μακριά να γλιτώσουν απ' τον πόνο
που τα 'χουμε οδηγήσει εμείς ή άρεια φυλή, η άγρια φυλή
εμείς οι ηλίθιοι με τα σιδερένια πουλιά που μας πάνε βόλτες
Να κι ο ήλιος μάτια μου
φωτίζει τα πάντα και δίνει ζωή μου παν
δεν τον αγαπώ όμως εγώ τον ήλιο
δεν τον αγαπώ εγώ γιατί φωτίζει
μου φανερώνει την αλήθεια μάτια μου
φωτίζοντας μου δείχνει όλα αυτά που γκρινιάζω τόση ώρα
Γι' αυτό και μ' αρέσει το φεγγάρι
γιατί μου κρύβει τις αλήθειες
μου κρύβει όλα αυτά που μου δείχνει ο άκαρδος ήλιος
αυτός ο δυνατός τύπος που αντέχει και τα βλέπει όλα αυτά
γι' αυτό προτιμώ κάποτες να κάθομαι
σ' ένα μακρινό βουνό αποβραδίς και να κοιτάω τα αστέρια
το ξέρω δεν είναι η αλήθεια- φοβάμαι την αλήθεια
μα είναι τόσο όμορφα και ειρηνικά
να μην βλέπεις τα μούτρα μας πως γίναν
Οπότε μην μου ζητάς να δω τον ουρανό
είναι καθρέπτης άτιμος και με πονάει στ' αλήθεια
έλα ένα βράδυ αγκαλιά να δούμε τ’ αστέρια
και τίποτε άλλο πιο αγνό απ' αυτό

 

Ξαφνικά

Ξαφνικά, μπήκες σαν την σκιά των αστεριών
άδραξες το νήμα της αγάπης
και έσβησες, αχ έσβησες
τον πόνο απ' αυτόν τον άδειο χάρτη
σαν την άδεια καρέκλα
μόνη μέσα στον άυλο τόπο της οργής
πόνος έμοιαζε κόπος στο σκοτάδι
έψαχνα άδικα να βρω τον άλλο χάρτη
να μου χαρίσει αυτό το όμορφο πιοτό
και μέσα στα ξενύχτια της μαγείας
αγνάντευε ο ήλιος της αυγής
τα όμορφα παραμυθένια κάστρα της αγάπης
άρματα μάχης να σε δω και το ποθώ
η μελωδία της καρδιάς σου με θολώνει
μου δίνει της ανδρείας την χορδή
να αγγίξω θέλω αυτά τα μονοπάτια
να περπατήσω πλάι σου στην άδεια την ψυχή
και όσο και να τρέχει αυτό το φως στο μεσονύχτι
και ας με κυνηγάει η αλήθεια να το πω
σε θέλω ολόψυχα θα μπω στον κόσμο των νεκρών

 

 

Ονομα & Nickname: Ορέστης Βερμιώτης
http://vermiotis.blogspot.com/

αγκίστρια δίχτυα και αλήθεια

φίλησα στόματα που περίμεναν το αγκίστρι
γι' αυτό με δάγκωσαν με πάθος
αγκάλιασα κορμιά που περίμεναν τα δίχτυα
γι' αυτό μου δόθηκαν με χάρη
κι όταν πόθησα να ψάξω για Ιθάκη
κυνηγημένος μες τα κύματα
έπεφτα πάνω σε κοπάδια λωτοφάγων

μάτια μου εσύ
που σαν αλήθεια γυμνή με ταξιδεύεις
να 'σουν νησί να ναυαγήσω
να ζήσω
δίχως αγκίστρια
δίχως δίχτυα
δίχως κοπάδια

 

Μόνοι

της γης οι μόνοι σε χωριστά κελιά
γεμάτα λάσπη, αίμα, φωτογραφίες, δάκρυα
στάχτες, αυνανισμούς, απαγχονισμένα όνειρα
της γης οι μόνοι είναι εξωγήινοι
που μείναν από καύσιμα
μιλάν παράξενα
φοβούνται θανάσιμα
τα κλειδιά τους σπάνε

Καμιά φορά γράφουνε γράμματα
καμιά φορά ερωτεύονται ανθρώπους
ή την κουβέρτα τους
καμιά φορά γράφουνε ποιήματα
και τα επιστρέφουν στο χάος
καμιά φορά
-της γης οι μόνοι-
χάνονται στο τίποτα
ζεσταίνουνε το θάνατο
γυμνοί κοιμούνται
γυμνοί φοβούνται
φοβούνται θανάσιμα
μιλούν παράξενα
τα κλειδιά τους σπάνε

 

αδέσποτα (φυγές και όνειρα)

αδέσποτα όνειρα με κυριεύουν
άδειες μέρες
άδειοι πόνοι, αυτόφωροι
λέξεις και φυγές χωρίς νόημα

μη πεις τίποτα
μείνε απέναντι
κοίτα το πάτωμα και το καθρεφτάκι σου
ο πονοκέφαλος από το χθεσινό μεθύσι σε φοβάται
παραμένει όμως αδυσώπητος και αειθαλής
μέχρι να τον νικήσεις μ' ένα χάπι
σαν ειρωνεία, σαν ειρήνη
σαν ερημιά του σύμπαντος
και μοναξιά της γης

φυγές αδέσποτες με περιτριγυρίζουν
εκεί που άδειο κενό μυρίζει
φυγές χωρίς νόημα
φυγές που δε σώζουν
εκεί που όλα τα αεροπλάνα
παρακαλούν να γίνουν υποβρύχια
μα δεν έχουν το θάρρος να βουτήξουν

 

      αρχική σελίδα | ταυτότητα | επικοινωνία | συνδέσεις | προηγούμενα τεύχη | english
Copyright © 2006 e-poema.eu - Όροι Χρήσης
Developed by WeC.O.M.