«Οι ποιητές δεν έχουν βιογραφία & το έργο τους
είναι και βιογραφία τους»
Octavio Paz
Ο 19ος αιώνας έμεινε στην Ιστορία ως ο αιώνας της Βιομηχανικής Επανάστασης, των μεγάλων ανακατατάξεων, των ραγδαίων κοινωνικο-οικονομικών αλλαγών. Ηταν όμως και ο αιώνας που σφράγισε την οριστική μετατόπιση του ιστορικού κέντρου: η Μεσόγειος, θάλασσα των πολιτισμών και των μεγάλων θρησκειών, παύει πλέον να βρίσκεται στο επίκεντρο της ιστορίας. Η ιστορία ταξιδεύει στην αρχή βόρεια και αργότερα υπερατλαντικά, στα νέα οικονομικά κέντρα, εκεί που το σφυγμό δίνουν πλέον οι παλμοί των μηχανών.
Ο αιώνας που ακολουθεί, ο εικοστός, εγγράφει στη συλλογική συνείδηση του μεσογειακού κόσμου αυτή την πτώση, την απώλεια. Αναμφισβήτητα, οι πιο χαρακτηριστικές φωνές που αναδύονται μέσα από αυτό το ιστορικό τραύμα είναι ο Κωνσταντίνος Καβάφης και ο Φερνάντο Πεσσόα. Η Αλεξάνδρεια και η Λισαβόνα. Η Αλεξάνδρεια, το πιο ανοικτό λιμάνι στον κόσμο της Μεσογείου, την εποχή που η Μεσόγειος σχεδόν ταυτιζόταν με τον τότε γνωστό κόσμο. Η Λισαβόνα, η πέραν των Ηρακλείων Στηλών έξοδος στον ωκεανό, τότε που η Μεσόγειος μέσω της θαλασσοκράτειρας Πορτογαλίας άνοιγε πανιά για νέους κόσμους. Δύο λιμάνια που λικνίζονταν στην Ιστορία αλλά που στις αρχές του εικοστού αιώνα φάνταζαν βυθισμένα στον βούρκο της Ιστορίας. Χρειαζόταν φαντασία για να διακρίνεις τα μεγαλεία του άλλοτε σ' αυτές τις δύο κλεισμένες στον εαυτό τους πόλεις. Δύο λιμάνια που είχαν γυρίσει την πλάτη στον έξω κόσμο, στραμμένα πλέον στην ενδοχώρα τους.
Σ' αυτούς τους τόπους, με έντονα τα σημάδια της φθοράς και της παρακμής, θα ριζώσουν, θα παλιώσουν μαζί τους, ο Πεσσόα και ο Καβάφης. Αρνούνται αυτοί να εγκαταλείψουν το λίκνο της Ιστορίας, επιλέγουν να μείνουν θεατές, πάνω σε μιαν ακίνητη αποβάθρα και να βλέπουν τον κόσμο να ταξιδεύει
Τα υπερωκεάνεια που μπαίνουν με το πρωί στο λιμάνι
Φέρνουν για μένα
Το χαρούμενο και λυπημένο μυστήριο του ερχομού και της
αναχώρησης
Φέρνουν μνήμες από μακρινές αποβάθρες και άλλες στιγμές
Tης ίδιας ανθρωπότητας σ' άλλα λιμάνια, με τρόπο διαφορετικό.
Ά, η Μεγάλη Αποβάθρα απ' όπου ξεκινήσαμε Πλοία - Εθνη!
Η Μεγάλη Αρχική Αποβάθρα, αιώνια και θεία!
Ά, όλη η αποβάθρα είναι μια νοσταλγία που πέτρωσε!
Πετρωμένος μέσα στη νοσταλγία ο Πορτογάλος, αποχαιρετά τους αιώνες των θαλασσοπόρων και των αποικιών. Πετρωμένος και ο Αλεξανδρινός στον φόβο του καινούργιου, στην απραγματοποίητη επιθυμία
Είπες- «θα πάγω σ' άλλη γη, θα πάγω σ' άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλύτερη από αυτή.»
[...]
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού -μη ελπίζεις-
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Ετσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ' όλη τη γη την χάλασες.
Αυτές οι τόσο ιδιαίτερες φωνές στον χώρο της παγκόσμιας λογοτεχνίας -χωρίς προγόνους και χωρίς μέχρι στιγμής επιγόνους- κινούνται παράλληλα, σ' έναν παρόμοιο ιστορικό περίγυρο αγνοώντας ο ένας την ύπαρξη του άλλου και βέβαια αγνοώντας και ο κόσμος την ύπαρξή τους, εφόσον και για τους δύο η καταξίωση και η διεθνής αναγνώριση ήρθαν μετά θάνατον. Ο Καβάφης, όσο ζει, έχει να παρουσιάσει μερικές δημοσιεύσεις σε περιοδικά και μια εξαιρετικά περιορισμένη κυκλοφορία των ποιημάτων του σε φυλλάδια και τεύχη που τα μοιράζει ο ίδιος σε όποιους θέλει. Το ίδιο και ο Πεσσόα: δημοσιεύσεις σε περιοδικά και μόνο δύο ολοκληρωμένες ποιητικές συλλογές από ένα σύνολο έργου όμως που αγγίζει τις τριάντα χιλιάδες σελίδες, χειρόγραφες και δακτυλόγραφες, που βρέθηκαν μετά τον θάνατό του στο περίφημο μπαούλο.
Εκτός όμως από τον ιστορικό περίγυρο, οι δύο ποιητές μοιράζονται εν πολλοίς και κοινές πορείες ζωής. Μεγαλώνουν και οι δύο στο οικογενειακό περιβάλλον μιας φθίνουσας αριστοκρατίας, σε οικογένειες με κυρίαρχη, καθοριστική την παρουσία της μητέρας - και οι δύο θα χάσουν τον πατέρα τους σε πολύ τρυφερή ηλικία, ο Καβάφης το 1870 όταν ήταν επτά χρόνων, ο Πεσσόα το 1893 στην ηλικία των πέντε ετών. Ο θάνατος θα σημαδέψει ποικιλότροπα τη ζωή και, κατά συνέπεια, το έργο τους. Ο Καβάφης θα δει να πεθαίνουν και τα οκτώ αδέρφια του ενώ ο Πεσσόα θα χάσει τρία αδέρφια πριν προλάβουν να κλείσουν την πρώτη δεκαετία της ζωής τους. Τέλος, ο θάνατος της μητέρας θα είναι και για τους δύο όχι μόνον η απώλεια του πιο αγαπημένου προσώπου αλλά και ο λόγος που «η ζωή παύει να έχει νόημα».
Μετά τον θάνατο του πατέρα η οικογένεια Πεσσόα μεταναστεύει στο Ντέρμπαν της Νότιας Αφρικής, η δε οικογένεια Καβάφη στο Λίβερπουλ κατ' αρχάς και στη συνέχεια στο Λονδίνο. Εκεί θα διδαχτούν την αγγλική γλώσσα που η τέλεια εκμάθησή της θα τους χρησιμεύσει αργότερα και επαγγελματικά. Αλλωστε τα πρώτα ποιητικά σχεδιάσματα θα είναι στην αγγλική γλώσσα. Με την πάροδο του χρόνου όμως θα υιοθετήσουν την ελληνική και την πορτογαλική σαν γλώσσα έκφρασης. «Αλλάζω γλώσσα, δηλαδή αλλάζω πατρίδα» θα πει ο Πεσσόα. Θα συνεχίσουν τις σπουδές τους στο Εμπορικό Κολέγιο του Ντέρμπαν ο Πεσσόα, στο Εμπορικό Λύκειο «Ερμής» ο Καβάφης. Στην εφηβεία θα επιστρέψουν σε Αλεξάνδρεια και Λισαβόνα και θα συνδέσουν το υπόλοιπο τη ζωής τους με αυτές τις πόλεις. Υπάλληλος στο Γραφείο Αρδευσης ο Καβάφης, υπάλληλος σαν μεταφραστής εμπορικής αλληλογραφίας ο Πεσσόα. Μοναχικοί, ιδιόρρυθμοι, ακολουθώντας με συνέπεια μια πορεία εγκλεισμού στη μοναξιά. Στενάζουν κάτω από τις συμβάσεις της εποχής τους χωρίς όμως να επαναστατούν. Η σχέση τους με το άλλο φύλο αρχίζει και τελειώνει στη λατρεία της μητέρας. Εξάλλου ο Καβάφης είναι γνωστός για την ομοφυλοφιλία του, αλλά και ο Πεσσόα θα παραμείνει παρθένος. Για ένα διάστημα ο πλατωνικός του έρωτας για μια νεαρή υπάλληλο, την Οφηλία, το μόνο που θα επιτύχει είναι να πλουτίσει τα κατάλοιπα της αλληλογραφίας του και τίποτα περισσότερο.
Εζησαν τις πόλεις τους, τις μίσησαν και τις αγάπησαν, έγιναν ένα μαζί τους. Ο Πεσσόα από το 1905 που επιστρέφει στη Λισαβόνα, μέχρι τον θάνατό του το 1935 δεν θα την εγκαταλείψει παρά μία φορά: ένα ημερήσιο ταξίδι σε μια πόλη εκατό χιλιόμετρα από τη Λισαβόνα. Θα αλλάξει είκοσι σπίτια όμως, ενώ ο χώρος εργασίας του θα βρίσκεται μόνιμα στις λαϊκές συνοικίες της Κάτω Πόλης ανάμεσα σε μικροεμπορικά, αποθήκες και γραφεία. Ενας «καθιστικός νομάδας» όπως πετυχημένα τον χαρακτήρισε ο βιογράφος του Robert Bréchon. Ο Καβάφης θα καταλήξει το 1907 στο γνωστό διαμέρισμα της οδού Λέψιους αριθ. 10. Ηταν μια παλιά ελληνική συνοικία, κακόφημη όμως στην εποχή του και γι' αυτό την αποκαλούσαν «Μασσαλία». Στο ισόγειο μάλιστα του σπιτιού του λειτουργούσε ένα μπουρδέλο. Ο ίδιος χαριτολογώντας έλεγε «Είμαι το πνεύμα, κάτω από μένα είναι η σάρκα». Αυτό είναι το σπίτι του όμως, αυτή είναι η πόλη που εδώ κατοίκησαν εξαίσιες του σώματος και του πνεύματος απολαύσεις.
Στον Καβάφη αρκεί να θυμηθεί το σώμα για να εξωραΐσει τα πάντα, να τα δει όλα όμορφα. Ο Πεσσόα έχει κι αυτός ανάγκη να θυμηθεί, να ξαναζήσει όχι σαν ένα σώμα, όμως, αλλά μοιρασμένος σε πολλά Εγώ, σε πολλούς εαυτούς
Πάλι σε ξαναβλέπω,
πόλη των παιδικών μου χρόνων φοβερά χαμένη...
πόλη θλιμμένη και εύθυμη, πάλι ονειρεύομαι εδώ...
Εγώ; Είμαι άραγε ο ίδιος εγώ που εδώ έζησα, κι εδώ γύρισα,
κι εδώ ξαναγύρισα και ξαναγύρισα;
Ή είμαστε όλα Εγώ που υπήρξα εδώ ή υπήρξαμε
μια σειρά από χάντρες - όντα δεμένα μ' ένα νήμα - μνήμη,
Ποιος γυρίζει; Ποιος θυμάται; Ποιος νιώθει, τι; Ο πολλαπλός Πεσσόα, αυτή η στρατιά των ετερώνυμων. Μοναδική περίπτωση στα χρονικά της λογοτεχνίας. Οχι ψευδώνυμοι αλλά ετερώνυμοι. Με σάρκα και δική τους υπόσταση. Επινοεί συγγραφείς και ποιητές. Ο καθένας με το δικό του ύφος. Ο Αλβαρο ντε Κάμπος, ναυπηγός το επάγγελμα, ψηλός, γεννημένος στην Tavira το 1890. Οπαδός του φουτουρισμού, ποιητής των μεγάλων συνθετικών ποιημάτων Θαλασσινή Ωδή, Χαιρετισμός στον Walt Whitman, Το Καπνοπωλείο κ.ά. Ο Αλμπέρτο Καέιρο, ένας παγανιστής ποιητής που υποτίθεται ζει στην επαρχία της Πορτογαλίας. Γεννημένος το 1889, τον πεθαίνει το 1915. Μάλιστα στον θάνατό του γράφει επικήδειο στην επιθεώρηση Presença ο άλλος φανταστικός, ο Αλβαρο ντε Κάμπος. Με το όνομα του Αλμπέρτο Καέιρο ο Πεσσόα δημοσιεύει το περίφημο Ο φύλακας των κοπαδιών. Ο λυρικός Ρικάρντο Ρέις, γιατρός, φιλομοναρχικός που αυτοεξορίζεται στη Βραζιλία το 1919 και με το όνομά του ο Πεσσόα δημοσιεύει μια σειρά από Ωδές. Ο Μπερνάρντο Σοάρες, βοηθός λογιστή που γράφει το ατελείωτο Βιβλίο της ανησυχίας. Ο Αγγλος ετερώνυμος Αλεξάντερ Σερτς με τα Σονέτα του. Ο Γάλλος Chevalier de Pas κ.ά.
Εβδομήντα δύο ετερώνυμοι έχουν καταμετρηθεί μέχρι σήμερα, χώρια ο ορθώνυμος Πεσσόα. Υπάρχει τελικά όμως ένας Πεσσόα; Και ποιος είναι αυτός;
Τα αλλεπάλληλα προσωπεία που φορά ο Καβάφης είναι οι μακρινοί συγγενείς των ετερώνυμων του Πεσσόα. Ο Αντόνιο Ταμπούκι είπε για το περίφημο μπαούλο του Πεσσόα: «Ενα μπαούλο γεμάτο ανθρώπους». Ενα τέτοιο μπαούλο είναι και η Ιστορία για τον Αλεξανδρινό: γεμάτο προσωπεία.
Καισαρίων, Αιμιλιανός Μονάη και Αλβαρο ντε Κάμπος, ο ποιητής Τέμεθος ο Αντιοχεύς και Ρικάρντο Ρέις, ο γλύπτης από τα Τύανα και Αλμπέρτο Καέιρο σίγουρα διαφέρουν και βέβαια επωμίστηκαν διαφορετικό φορτίο. Αλλά είναι αυτοί που ταξίδεψαν μέσα στους αιώνες, είναι αυτοί που διέτρεξαν όλα τα μήκη και πλάτη της γης, είναι αυτοί που ηδονικά αφέθηκαν στους ανέμους της ελευθερίας, αυτοί που ξεφτίδια κρέμασαν τα χρηστά ήθη στα ξάρτια του πολιτισμού. Κι όλοι τους ξαμολύθηκαν από μια σκοτεινή κάμαρα κι ένα μίζερο γραφείο κι όλοι τους πορεύτηκαν με τον μισθό υπαλλήλου δύο κατά τα άλλα «καθιστικών νομάδων».
Στην πραγματικότητα, ο καλύτερος τρόπος να ταξιδεύεις είναι το να αισθάνεσαι.
Μια κάμαρα κι ένα γραφείο μπορεί να τα δει κανείς με πολλά μάτια. Χρειάζεται όμως το ενορατικό βλέμμα τυφλού για να δει αυτούς που τα κατοικούν.
Τι κρύβεται λοιπόν πίσω από ένα ζευγάρι μυωπικά γυαλιά; Μήπως τα επινόησαν κι αυτά για να κρύβουν ένα εξαιρετικά πλούσιο και πολυσυλλεκτικό βλέμμα; Μήπως τα Τείχη που κλείσανε κάμαρες και γραφεία ήταν το ανθεκτικό περιτείχισμα των θησαυρών μιας Κιβωτού; Μήπως η στέγνια της καθημερινότητας ήταν το προκάλυμμα μιας οργιώδους ελευθεριότητας;
Τι άλλο είναι η ποίηση παρά η ομολογία
πως η ζωή δεν αρκεί
Ισως αυτά τα λόγια του Πεσσόα να μαρτυρούν την άλλη, την πραγματική ζωή και των δυο τους. Καλύτερα να ονειρεύεσαι παρά να ζεις ειδικά αν μια διαρκής αϋπνία θρέφει το υλικό των ονείρων. Ονειρα που διαπνέονται από μια κοινή αγωνία, όνειρα που συλλαβίζουν τη χαμένη αθωότητα, που κάνουν το κοινό και το ευτελές κάτι μοναδικό και ακριβό. Και δεν είναι μόνο η στόχευση μιας προικισμένης ματιάς που ενώνει τους δύο ποιητές, είναι και η διαδρομή που συχνά χτίζει τα μονοπάτια της στα ίδια χνάρια, με τα ίδια υλικά. Εντυπωσιάζει πολλές φορές αυτή η ταυτότητα αλλά και φανερώνει την κοινή θάλασσα που βρέχει τα ακρογιάλια της ποίησης.
Κλειστά εντός ανθοκομείου
υπό τα υελώματα τ' άνθη ξεχνούν
πως είν' η λάμψις του ηλίου
και πως φυσούν αι αύρ' αι δροσεραί όταν περνούν
Φωνάζει, για να μην αφεθούν στη Λήθη, ο Αλεξανδρινός και απαντά από την άλλη, ο Πορτογάλος
Κακόμοιρα τα λουλούδια στα παρτέρια των κήπων των
ευθυγραμμισμένων.
Μοιάζουν να φοβούνται την αστυνομία...
όμως όμορφα τόσο, που ανθίζουν με τον ίδιο τρόπο
κι έχουν το ίδιο αρχαίο χαμόγελο
που είχαν για την πρώτη ματιά του πρώτου ανθρώπου
που τα είδε να ξεπροβάλλουν και τ' άγγιξε απαλά
για να δει αν μιλούσαν...
Αυτή η Μεγάλη Εσωτερική Θάλασσα στην οποία θαλασσοπορούν αγγίζει κάθε περιοχή της σκέψης τους, ένα ευρύτατο φάσμα στοχασμού. Ελληνικός, κατά δήλωσή του ο Καβάφης, θαυμαστής της ελληνικής παιδείας ο Πεσσόα που τη θεωρεί θεμέλιο λίθο του Δυτικού Πολιτισμού. Ο Λουζιτανός ήταν γνώστης του Winckelmann και των απόψεών του για την αναβίωση του κλασικισμού και αποδεχόταν τη διάκριση που πρότεινε ο Νίτσε περί Απολλώνιου και Διονυσιακού πνεύματος. Ο Ηρόστρατος, Η εκπαίδευση ενός στωικού είναι κάποιοι τίτλοι βιβλίων του Πεσσόα που προσεγγίζουν μέσα από το αρχαιοελληνικό παράδειγμα τα θέματα της υστεροφημίας και της αυτοκτονίας.
Είναι όμως Το Βιβλίο της Ανησυχίας το κατ' εξοχήν έργο αυτού του στοχαστή που διαπραγματεύεται τις σταθερές του όλου έργου του, ποιητικού και φιλοσοφικού. Ήταν έργο ζωής, άρχισε να το γράφει το 1912 και το διέκοψε ο θάνατος το 1935. Σ' αυτό γίνεται φανερή πια η άρνηση των ορίων της πραγματικότητας, η πίστη πως υπάρχει μια κατασκευή της πραγματικότητας που διαμορφώνει και επηρεάζει τη ζωή μας. «Ποτέ δεν αγαπάμε κανέναν. Αγαπάμε αποκλειστικά την εικόνα που διαμορφώνουμε για κάποιον. Αυτό που αγαπάμε είναι μια δική μας κατασκευή, στην ουσία δεν αγαπάμε παρά τον εαυτό μας». Ακούγεται εξαιρετικά κυνικό αλλά ίσως είναι η μόνη πανοπλία που διαθέτει ένας αρνητής της ζωής. Και για αυτό ταυτίζεται απόλυτα με την εξίσου κυνική διαπίστωση του Καβάφη «Αυτό που έχει σημασία για την ευτυχία μας δεν είναι πως μας κρίνουν οι άλλοι, αλλά πως νομίζουμε ότι μας κρίνουν. Η ζωή μας βασίζεται σ' αυτό που φανταζόμαστε και όχι στην πραγματικότητα». Αλλωστε είναι γνωστό πως ο Καβάφης, συχνά, σκηνοθετούσε τη ζωή του. Το σίγουρο είναι πως και τους δύο βασάνιζε το ερώτημα Ζω ή παριστάνω πως ζω;
Πραγματική ή αντίγραφο η ζωή όμως δεν παύει να είναι ένα διάλειμμα. Ο θάνατος είναι απέραντος, αυτός το απόλυτο σκοτάδι και η ζωή κάποιο φως πεπερασμένο, καταδικασμένο να χαθεί.
Τι είμαστε; Πλοία που περνούν το ένα δίπλα στ' άλλο μες στη νύχτα,
Το καθένα με τη ζωή κρεμασμένη στις φωτεινές γραμμές των καταρτιών.
Το καθένα γνωρίζει για τ' άλλο πως εκεί, υπάρχει ζωή, αυτό μοναχά.
Πλοία, φωτεινά περιγράμματα που απομακρύνονται μες στα σκοτάδια
Το καθένα τρεμοπαίζει και διαρκώς μικραίνει στην κάθε πλευρά του
σκοταδιού.
Και απομένει η βουβή νύχτα και το κρύο ν’ ανεβαίνει απ' τη θάλασσα.
Σαν φωτισμένο πλοίο βλέπει τη ζωή ο Πεσσόα - άλλωστε το πλοίο στοιχειώνει την ποίησή του, σαν φως κεριού την βλέπει ο Καβάφης
Του μέλλοντος η μέρες στέκοντ' εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμένα -
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.
Η περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων-
τα πιο κοντά βγάζουν καπνό ακόμη,
κρύα κεριά, λυωμένα, και κυρτά.
Δεν θέλω να τα βλέπω- με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ' αναμένα μου κεριά.
Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.
Τα σβησμένα κεριά τελεύτησαν τη γραμμή τους το 1933 για τον Καβάφη. Λίγο αργότερα, η σκοτεινή θάλασσα θα αγκαλιάσει τον Φερνάντο Πεσσόα, το Νοέμβρη του 1935. Θα τελειώσουν και οι δύο τις μέρες τους στο δωμάτιο κάποιου νοσοκομείου. Εξάλλου το σπίτι ποτέ γι' αυτούς δεν έγινε εστία οικογενειακής θαλπωρής. Ο Καβάφης είχε κάνει τραχειοτομή πριν πεθάνει και είχε χάσει τη φωνή του. Εκτοτε επικοινωνούσε με σημειώματα. Ο Πεσσόα, στο νοσοκομείο ζήτησε χαρτί και μολύβι και άφησε ένα γραπτό σημείωμα: Δεν ξέρω τι θα φέρει το αύριο. Ισως εκείνες τις στιγμές το πεπρωμένο έπαιζε ένα από τα παιχνίδια του σε δύο ανθρώπους που τα γραπτά τους έμελλε να μείνουν. Ξέραν πως η ζωή τους, η πραγματική, ήταν εκεί, καλά φυλαγμένη στις λευκές σελίδες.
Αυτό που δεν ξέραν ήταν πως η Μεγάλη Εσωτερική Θάλασσα, η Μεσόγειος ήταν εν τέλει πολύ μικρή, μια γειτονιά σχεδόν. Αυτή πότισε την πραγματική ζωή. Οσο για την άλλη ζωή... ο Καβάφης είναι αποτρεπτικός
...ίσως δεν αξίζει να καταβληθεί
τόση φροντίς και τόσος κόπος να με μάθουν
Το ίδιο ήθελε και ο Πεσσόα. Γιατί ήξερε πως την πραγματική ζωή την έσωσε τελικά σ’ ένα φτηνό μπαούλο
Αν, μετά το θάνατό μου, θα θέλατε να γράψετε τη βιογραφία μου,
τίποτα πιο απλό.
Υπάρχουν δυο ημερομηνίες μόνο: της γέννησης και του θανάτου μου.
Ανάμεσα στη μια και στην άλλη είναι όλες οι μέρες δικές μου.
(συνέντευξη με τον Στέλιο Χαραλαμπόπουλο)
Σε τι αποσκοπεί η μυθοπλασία στη συγκεκριμένη περίπτωση; Είναι ένα εύρημα που εξυπηρετεί τον παραλληλισμό της εργοβιογραφίας των Καβάφη-Πεσσόα ή αποτελεί μια προφανή επιδίωξη υπόδειξης για τη συνάφεια μεταξύ των ποιητών συνολικότερα;
Τα πολλά κοινά σημεία σύγκλισης στο έργο των δύο ποιητών εξηγούνται εν μέρει και από τις παράλληλες τροχιές που διέγραψαν. Η μυθοπλασία, σίγουρα, προσπαθεί να αναδείξει τους κοινούς τόπους. Προσπαθεί όμως ταυτόχρονα να μην σκεπάσει το διαφορετικό κάτω από το παρόμοιο. Γι' αυτόν τον λόγο άλλωστε ακούγονται τα ποιήματα στη γλώσσα τους. Η ιδιαιτερότητα αναδεικνύεται μέσα από το ηχόχρωμα και την ίδια τη μουσική της γλώσσας ως αντίβαρο σε υπερβολικές ταυτίσεις που πιθανόν να οδηγήσει η αναζήτηση της κοινής θεματικής. Τα θέματα μπορεί να έχουν -και έχουν- συνάφεια, οι δρόμοι όμως που διαλέγει κανείς για να φτάσει σ' αυτά είναι εντελώς ιδιαίτεροι.
Ποια σημεία της ποιητικής των δύο δημιουργών είχατε την πρόθεση να "φωτίσετε" περισσότερο; Τι επιτεύχθηκε ως τελικό αποτέλεσμα ενώπιον του θεατή-αναγνώστη;
Νομίζω πως η σχέση τους με την Ιστορία είναι δεσπόζουσα μέσα στην ταινία. Ο Καβάφης άλλωστε υποστήριζε μετά μανίας πως θα μπορούσε να γράψει και Ιστορία σε αντίθεση με το μυθιστόρημα και το θέατρο για τα οποία πίστευε πως δεν διέθετε τα προσόντα. Η Ιστορία του ευρύτερου Μεσογειακού Χώρου και της Ευρώπης στοιχειώνει το έργο τους. Αρνούνται την παρακμή των πόλεών τους, βυθίζονται στο «προγονικό κλέος» ώστε να στοχαστούν από εκεί το παρόν και να αναδυθούν στη συνέχεια -εξαιρετικά επιφυλακτικοί είναι αλήθεια- στον καιρό τους. Στο δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας θα απαντούσα πως από τις αντιδράσεις των θεατών μέχρι τώρα διαπιστώνω πως λειτουργεί αυτό το «ανολοκλήρωτο ταξίδι» από τον Παλαιό στο Νέο Κόσμο, από το χώρο της Ιστορίας στα νέα κέντρα που διαμορφώνει η εξουσία του χρήματος.
Θεωρείτε αναγκαία την επαναμάγευση του ποιητικού λόγου μέσω της κινηματογραφικής γλώσσας; Μολονότι η συζήτηση αυτή δεν έχει ολοκληρωθεί διεξοδικά και οι γνώμες διίστανται, στη συγκαιρινή εποχή της επιβεβλημένης εικόνας, ωφελείται η ποίηση βρίσκοντας νέες διόδους διείσδυσης-επίδρασης στον σύγχρονο άνθρωπο;
Σε καμία περίπτωση δεν εικονοποιώ την ποίηση γιατί η ποίηση δεν εικονοποιείται και γιατί κάτι τέτοιο θα την «περιόριζε» εξαιρετικά. Σε καμία περίπτωση επίσης δεν λέω πως αυτή η ταινία είναι ο Καβάφης ή ο Πεσσόα ή και τα Ημερολόγια Καταστρώματος, Γιώργος Σεφέρης πως είναι ο Σεφέρης. Είναι κάτι που εισπράττω εγώ -ακόμα και σαν προϊόν παρανάγνωσης- και προσπαθώ να διαπραγματευτώ με τα εκφραστικά μέσα του κινηματογράφου. Θα ήταν αστείο να ισχυριστεί κανείς πως τα δέκα αποσπάσματα ποιημάτων του Πεσσόα που ακούγονται στην ταινία -από τις 27.000 σελίδες του έργου του- έχουν καλύψει το έργο του. Νύξεις δίνονται και ερεθίσματα για τα περαιτέρω. Νομίζω πως η ποίηση δεν έχει ανάγκη την επαναμάγευσή της μέσω του κινηματογράφου αλλά θα ήταν κέρδος και για τους δύο αν η γλώσσα του κινηματογράφου κατάφερνε να αρθρώσει τη δική της ποίηση.