αφιέρωμα

Βαρκελώνη: el prostíbulo poético
Τάσος Δενέγρης
Οι «γενεαλογικοί» άξονες της ποίησής του
Βίκτωρ Ιβάνοβιτς




Ο Τάσος Δενέγρης (1934-2009) γεννήθηκε στην Αθήνα, με απώτερες ρίζες από τη Ζάκυνθο. Σπούδασε κινηματογραφία στην Cinecittà της Ρώμης και δραστηριοποιήθηκε στον χώρο του σινεμά ως σκηνοθέτης και ηθοποιός. Εργάσθηκε επίσης στη Γενική Γραμματεία Τύπου και, όψιμα, στην ανωτάτη παιδεία, διδάσκοντας λογοτεχνική μετάφραση σε σχετικό μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Πανεπιστημίου Αθηνών1. Κυρίως όμως, με επτά ποιητικές συλλογές2 και ένα πλούσιο και ποιοτικό μεταφραστικό έργο3 στο ενεργητικό του, ο Τ. Δενέγρης υπήρξε ένας επαγγελματίας λογοτέχνης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται στην Ελλάδα: στενότητες και θυσίες ζώντος του συγγραφέως, δυσχέρειες για τους μετέπειτα μελετητές του. Ενώ, δηλαδή, πρόκειται ομολογουμένως για έναν από τους επιφανέστερους ποιητές του ύστερου 20ού αιώνα, η όποια απόπειρα ένταξης και κατάταξής του στο υφιστάμενο ιστορικοφιλολογικό σχήμα της εποχής αποδεικνύεται, παραδόξως, αφάνταστα δύσκολη.

Θα έλεγα ότι γι' αυτό ευθύνεται πρωτίστως το σχήμα το ίδιο. Με το έλλειμμα θεωρίας που την διακρίνει, η ιστοριογραφία της ελληνικής λογοτεχνίας έχει υιοθετήσει αβασάνιστα την κατά γενεές περιοδοποίηση του αντικειμένου της. Δεν μπήκε όμως στον κόπο να διευκρινίσει εάν εκλαμβάνει τη "γενεά" με τη βιολογική σημασία της λέξεως ή με κάποιαν άλλη, πόσο διαρκούν και με τι ρυθμό αλληλοδιαδέχονται οι σχετικές περίοδοι. Ούτε φαίνεται να υποψιάζεται ότι στην Ευρώπη πάει καιρός που υπάρχει μια συγκροτημένη γενεαλογική μέθοδος, η οποία θεμελιώθηκε ιστορικά από τον Γερμανό Julius Petersen και φιλοσοφικά, από τον Ισπανό José Ortega y Gasset. Αντ' αυτού, καθ' ημάς επικρατεί, όπως πάντα, η προχειρότητα και η σύγχυση: η «Γενιά του Δημοτικισμού» (1880), για παράδειγμα, ορίζεται με κριτήριο ένα πολιτιστικό αίτημα (το «γλωσσικό»), ενώ εκείνη «της αμφισβήτησης» (1970), με άξονα την ψυχοϋπαρξιακή στάση των μελών της˙ οι γενιές «του '20», «του '30», «του '80» ή «του '90» υπονοούν αλλαγές φρουράς (και φουρνιάς) ανά δεκαετία, ενώ οι λεγόμενες «Πρώτη» και «Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά» προτάσσουν την, επιστημολογικά ύποπτη, επικάλυψη πνευματικής και πολιτικής ιστορίας.

Ταιριάζει άραγε αυτό το σχήμα στον Τ. Δενέγρη; Σε έναν ποιητή, δηλαδή, τον οποίον υποτίθεται ότι θα έπρεπε να κατατάξουμε στη «Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά» - αφού τα πρώιμα ποιήματά του χρονολογούνται στις αρχές της δεκαετίας του '50 -, που όμως αναβάλλει το ντεμπούτο του για μίαν ολόκληρη δεκαετία - όταν και συμμετέχει στην επανίδρυση της ελληνικής Πρωτοπορίας από την ομάδα Πάλι4 -, ενώ το πρώτο του βιβλίο εκδίδεται το 1975 - την εποχή της «Γενιάς της αμφισβήτησης» - και, τέλος, που η τελευταία φάση της δημιουργίας του παρουσιάζει ορισμένα χαρακτηριστικά του Μεταμοντερνισμού, στο τέλος της χιλιετίας; Προφανώς όχι. Διότι η σχέση της Ποίησης με τον χρόνο αποδεικνύεται πιο περίπλοκη από τη γραμμική χρονολογία, στην οποίαν αβασάνιστα την εντάσσουν οι φιλόλογοι.

Oπως το προσωπικό ύφος συνδυάζει διάφορα ιδιωματικά συστατικά σε ένα υφογλωσσικό «κοκτέιλ» του οποίου τη συνταγή ο ποιητής είναι ο μόνον που γνωρίζει, έτσι και η «γενεαλογική» υπόστασή του συγκεντρώνει τα γνωρίσματα πολλαπλών γενεών σε ένα κράμα μοναδικό. Ο εσώτερος μηχανισμός παρομοίων συνθέσεων έχει να κάνει με τον τρόπο διαχείρισης της εκάστοτε κληρονομιάς. Ο Harold Bloom λ.χ. αναφέρει εν προκειμένω ότι οι ποιητές διακατέχονται από το «άγχος της επιδράσεως», που τους ωθεί σε αγωνιώδεις «παραναγνώσεις», μέσα από τις οποίες προσπαθούν να εξαφανίσουν κάθε ίχνος οφειλής προς τους προγόνους τους. Προσωπικά πιστεύω, πάλι, ότι η επίδραση δεν προσεγγίζεται μόνον επιθετικά και ανταγωνιστικά, αλλά επίσης δια της «γοητείας», με σκοπό να την προσεταιρισθεί ο καλλιτέχνης και να την ενσωματώσει στο οικείο δημιουργικό εγχείρημα. Οπως και να 'χει το πράγμα, η ιστορική παρουσία του ποιητή συνιστά πρόκληση για την Ιστορία αυτή καθεαυτή, αφού, καθυποτάσσοντας την «γενεαλογία», τείνει να εμφανισθεί ως γεγονός παρθενι-κό και ανεπανάληπτο.

Τούτων λεχθέντων, προτίθεμαι εν συνεχεία να εξετάσω αναλυτικότερα τρεις «γενεαλογικές» αφετηρίες και τρεις άξονες γύρω από τους οποίους οργανώνεται η ποιητική του Τ. Δενέγρη.

1.- Κατ' αρχάς, σε ορισμένα ποιήματά του εντοπίζω μίαν ατμόσφαιρα - ας την πούμε υστεροσυμβολιστική -, με εγχώρια αναφορά στον «καρυωτακισμό» της δεκαετίας του '20, που τόσο άδικα αντιμετωπίστηκε από τους ποιητές της επομένης, την ίδια στιγμή που οι ίδιοι αντλούσαν από τον, καθ' όλα αντίστοιχο, αυτοκριτικό Συμβολισμό του Laforgue. Αντιθέτως ο Τ. Δενέγρης αξιολογεί (και αξιοποιεί) δεόντως το λεπτό καρυωτακικό μείγμα «ελεγείας και σάτιρας», αλλά και την ειρωνική συμπόνια των πραγμάτων, που ενώ παρηγορούν τον πόνο του ανθρώπου, τον υποβαθμίζουν κιόλας με τη διαχρονικότητά τους:

Ο δεκαετής Λεονάρδος
Τρέχοντας με το ποδήλατο
επεσε κι έγδαρε το γόνυ.

Απέθανε σε φρικτούς πόνους
Η ασθένεια καλείται τέτανος
Οκτώ σειρές στην Εθνική Εγκυκλοπαίδεια.

Ο μικρός Λεονάρδος πρέπει να είχε πολλή μοναξιά
Αν κρίνει κανείς πως οι φίλοι του
Ηταν ο πεθαμένος του παππούς
Τον οποίον εγνώριζε από αφηγήσεις
Κι εκείνο το κοκκινόχρωμο ποδήλατο.

Απ' τους τρεις μένει μόνο το ποδήλατο
Κλεισμένο σε σκοτεινή αποθήκη
Ανάμεσα σε φωτογραφίες παλαιστών
Και σκουριασμένα είδη ψαρικής.
  («Το παράδειγμα του Λεονάρδου»,
Θάνατος στην Πλατεία Κάνιγγος, 1975).

Αλλού πάλι, ο ποιητής στήνει ένα σενάριο προστατευτικού εγκλεισμού, ικανό να εξορκίσει τη χαρακτηριστική αγοραφοβία των συμβολιστών («Κλείστε τα φώτα / Σφαλίστε την πόρτα / Κλειστά τα παραθύρια)5. Εδώ, ο «καρυωτακισμός» διαφαίνεται στη διαλεκτική λειτουργία της ρίμας: ναι μεν η ηχητική ποιότητά της ικανοποιεί το ζητούμενο του Συμβολισμού για προσέγγιση της μουσικής στο πεδίο της ποίησης, πλην όμως η χιουμοριστική σημασιολογία των ομοιοκατάληκτων λέξεων υπονομεύει κάθε ποιητικότητα (π.χ. «Κλειστά τα παραθύρια / Κι ανοίχτε το ραδιόφωνο που παίζει εμβατήρια» ή «Φέρτε στους τοίχους και βάλτε κρέπια [...] Εμείς θα φάμε ψάρια με τα λέπια»).

Στα προηγούμενα δείγματα - και σε άλλα παρόμοια -, ο Τ. Δενέγρης ανοίγει διάλογο με το βαθύτερο modus operandi του Καρυωτάκη, μακράν οιασδήποτε απομίμησης της επιφανειακής τεχνοτροπίας του. Κάτι τέτοιο αποδεικνύει τη δημιουργική αφομοίωση του προγονικού διδάγματος, την πλήρη τιθάσευση του «άγχους της επιδράσεως». Αυτό άλλωστε εξηγεί το πώς ένα «γενεαλογικό» στοιχείο, που εμφανίζεται στο πρώιμο έργο του Τ. Δενέγρη, το διανύει σε όλη την έκτασή του. Για να πεισθούμε αρκεί να ανατρέξουμε λ. χ. στον «Επιτάφιο για τον μισητό φονιά Ντουφτ» (από Το πνεύμα της άμυνας, 1999), μια αποστασιοποιημένη μπαλάντα στον τόνο που ο Καρυωτάκης είχε επινοήσει για τον δικό του «Μιχαλιό». Ή ακόμη στο «Ελεγείο» - με άρωμα δημοτικού τραγουδιού - «για την πτώση της Βασιλεύουσας» (από τον κύκλο Μιλάει ο αγριόχοιρος, 2009), όπου, στην ίδια κατεύθυνση, ο ποιητής υπερβαίνει κατά πολύ την όποια «επιδρασιακή» αφορμή, αφού κινητοποιεί τους αφηγηματικούς μηχανισμούς ερήμην κάθε αφηγηματικού υλικού6.

Θα τολμούσα να υποστηρίξω ότι το ήθος και το ύφος του «καρυωτακισμού» του Τ. Δενέγρη θυμίζει τολμηρότατους πειραματισμούς στη ζωγραφική, όπως όταν για παράδειγμα ο Picasso παραλλάσσει σε δικά του συμφραζόμενα τις Meninas του Velázquez.

2. Κατά καιρούς γίνεται επίσης λόγος για την υποτιθέμενη εκλεκτική συγγένεια του ποιητή με τους beatniks. Υπέρ της υποθέσεως αυτής συνηγορεί το γεγονός ότι, στην Ελλάδα, η ηλικιακή ομάδα στην οποίαν ανήκει ο Τ. Δενέγρης όντως εισέπραξε ορισμένες μορφικές επιδράσεις της Beat Generation˙ επίσης, ότι χαρακτηριστικά περιεχόμενά της ποίησής της (όπως ακούγονται λ.χ. στο εμβληματικό Howl του Allen Ginsberg), θα ταίριαζαν ενδεχομένως στην περίφημη «αμφισβήτηση» που την έκανε λάβαρό της η Γενιά του '70 (στης οποίας την επικράτεια εμπίπτουν - χρονολογικά και μόνον - τα πρώτα βιβλία του Τ. Δενέγρη).

Εύκολα θα αντιληφθούμε ωστόσο ότι παρόμοια «επιχειρήματα» δεν είναι παρά petiones principii, άνευ άλλου ερείσματος από την πλημμελή χρήση του γενεαλογικού κριτηρίου στην ελληνική λογοτεχνική ιστορία. Εξάλλου, η ευαισθησία του δικού μας ποιητή είναι ό,τι πιο αντίθετο μπορεί να φανταστεί ένας απροκατάληπτος αναγνώστης, προς την οργή και τη βιαιότητα των Αμερικανών

Παρά ταύτα, ανατρέχοντας στη «δική μου» βιβλιογραφία, δηλαδή στα θεωρητικά εκείνα έργα που με βοήθησαν περισσότερο από οποιαδήποτε άλλα να αποκτήσω μια σαφή και ολοκληρωμένη ιδέα της νεώτερης ή «μοντέρνας» ποίησης, ανακαλύπτω μία συγγένεια τυπολογική, ή μάλλον λειτουργική, υπό την έννοια της αναλογικής λειτουργίας δύο διαφορετικών ιστορικολογοτεχνικών συμφραζομένων.

Συγκεκριμένα, στο εύστοχο πόνημα Los hijos del limo («Τα τέκνα του πηλού», 1974) του Octavio Paz, βρίσκω την ιδέα ότι η Beat Generation έπαιξε ετεροχρονισμένα - δηλαδή μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο - τον ρόλο της avant-garde, που τα αγγλοσαξονικά γράμματα δεν είχαν γνωρίσει την περίοδο του Μεσοπολέμου. Κατά κοινή ομολογία, ο αγγλοσαξονικός High Modernism - όπως τον διαμόρφωσαν οι Eliot, Pound, Hulme κ.ά. - υπήρξε μια classical revival, η οποία στόχον είχε να γεφυρώσει το ρήγμα που είχε ανοίξει η Μεταρρύθμιση ανάμεσα στον αγγλόφωνο πολιτισμό και στην ελληνορρωμαϊκή κληρονομιά της Ρωμαιοκαθολικής Ευρώπης. Εναντίον του ανακτηθέντος «κλασικισμού» του Μεγάλου Μοντερνισμού, αντιδρά λοιπόν η Beat Generation, επαναλαμβάνοντας (τρόπον τινά) τις χειρονομίες της μεσοπολεμικής Πρωτοπορίας. Ως εκ τούτου, διατείνεται ο Paz, οι beat επιδράσεις σε χώρες που είχαν γνωρίσει την ιστορική avant-garde φαντάζουν ελαφρώς ταυτολογικές.

Το ίδιο και στην Ελλάδα, με τη διαφορά ότι η ελληνική Πρωτοπορία του Μεσοπολέμου7 δεν λειτούργησε αυτόνομα, αλλά ενσωματωμένη στον ευρύτερο μοντερνισμό της Γενιάς του '30, στον οποίον ο Σεφέρης (ως ιθύνων νους της εν λόγω γενιάς) έδωσε κλασικίζον στίγμα, κατά το παράδειγμα των Eliot και Pound. Οι δε εκπρόσωποι της ιστορικολογοτεχνικής φάσεως που κορυφώνεται το πρώτο μισό της δεκαετίας του '70 - μεταξύ αυτών και ο Τ. Δενέγρης - αναλαμβάνουν το έργο της αυτονόμησης και ολοκλήρωσης της ελληνικής Πρωτοπορίας. Αναφέρομαι κυρίως στην ομάδα νεαρών τότε λογοτεχνών η οποία συγκροτήθηκε γύρω από το περιοδικό Πάλι8.

Δεν θα σκιαγραφήσω εδώ την ιστορία της συγκεκριμένης ομάδας (η οποία άλλωστε είναι λίγο-πολύ γνωστή), ούτε εκείνη των δραστηριοτήτων του Τάσου Δενέγρη στο πλαίσιό της. Αυτό που θέλω να τονίσω είναι ότι, μαζί με το Πάλι - και λόγω της συμμετοχής του στο Πάλι - ο Τ. Δενέγρης ανήκει (ή ανήκε στα πρώτα του βήματα) σε μίαν όψιμη avant-garde που, για τις ανάγκες του ελληνικού context, επαναλαμβάνει - αλλά και αποσαφηνίζει - το προφίλ της μεσοπολεμικής. Είναι αυτή η ιστορικολογοτεχνική θέση, και όχι τα δομικά και υφολογικά χαρακτηριστικά της γραφής του, που αποτελεί, κατά την αντίληψή μου, τη μόνη θεωρητική σκοπιά η οποία θα στήριζε κάποιον παραλληλισμό του δικού μας ποιητή με την Beat Generation.

Κατά τα άλλα, το επαναλαμβάνω, η υπαρξιακή και η αισθητική διάθεση των beatniks (αν δεν απατώμαι, εκ του ρήματος to beat = "δέρνω") διαφέρουν άρδην από τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά της ποίησης του Τ. Δενέγρη. Εκτός εάν, πάλι, προσχωρήσουμε στη μεταφορική ερμηνεία που ο Ανδρέας Εμπειρίκος, με τη χαρακτηριστική γενναιοδωρία του, προσέδωσε στους Αμερικανούς ποιητές, όταν (στο ομότιτλο ποίημα της Οκτάνας) τους ονόμασε «Μπεάτους ή της Μη Συμμορφώσεως Αγγέλους». Υπ' αυτήν την έννοια ο Τ. Δενέγρης είναι ένας beato (δηλαδή "μακάριος", στη θεολογική ορολογία της Εσπερίας). Επίσης εμφορείται σε μέγιστο βαθμό από το αγγελικό εκείνο πνεύμα που αισθάνεται κανείς στον Αγιο Φραγκίσκο της Ασίζης και στον beato Jacopone da Todi.

Μόνο που, για έναν σημερινό ποιητή, η βαθύτατη αγάπη των beati για την Πλάση και τα ζωντανά της περνά από την επαναστατημένη «μη συμμόρφωση» με έναν κόσμο ο οποίος πλέον δεν χωρά μια τέτοια αγάπη. Για του λόγου το αληθές παραθέτω εδώ ένα ποίημά του μπεάτου Τάσου, όπου φαίνεται ξεκάθαρα πώς αυτή η αγγελική μη συμμόρφωση έμαθε να καταγγέλλει, με σαρκαστική παρρησία, την «ορφάνια του λόγου» σε έναν κόσμο της απονιάς, της σύγχυσης και της δολιότητας:


Ο λόγος ορφανός από πατέρα
Υπόκειται στην πλάνη
Ή ταχυδρόμος καταντά
Δολίων συμφερόντων

Ο λόγος ορφανός από μητέρα
Είναι στιλπνός
Μπορεί να τον θαυμάσεις
Αλλά δεν έχει σπλάχνα
Και δε σπλαχνίζεται
Και την αγάπη
Ούτε που την οσμίζεται
 («Χωρίς περιστροφές».
  Η κατάσταση των πραγμάτων, 1989).

 
3.- Οπως είδαμε, ο πρώτος άξονας γύρω από τον οποίον άρχισε να δομείται «γενεαλογικά» η ποίηση του Τ. Δενέγρη ήταν υστεροσυμβολιστικής («καρυωτακικής») χροιάς, και ο δεύτερος έφερε το στίγμα της ύστερης, δηλαδή της ετεροχρονισμένης ή ανανεωμένης μεταπολεμικά Πρωτοπορίας9. Η τρίτη λοιπόν «γενεαλογική» συνιστώσα, με την οποίαν έκλεισε - πρόωρα - ο δημιουργικός, αλλά και ο βιωματικός κύκλος του ποιητή, ανήκει στη σφαίρα της ύστερης νεωτερικότητας (πιο γνωστής ως «Μεταμοντέρνισμός»). Η έννοια δεν διακρίνεται για την ιδιαίτερη σαφήνειά της˙ απεναντίας, πάσχει από σημασιολογικό πληθωρισμό, και ως εκ τούτου χρήζει κάποιας διευκρίνισης.

Εάν επί του προκειμένου συμφωνήσουμε σε ένα ελάχιστο αποδεκτό, συγκεκριμένα ότι το μεταμοντέρνο δεν είναι η βάναυση άρνηση του μοντέρνου αλλά η υπέρβασή του, καθώς επίσης ότι Νεωτερισμός στην αισθητική σημαίνει πρωτίστως ειρωνεία, τότε θα πρέπει να κάνουμε δεκτή τη θέση του Octavio Paz, ότι στη λογοτεχνία και στην τέχνη ο Μετανεωτερισμός προβάλλει την αντιστρόφως ανάλογη τάση της μεταειρωνείας. Πολύ απλά, η πρώτη στοχεύει στην αλλοίωση ή και την ανατροπή της καθεστηκυίας αξιακής κλίμακας, και σ' αυτήν την κατεύθυνση προσφεύγει χαρακτηριστικά στην άρνηση δια της καταφάσεως και στην κατάφαση δια της αρνήσεως˙ η δεύτερη «δεν ενδιαφέρεται για την αξία, αλλά για τη λειτουργία των πραγμάτων» και, ως εκ τούτου, αναστέλλει τη λογική της κατάφασης / άρνησης και «θέτει τα αντίθετα σε επικοινωνία μεταξύ τους».

Εχει κανείς την εντύπωση ότι οι εμπνευσμένες θεωρητικές διατυπώσεις του Μεξικανού περιγράφουν τη μεταμοντέρνα διάσταση της ποίησης του Τ. Δενέγρη, ενώ ο τελευταίος μοιάζει ενίοτε να παραλλάσσει, εξίσου εμπνευσμένα, αυτές τις ιδέες σε δικό του, ποιητικό κλειδί. Απόδειξη το ακόλουθο «Απόσταγμα τοπίου»:

Σ' αυτήν του ποιητή την ανημπόρια
Που 'χει συλλάβει
Εξ ολοκλήρου
Την ομορφιά του τοπίου
Αλλά δεν δύναται
Ή και δε θέλει
Με λέξεις να το μεταφέρει
Στο νου και στην καρδιά σας
Υπάρχει κάποιο μεγαλείο.

Οτι ενίκησε
Την πλάνη δηλαδή
Αυτήν που κάνει
Τον κάθε ποιητή να θέλει
Να κερματίσει την Ουσία
Προς όφελος της έπαρσης.

Δόξα στο κόκκινο
Τιμή στο κίτρινο
Που δίνουν ό,τι έχουν και δεν έχουν
Την ώρα που ο ήλιος
Απ' τα δικά μας μάτια πάει να κρυφτεί
 (Η κατάσταση των πραγμάτων, 1989)

- όπου δεν χωρά πια «έπαρση» ούτε «πλάνη», αφ' ης στιγμής ο λόγος του ποιητή εκφράζεται μέσα από τη σιγή του και τα χρώματα του δειλινού έχουν συμφιλιωθεί με το φως που σβήνει.

Προτού ολοκληρώσω θα ήθελα να επισημάνω, δίκην συμπεράσματος, ότι οι «γενεαλογικοί» άξονες τους οποίους, με υπερβολική ίσως σπουδή, ανασκόπησα στην εισήγησή μου, δεν ανταποκρίνονται σε «εποχές» της ποίησης του Τάσου Δενέγρη, αλλά σε κλίμακες της ενιαίας του φωνής. Η τέλεια εναρμόνισή τους είναι εγγύηση πως αυτήν την φωνή θα εξακολουθήσουμε να την ακούμε για πολύ ακόμη, και για πολύ ακόμη θα μας γοητεύει.

 





--------------
1 Eνα φωτεινό επεισόδιο που διαφυλάσσει η μνήμη μου από τη συγκεκριμένη περίοδο (όπου, προς μεγάλη μου χαρά, είχαμε την ευκαιρία να συνεργασθούμε) είναι η διπλωματική εργασία που εκπόνησε ενθουσιώδης όσο και ευφυής φοιτήτρια του εν λόγω προγράμματος, με θέμα τη μεταφραστική ποιητική του Τάσου, σε διάλογο με την καθαρά δημιουργική γραφή του. Σε περίπτωση που η αναδρομή μου πέσει στην αντίληψή της, θα ήθελα να την προτρέψω να «επανεπισκεφθεί» το πόνημά της εκείνο και να επιδιώξει να το δημοσιεύσει, αφού πρόκειται για ένα από τα πιο εύστοχα κριτικά κείμενα τα οποία έτυχε να διαβάσω για το έργο του.

2 Θάνατος στην Πλατεία Κάνιγγος (1975), Το αίμα του λύκου (1978), Θειάφι και αποθέωση (1982), Ακαριαία (συγκεντρωτική, 1985), Η κατάσταση των πραγμάτων (1989), Το πνεύμα της άμυνας (1999) και Μιλάει ο αγριόχοιρος (συγκεντρωτική, 2009). 

3 Από τα αγγλοαμερικανικά, τα γαλλικά, τα ιταλικά και ιδιαίτερα από τα ισπανόφωνα γράμματα.

4 Εξ αυτού του γεγονότος, ο Νάνος Βαλαωρίτης (2003) τον περιλαμβάνει ανάμεσα στους «νεοϋπερρεαλιστές» (χαρακτηρισμός που αποτελεί έμμεση νύξη στη Γενιά του '30).

5 ...αλλά και τις ψυχώσεις της εποχής (καθώς το ποίημα τιτλοφορείται «Ψυχρός πόλεμος»).

6 Δε έχει σημασία πως τα προαναφερθέντα ποιήματα χρονολογούνται το 1979 και το 1972, αντιστοίχως˙ η ένταξή τους στις συγκεκριμένες ποιητικές συλλογές επιβάλλει και το ερμηνευτικό πλαίσιο στο οποίο πρέπει να εξετασθούν.

7 Αναφέρομαι σε ποιητές όπως ο Εμπειρίκος, ο νεαρός Ελύτης, ο Εγγονόπουλος στις πρώτες του ποιητικές συλλογές, και ο Κάλας, κυρίως με τη θεωρητική του αρθρογραφία.

8 …όπου «πρυτάνευε» ο Νάνος Βαλαωρίτης, με την ιδιότητα του «Βενιαμίν της Γενιάς του '30», αλλά και λόγω των διασυνδέσεών του με τον μεταπολεμικό Υπερρεαλισμό και με τον Breton προσωπικά.

9 Παράδειγμα του πρώτου είδους αποτελεί η Beat Generation, και του δεύτερου, η ομάδα Πάλι.

      αρχική σελίδα | ταυτότητα | επικοινωνία | συνδέσεις | προηγούμενα τεύχη | english
Copyright © 2006 e-poema.eu - Όροι Χρήσης
Developed by WeC.O.M.