αφιέρωμα

Τον Ελύτη, τόσο πολύ
Θέατρο:::Ποίηση
Christian Petr, Bernard Marie Koltes, Γιάννης Ρίτσος
Μαίρη Μπαϊρακτάρη




Ποίηση και θέατρο. Δύο τρόποι καλλιτεχνικής έκφρασης που συχνά αλληλοσυμπληρώνονται, βάσει της τεχνικής που χρησιμοποιεί ο εκάστοτε δημιουργός, και αναδεικνύονται σύμφωνα με την οπτική που υιοθετεί ο δέκτης, είτε πρόκειται για τον αναγνώστη-θεατή, είτε για τον σκηνοθέτη και τον ηθοποιό.

Θεατρικοί μονόλογοι με ποιητική χροιά ή εκτενή ποιήματα με αφηγηματική μορφή και λεκτικές επιλογές που διευκολύνουν την προφορική επί σκηνής εκφορά τους μεταφέρουν με δεξιοτεχνία το κοινό σε ένα επινοημένο από τον ποιητή-συγγραφέα περιβάλλον που συνδυάζει το ονειρικό στοιχείο με την πραγματικότητα, τον λυρισμό της ποίησης με τους κανόνες της θεατρικής γραφής.

Από κείμενα με αυστηρή δομή, όπως ο κατ' εξοχήν ποιητικός λόγος της αρχαίας τραγωδίας, ή το έμμετρο ελισαβετιανό θέατρο και η κλασική τραγωδία του 17ου αιώνα, έως το ποιητικό θέατρο του Μεσοπολέμου και τα αφηρημένα δομικά σχήματα της σύγχρονης δραματουργίας, το (.poema..) αφιερώνει σελίδες του σ' ένα πέρασμα από τον ποιητικό στον θεατρικό λόγο και αντιστρόφως με την επιλογή σύντομων αποσπασμάτων, συνοδευόμενων από σχόλια, άρθρα και άλλο υλικό.

 

mbairaktari@gmail.com

 





CHRISTIAN PETR, Κλέφτες ζωής

[...]

«Το Σαράγιεβο δεν είναι πια η πόλη μου. Οι κάτοικοι το εγκατέλειψαν. 
Ηρθαν άλλοι. Η ψυχή τους δεν είναι η δική μου ψυχή».
Η Σάνια είναι μια ξένη
ένας αριθμός στα αρχεία του δημαρχείου, της αστυνομίας, της διοικήσεως
που τον τραβά κανείς τυχαία. ενας αριθμός που πάντα χάνει.
«Η Σάνια δεν ήταν εδώ στον πόλεμο. Πώς τολμά να ρωτά, να ζητά;».
Ο πόνος της ορθώνεται σαν τείχος ενάντια στη συμφιλίωση.
Πού βρίσκεται;
Στο παρελθόν
σ' ένα όνειρο.
Θα αγοράσει το διαμέρισμα στο Σαράγιεβο
γιατί εκεί έμεναν οι γονείς της. Εκεί μεγάλωσε, εκεί ονειρευόταν μεγαλεία.
Το παιδί. Θέλει να δείξει στο παιδί της πού έζησε, πού δεν θα ζήσει εκείνο.
Για το παιδί θέλει να αγοράσει το διαμέρισμα.
Θα πάρει καιρό.
Αγνοούμενοι.
Οι γονείς της είναι αγνοούμενοι. Πρέπει να βρει τη σορό τους
να βρει χρήματα.
Η πόλη είναι διεφθαρμένη
αναίσθητη.
Το παιδί παίζει στον κήπου της πολυκατοικίας.
Πόσων χρόνων είναι;
Δύο.
Πού βρίσκονται;
Στην εξοχή.
Ο διάβολος ήταν καλός επιστάτης εργοταξίου.
Σύμφωνα με τις διαταγές του, κάποιοι λεηλάτησαν, έκλεψαν, τα πάντα, πόρτες, παράθυρα, το ξύλινο δάπεδο, τα κεραμίδια, τα χρησιμοποιημένα ρούχα, τις πρώτες κούκλες
μια ζωή
την αθωότητα.
Κάποιοι τράβηξαν τα ηλεκτρικά καλώδια από τους τοίχους.
Σπίτι διαμελισμένο
δολοφονημένο.
Ποιοι άνθρωποι; [...] Μπορεί κανείς να τους αποκαλεί ανθρώπους;
Περπάτησαν στο αποτύπωμα που άφησαν τα βήματα των γονιών της.
Η Σάνια κοιτάζει την εξοχή τους. Η μνήμη ουρλιάζει μέσα της.
Το ρυάκι βγάζει λυγμούς. Οι λόφοι χαμηλώνουν το κεφάλι. Δεν φέρνουν κοντά τους εχθρούς.
Γι' αυτό τους αγαπά η Σάνια. Τους μισεί γιατί παραμένουν σιωπηλοί.
Είναι αυτοί που δεν μπορούν να ακούσουν το κατηγορώ τους.
Η ηχώ από τις κραυγές της Εμίνα και του Ιρφάν κυκλώνει τον ρημαγμένο κήπο
που αναδύει τη μυρωδιά γιασεμιών.
Ο φράχτης δεν είχε κλαδευτεί.
Αγρίεψε.
«Ο πόλεμος είναι ο εχθρός του κήπου», σκέφτεται η Σάνια.
Η θλίψη της γης τη διαπερνά.
Θα ξεφύγει από αυτή τη δυστυχία
από το μόχθο, τον ατιμώρητα κρυφό, που θα πρέπει να εξαγοράσει.
Πίσω από τα σύννεφα, το μάτι του Θεού έκλεισε για πάντα.
Οι φράουλες δεν έχουν πια άρωμα. Οι πατάτες σαπίζουν στο υπόγειο βασίλειό τους. Ο Ιρφάν και η Εμίνα θα ήθελαν να είναι οι αιώνιοι φύλακές τους.
Το όνειρο της Σάνια πάγωσε. Το βλέμμα της υφαίνει σάβανο.
Πρέπει να δώσει καινούργιο νόημα στα πράγματα.
Το παιδί έπεσε στο ρυάκι. Γελά ασταμάτητα.
Πού βρίσκονται;
Στο Παρίσι.
Βρέχει.
Οχι, δεν βρέχει.
Η Σάνια κλαίει.

[...]

Τι αθλιότητα! Αθλιότητα πέρα από τις λέξεις
ανείπωτη.
Οι άνθρωποι χωρίς πρόσωπο είναι το μίσος της Σάνια, μπορεί να κάνει τα πάντα.
Το παιδί, είναι η ζωή της.
Κατοικεί μέσα της.
Μόνο το παιδί έχει.
Και τον φίλο της και τον Φρανσουά. Της ζήτησε να υποβάλει μήνυση στο Δικαστήριο του Σαράγιεβο,
της Χάγης.
Εκείνη δίστασε. Το έκανε
με τον τρόμο ότι θα άκουγε τους δήμιους, τις μαρτυρίες τους, την υπεράσπισή τους
η λέξη αυτή της προκαλούσε φρίκη.
Πιστεύει στην αδιαφορία των άλλων.
Οι άλλοι...
Τους μίλησε για την ιστορία της
δεν τους μιλά πια γι' αυτό
φοβάται, απορρίπτει τη μάταιη συμπάθειά τους.
...τους έσβησε από τη ζωή της.
Τη φίμωσαν, την ακρωτηρίασαν, τη χώρισαν από τον ίδιο της τον εαυτό.
Οι γονείς της
νεκροί, τόσο νέοι.
«Δεν πρόλαβαν καν να αρρωστήσουν». Σκέφτηκε.
Τι ηλικία έχει;
Τριάντα πέντε.
Το πρόσωπό της;
Με μαύρους κύκλους.
Το μυαλό της;
Χωρισμένο.
Το αίμα της; Λασπωμένο νερό που ξερνάει πτώματα.
Ο ύπνος της, ένα δωμάτιο όπου μοντάρονται
έγχρωμες ταινίες τρόμου.
Τα πλάνα τους, παράθυρα προς τον τόπο των
βασανισμένων.
Το μίσος, εισχωρεί, εξέρχεται, επανέρχεται
σαν κίνηση ερωτικής πράξης.
Εγινε καθήκον της, το μίσος,
δεν ήταν φτιαγμένη να μισεί.

[...]

Η Σάνια ονειρεύεται ερείπια
χαλάσματα
καμένους σκελετούς, κτίρια που έγιναν στάχτη,
τζάμια σπασμένα, παιδιά μέσα στο αίμα.
Πού θα ήθελε να βρίσκεται;
Σε ένα κοιμητήριο.
Δεν έχουν τάφο.
Νεκροί που στερήθηκαν το μέλλον.
Οι γονείς της δεν πέθαναν ακόμη.
Περπατούν, κάθε μέρα, κάθε νύχτα  
μέσα της
έρχονται από τα βάθη του πόνου, του παρελθόντος.
Δεν μπορεί να τους δει
βλέπει μόνο μορφές χωρίς πρόσωπο, χωρίς όνομα
θα ήθελε να τους δει.
Της επιβάλλουν την παρουσία τους.
Να κυριαρχήσει επάνω τους! Να τους σταματήσει!
Ανάπαυση. Ονειρεύεται την ανάπαυση.
Εξαντλημένη, πολύ μετά από την εξάντληση.
Θέλει έναν τάφο.
Να βρει τις σορούς;
Την καλούν στο Σαράγιεβο.
Θα ανοιχτεί ένας λάκκος.
Εκείνη δεν πηγαίνει.
Πηγαίνει.
Να δει τα οστά. Να τα αγκαλιάσει. Να γλείψει
το ξεραμένο αίμα τους. Να τα οδηγήσει στο ύπνο.
Ο κόσμος είναι ένα μαύρο σύννεφο.
Δεν αντέχει άλλο
ξεφωνίζει με τρόμο. Κάθε νύχτα πέφτει
σε μια τρύπα.
Δεν είναι ένοχη.
Ηθελε να ξεθάψει τα λόγια τους, τις κινήσεις τους
να τα φέρει στο παρόν.
Τον κόσμο, τον πνίγει με την άρνησή της
να δεχτεί
να συγχωρήσει
να σωπάσει.
Οι λέξεις της είναι χτυπήματα
στον αέρα.
Πού βρίσκεται;
Στο δρόμο.
Το λιθόστρωτο, θλιμμένο.
Εχει την αδιαφορία των ανθρώπων στο στόμα, στο λαιμό, στην κοιλιά.
Πώς να μισήσει;
Τι να κάνει το μίσος της; Την αγάπη της; Ρωτά. Περιμένει απάντηση.
Ας ερχόταν το τέλος του κόσμου!
Οι άνθρωποι, τι κάνουν;
Δουλεύουν
οδηγούν
βλέπουν τον πόλεμο στο Κόσοβο από την τηλεόραση
είναι υπέρ του πολέμου.
«Οι άνθρωποι είναι άσχημοι, μικροί».
Οχι αυτοί, είναι ο Αλλος, ο κόσμος, η ιστορία του
η ψυχή τους.
Η αέναη απουσία τη θαμπώνει
την τυφλώνει.
Βρίσκεται σε κλουβί. Οι γονείς της είναι τα κάγκελα
τα κάτεργά της
η κρυψώνα της 
το σημείο αναφοράς.
Είναι μια κλεμμένη ύπαρξη
που την αγνοεί ο κόσμος
την αποφεύγει.
Ο πόνος της είναι σκάνδαλο.
«Δεν ντρέπεται καθόλου. Οι γονείς της δεν ήταν καν ήρωες».
Να ξαναχτίσουν. Ακούει να λέγεται ότι πρέπει να ξαναχτίσουν την πόλη, τη χώρα.
Δεν την αφορά.
Δεν χτίζει κανείς πάνω στη λήθη
την ελευθερία για τα τέρατα.
Εκείνη δεν είναι τίποτε.
Είναι εξαιρετική.
Πού βρίσκεται;
Στο σπίτι της.
Μια ατελείωτη μέρα ξεκινά

[...]

(μτφρ.: Μαίρη Μπαϊρακτάρη)
Christian Petr, Κλέφτες ζωής (Voleurs de vie), Le Temps des Cerises, 2001.
 

 

BERNARD MARIE KOLTES, Στη μοναξιά των κάμπων με βαμβάκι

O NΤIΛΕΡ

Αν βαδίζετε έξω, αυτήν την ώρα και σε αυτό το μέρος, είναι επειδή ποθείτε κάτι που δεν έχετε, κι αυτό το κάτι, εγώ, μπορώ να σας το προμηθεύσω˙ γιατί αν βρίσκομαι σ' αυτή τη θέση πολύ πριν από σας και για περισσότερο καιρό από σας κι αν ακόμη η ώρα αυτή που είναι η ώρα των άγριων σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους και στα ζώα δεν με διώχνει από δω, είναι επειδή έχω αυτό που χρειάζεται για να ικανοποιώ τον πόθο που περνά από μπροστά μου και είναι σαν βάρος που πρέπει να το φορτώσω σε οποιονδήποτε, άνθρωπο ή ζώο, που περνά από μπροστά μου.

Γι' αυτό σας πλησιάζω, παρ' όλο που η ώρα αυτή είναι η ώρα που κανονικά ο άνθρωπος και το ζώο ρίχνονται αργά ο ένας πάνω στον άλλο, πλησιάζω, εγώ, εσάς, με τα χέρια ανοιχτά και τις παλάμες στραμμένες προς εσάς, με την ταπεινότητα εκείνου που προτείνει απέναντι σ' εκείνον που αγοράζει, με την ταπεινότητα εκείνου που κατέχει απέναντι σ’ εκείνον που ποθεί˙ και βλέπω τον πόθο σας όπως βλέπουμε ένα φως που ανάβει, ψηλά, σ' ένα παράθυρο κτηρίου, μέσα στο λυκόφως˙ σας πλησιάζω όπως το λυκόφως πλησιάζει το φως, απαλά, ευλαβικά, σχεδόν στοργικά, αφήνοντας κάτω στον δρόμο το ζώο και τον άνθρωπο να δείχνουν ο ένας στον άλλο τα δόντια τους.

Oχι πως μάντεψα αυτό που ίσως ποθείτε, ούτε πως βιάζομαι να το μάθω˙ γιατί ο πόθος του αγοραστή είναι το πιο μελαγχολικό πράγμα που υπάρχει, το ατενίζουμε σαν μικρό μυστικό που το μόνο που ζητά είναι να διεισδύσουμε σ’ αυτό και έχουμε όλον τον χρόνο να διεισδύσουμε˙ σαν δώρο που  μας το προσφέρουν τυλιγμένο και που έχουμε όλον τον χρόνο για να τραβήξουμε την κορδέλα. Αλλά επειδή έχω κι εγώ ο ίδιος ποθήσει, από την εποχή που είμαι σε αυτή τη θέση, όλα όσα κάθε άνθρωπος ή  ζώο μπορεί να ποθήσει αυτή την ώρα του σκότους και που τον κάνουν να βγαίνει από το σπίτι του παρά τα άγρια γρυλίσματα των ανικανοποίητων ζώων και των ανικανοποίητων ανθρώπων˙ να γιατί ξέρω καλύτερα από τον ανήσυχο αγοραστή που κρατά για λίγο ακόμη το μυστήριό του σαν νεαρή παρθένα που αναθρέφεται για να γίνει πόρνη, ότι αυτό που θα μου ζητήσετε το έχω ήδη και ότι σας αρκεί, σε εσάς, χωρίς να νιώθετε πληγωμένος από τη φαινομενική αδικία που υπάρχει στο γεγονός πως είστε ο αιτών απέναντι σ' εκείνον που προτείνει, να μου το ζητήσετε.

Αφού σ' αυτή τη γη δεν υπάρχει πραγματική άλλη αδικία εκτός από την αδικία της ίδιας της γης, που είναι στείρα από το ψύχος ή στείρα από τη ζέστη και σπανίως γόνιμη από το γλυκό μίγμα ψύχους και ζέστης˙ δεν υπάρχει αδικία για όποιον βαδίζει πάνω στο ίδιο κομμάτι γης, υποταγμένο στο ίδιο ψύχος ή στην ίδια ζέστη ή στο ίδιο γλυκό μίγμα και κάθε άνθρωπος ή ζώο που μπορεί να κοιτάξει έναν άλλον άνθρωπο ή ένα άλλο ζώο στα μάτια είναι ισότιμός του γιατί βαδίζουν πάνω στην ίδια λεπτή και επίπεδη γραμμή γεωγραφικού πλάτους, σκλάβοι του ίδιου ψύχους και της ίδιας ζέστης πλούσιοι εξίσου και εξίσου φτωχοί˙ και το μόνο σύνορο που υπάρχει είναι εκείνο που βρίσκεται ανάμεσα στον αγοραστή και στον πωλητή, αλλά αβέβαιο, αφού και οι δύο κατέχουν τον πόθο και το αντικείμενο του πόθου, ταυτόχρονα εσοχή και προεξοχή, με ακόμη λιγότερη αδικία από το να 'ναι κανείς αρσενικό ή θηλυκό μεταξύ των ανθρώπων ή των ζώων. Γι' αυτό δανείζομαι προσωρινά την ταπεινότητα και σας δανείζω την αλαζονεία, για να μας ξεχωρίζουν τον έναν από τον άλλο αυτήν την ώρα που είναι αναπόφευκτα η ίδια για σας και για μένα.

Πείτε μου λοιπόν, παρθένα μελαγχολική, τη στιγμή αυτή που γρυλίζουν υπόκωφα άνθρωποι και ζώα, πείτε μου τι είναι αυτό που επιθυμείτε και που μπορώ να σας προμηθεύσω και θα σας το προμηθεύσω απαλά, σχεδόν ευλαβικά, στοργικά ίσως˙ έπειτα, αφού θα έχουμε γεμίσει τις εσοχές και ισοπεδώσει τα όρη μέσα μας, θα απομακρυνθούμε ο ένας από τον άλλον, ισορροπώντας στη λεπτή και επίπεδη κλωστή του γεωγραφικού μας πλάτους, ικανοποιημένοι ανάμεσα στους ανθρώπους τους ανικανοποίητους που είναι άνθρωποι και στα ζώα τα ανικανοποίητα που είναι ζώα˙μην μου ζητάτε όμως να μαντέψω τον πόθο σας˙ θα ήμουν υποχρεωμένος να απαριθμήσω όλα μου τα υπάρχοντα για να ικανοποιώ εκείνους που περνούν από μπροστά μου από τότε που βρίσκομαι εδώ και ο χρόνος που θα ήταν απαραίτητος γι' αυτή την απαρίθμηση θα μου στέγνωνε την καρδιά και θα κούραζε ίσως την ελπίδα σας. 

O ΠΕΛΑΤΗΣ

Δεν βαδίζω σε ορισμένο μέρος και μια ορισμένη ώρα˙ απλώς βαδίζω, πηγαίνοντας από το ένα σημείο στο άλλο, για ιδιωτικές υποθέσεις που διεξάγονται στα σημεία αυτά και όχι κατά τη διαδρομή˙δεν γνωρίζω κανένα λυκόφως ούτε κανένα είδος πόθων και θέλω να αγνοώ τα ατυχήματα της διαδρομής μου˙πήγαινα από εκείνο το φωτισμένο παράθυρο, πίσω μου, εκεί πάνω, σε κείνο το άλλο φωτισμένο παράθυρο, εκεί κάτω μπροστά μου, σύμφωνα με μια τέλεια ευθεία που περνά μέσα από σας γιατί έχετε αποφασιστικά τοποθετηθεί εκεί. Ομως δεν υπάρχει μέσον που να επιτρέπει σε όποιον μεταβαίνει από το ένα ύψος στο άλλο να αποφύγει την κάθοδο προκειμένου να ανεβεί μετά, με το παράλογο δύο κινήσεων που ακυρώνουν η μια την άλλη και τον κίνδυνο, ανάμεσα στις δύο, να συντρίψει σε κάθε βήμα τα σκουπίδια που ρίχνουν από τα παράθυρα˙ όσο πιο ψηλά μένει κανείς τόσο πιο υγιής είναι ο χώρος, τόσο όμως η πτώση είναι πιο σκληρή˙και μόλις ο ανελκυστήρας σας κατεβάσει, σας καταδικάζει να περπατήσετε ανάμεσα σε όλα όσα δεν θέλετε εκεί πάνω, ανάμεσα σε έναν σωρό αναμνήσεων που σαπίζουν, όπως όταν, στο εστιατόριο ένα γκαρσόνι σας κάνει τον λογαριασμό και απαριθμεί, στα κορεσμένα σας αυτιά, όλα τα πιάτα τα οποία, εδώ και ώρα, ήδη χωνεύετε.

Θα έπρεπε άλλωστε το σκοτάδι να ήταν ακόμη πιο πυκνό και να μην μπορώ να διακρίνω τίποτε από το πρόσωπό σας˙ τότε θα μπορούσα ίσως να κάνω λάθος ως προς την νομιμότητα της παρουσίας σας και της παρέκκλισης που κάνατε για να μπείτε στο δρόμο μου και με τη σειρά μου να κάνω κι εγώ μια παρέκκλιση προσαρμοσμένη στη δική σας˙ ποιο σκοτάδι θα ήταν όμως αρκετά πυκνό για να σας κάνει να φανείτε λιγότερο σκοτεινός από εκείνο; Δεν υπάρχει νύχτα χωρίς φεγγάρι που να μην μοιάζει μεσημέρι αν κάνετε τότε περίπατο, κι αυτό το μεσημέρι αρκεί για να μου δείξει ότι δεν είναι το τυχαίο των ανελκυστήρων που σας τοποθέτησε εδώ, αλλά ένας απαράγραπτος νόμος βαρύτητας, που σας χαρακτηρίζει, τον κουβαλάτε, εμφανή, στους ώμους όπως ένα σακί, και που σας συνδέει με αυτήν την ώρα, σ' αυτό το μέρος απ' όπου εκτιμάτε αναστενάζοντας το ύψος των κτηρίων.

Oσο γι' αυτό που ποθώ, εάν υπήρχε κάποιος πόθος που θα μπορούσα να θυμηθώ εδώ, στο σκοτάδι του λυκόφωτος, ανάμεσα στα γρυλίσματα ζώων, που δεν διακρίνουμε καν την ουρά τους, εκτός από αυτόν τον βεβαιότατο πόθο που νιώθω να σας δω να αφήνετε την ταπεινότητα και να μην μου κάνετε δώρο την αλαζονεία -γιατί μπορεί να έχω κάποια αδυναμία στην αλαζονεία, μισώ όμως την ταπεινότητα, στον εαυτό μου και στους άλλους και η ανταλλαγή αυτή μου είναι δυσάρεστη-, αυτό που θα ποθούσα, ασφαλώς δεν θα το είχατε. Ο πόθος μου, αν είναι πόθος, εάν σας τον εξέφραζα, θα έκαιγε το πρόσωπό σας, θα σας έκανε να τραβήξετε τα χέρια βγάζοντας κραυγή και θα τρεπόσαστε σε φυγή μέσα στο σκοτάδι, σαν σκυλί που τρέχει τόσο γρήγορα που δεν διακρίνουμε την ουρά του. Ομως όχι, η ταραχή αυτού του τόπου και αυτής της ώρας με κάνει να ξεχνώ αν ποτέ είχα κάποιον πόθο που θα μπορούσα να τον θυμηθώ, όχι δεν έχω, όπως δεν έχω και προσφορά να σας κάνω, και θα χρειαστεί να παρεκκλίνετε εσείς, για να μην χρειαστεί να την κάνω εγώ, να μετακομίσετε από τον άξονα που ακολουθούσα, να αναιρέσετε τον εαυτό σας, γιατί αυτό το φως, εκεί πάνω, ψηλά στο κτήριο, που το πλησιάζει το σκοτάδι, συνεχίζει αδιατάραχτα να λάμπει˙ τρυπάει αυτό το σκοτάδι, όπως ένα αναμμένο σπίρτο τρυπά το κουρέλι που διατείνεται πως θα το σβήσει.

[...]

 

(μτφρ.: Μαίρη Μπαϊρακτάρη)

Bernard-Marie Koltes, Στη μοναξιά των κάμπων με βαμβάκι (Dans la solitude des champs de coton), Editions de Minuit, 1987

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ 

Α. Ποίηση υπό μορφή (θεατρικού) μονολόγου

Η σονάτα του σεληνόφωτος

(Ανοιξιάτικο βράδυ. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μία ηλικιωμένη γυναίκα ντυμένη στα μαύρα μιλάει σ' έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ' τα δυο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η γυναίκα με τα μαύρα έχει εκδώσει δυο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα μαύρα μιλάει στον νέο.)
Aφησέ με να 'ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται
που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Αφησέ με να 'ρθω μαζί σου.
Οταν έχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια - δε θέλω να τ' ακούσω. Σώπα.
Αφησέ με να 'ρθω μαζί σου
λίγο πιο κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου,
ώς εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
τόσο αδιάφορη κι αϋλη,
τόσο θετική σαν μεταφυσική
που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις
πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κ' η φθορά του.
Αφησέ με να 'ρθω μαζί σου.
Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,
κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας
μπορεί να φαντάζουμε κιόλας πως θα πετάξουμε,
γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω το θόρυβο του φουστανιού μου,
σαν το θόρυβο δυο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν,
κι όταν κλείνεσαι μέσα σ' αυτόν τον ήχο του πετάγματος
νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,
κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,
μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,
δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις
ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου,
(δεν είναι τούτο η λύπη μου - η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κ' η καρδιά μου).
Αφησέ με να 'ρθω μαζί σου.
Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Αφησέ με να 'ρθω μαζί σου.
Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει –
θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε,
τα κάδρα ρίχνονται σε να βουτάνε στο κενό,
οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα
όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου
απ’ την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο
όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ’ τα γόνατά της
ή όπως πέφτει μια λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.
Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, - όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία -
λέω για την πολυθρόνα, τόσο αναπαυτική,
μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι
και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει
- μιαν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι,
πιο στιλβωμένη απ' τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα
δίνω στο στιλβωτήριο της γωνιάς,
ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος
λικνισμένο απ' την ίδια του ανάσα,
τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δυο
σα να μην είχε τίποτα να κλείσει
ή να κρατήσει ή ν' ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό. Πάντα μου
είχα μανία με τα μαντίλια,
όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο,
τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς
με το λιόγερμα
ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το σκουφί που φοράνε
οι εργάτες στο αντικρινό γιαπί
ή να σκουπίσω τα μάτια μου, - διατήρησα καλή την όρασή μου
ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μια απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια.
Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι
ν’ απασχολώ τα δάχτυλα μου. και τώρα θυμήθηκα
πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο
με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δυο ξανθές πλεξούδες
- 8, 16, 32, 64 -
κρατημένη απ' το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς
όλο φως και ροζ λουλούδια,
(συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια - κακή συνήθεια) - 32, 64 -
κ' οι δικοί μου στήριζαν
μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο.
Λοιπόν, σου 'λεγα για την πολυθρόνα -
ξεκοιλιασμένη - φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα -
έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο,
μα που καιρός και λεφτά και διάθεση - τι να πρωτοδιορθώσεις; -
έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, - φοβήθηκα
τα’ άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. εδώ κάθισαν
άνθρωποι που ονειρεύθηκαν μεγάλα όνειρα,
όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε,
και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ' το χώμα
δίχως να ενοχλούνται απ' τη βροχή ή το φεγγάρι.
Αφησέ με να 'ρθω μαζί σου.
Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας τ' Αϊ Νικόλα,
ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω
έχοντας στ' αριστερό πλευρό μου τη ζέστα
απ' το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου
κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα
κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ' το φεγγάρι
που ‘ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων -
και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ
πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε με το Θεό που μου εμφανίστηκε
ντυμένος την αχλύ και τη δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος,
πυρπολημένη απ' τ' αδηφάγα μάτια των αντρών
κι απ' τη δισταχτικήν έκσταση των εφήβων,
πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα,
άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο,
στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τα 'βλεπα)
μέτωπα, χείλη και λαιμοί, γόνατα, δάχτυλα και μάτια,
στέρνα και μπράτσα και μηροί (κι αλήθεια δεν τα 'βλεπα)
- ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς ό,τι θαυμάζεις,
σου φθάνει ο θαυμασμός σου, -
θέ μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν
σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων
γιατί, έτσι πολιορκημένη απ' έξω κι από μέσα,
άλλος δε μου 'μενε παρά μονάχα προς τα πάνω ή προς τα κάτω. -
Οχι, δε φτάνει.
Αφησέ με να 'ρθω μαζί σου.

 

Γιάννης Ρίτσος, Η σονάτα του σεληνόφωτος, Αθήνα, Κέδρος, 1997


B. Θέατρο με ποιητική χροιά

Μια γυναίκα πλάι στη θάλασσα

[...]

ΚΥΡ-ΣΤΑΘΗΣ: Ο ουρανός στέκει ψηλά και δεν τον φτάνεις. Κάλλιο, λοιπόν, να ξεχάσεις πω έχει ουρανό.
ΑΝΤΩΝΗΣ: Κι αν τον ξεχάσεις, αυτό δε σε ξεχνάει. Απλώνει τα γαλάζια χέρια του και σ' αγκαλιάζει. Κι όταν κλείνεις τα βλέφαρα, βάζει τα δυό του δάχτυλα αλαφρά και σου τ' ανοίγει. Κι άμα νυχτώνει πάλι, βγαίνουν τ' άστρα και σου πετροβολάν τον ύπνο σου με χρυσά λουλούδια. Και τότες από μέσα σου ξυπνάν χιλιάδες άστρα, που παίζουν και φωτάνε και στριφογυρνάνε και δεν μπορείς να κοιμηθείς και να πεθάνεις.
ΚΥΡ-ΣΤΑΘΗΣ: Κι έτσι πεθαίνεις κάθε μέρα.
ΑΝΤΩΝΗΣ: Και κάθε μέρα ζεις.
ΚΥΡ-ΣΤΑΘΗΣ: Για να πεθαίνεις.
ΑΝΤΩΝΗΣ: Για να ζεις.
ΚΥΡ-ΣΤΑΘΗΣ: Το ίδιο είναι. Κείνο που πιο πολύ κοιτάς, κείνο και βλέπεις.
ΑΝΤΩΝΗΣ: Κείνο που υπάρχει βλέπεις. Κείνο που δεν υπάρχει, δε μπορείς να τόιδεις. Υπάρχει ζωή και τήνε βλέπω. Την ακούω.
ΚΥΡ-ΣΤΑΘΗΣ: Υπάρχει θάνατος που δεν τον βλέπεις. Μα κείνος σε βλέπει. Αμα μπορέσεις να το διείς και 'σύ τότες σου δίνει το χέρι και σου χαμογελάει. Δεν έχεις πια φόβο μήτε ελπίδα. Τότες κοιτάζει ούλη τη ζωή και χαμογελάς.

[...]

ΑΝΝΙΚΑ: Κι όμως, για κοίταξε τον ουρανό... Πρώτη φορά σα ναν τον βλέπω. Γαλάζιος, φωτεινός, απέραντος. Το 'πα στον κυρ Αλέκο και τότες αυτός μου λέει πω δεν είναι μονάχα ο ουρανός όμορφος μα ολάκερος ο κόσμος. Κείνη τη στιγμή περνούσε ένας γλάρος. Και μου τον έδειξε. Κοίτα, μου λέει, ετούτο το πουλί δεν είναι όμορφο; Κοίταξα, το λοιπός, κι πού 'δειχνε το δάχτυλό του κι είδα το γλάρο. Αλήθεια, τι όμορφος που ήτανε. Δεν τον είχα προσέξει ώς τα τώρα, νόμιζα πως για πρώτη βολά τον έβλεπα, σα ναν τόνε ζουγράφιζε ο κυρ Αλέκος με το δάχτυλό του πάνου στον ουρανό κι από κάτου η θάλασσα ξανάδινε τη ζωγραφιά του γλάρου σα να 'τανε λέει δύο άσπρες παλάμες που θέλουνε να σφίξει η μια την άλλη και να χαιρετηθούν. Κι ο γλάρος κάθησε πάνου στο νερό κι οι δυο παλάμες έσμιξαν. Τότες μού 'σφιξε κι ο Αλέκος το χέρι και μου 'πε πάλι: Πρέπει να σηκώσουμε το κεφάλι μας ψηλά για να νιώσουμε τι γίνεται και βαθιά μας. Γιατί 'ναι, λέει, χίλιες ομορφιές μέσα μας κι όξω, που κάθε στιγμή περνάνε μπρος από τα μάτια μας και μεις μήτε τα γλέπουμε, μήτε καθόλου τα νογάμε. Ω, αλήθεια λέει.

[...]

ΒΑΡΒΑΡΑ: Καλό ταξίδι… Καλό τα - (Με το χέρι της, που τό 'χε υψωμένο γι' αποχαιρετισμό, κρύβει το πρόσωπό της. Μένει για λίγο έτσι. Ακούγεται βαθιά ένας λυγμός που μοιάζει και με γέλιο. Υστερα ξεσκεπάζει το πρόσωπό της και πέφτει κοντά στο πεζούλι). Πάει , έφυγε κι αυτός. Τι μένει τώρα; Εφυγε. Καλό ταξίδι... (Τινάζεται απάνου και γυρίζει στη θάλασσα. Αρχίζει να φυσάει αγέρας που λίγο λίγο δυναμώνει). Ε, κυρά θάλασσα... Τον πήρες κι αυτόν. Χάρισμά σου. Πάρε λοιπόν και τα κοράλλια σου. Θαλασσινά λουλούδια δε φυτρώνουν στη στεριά. Μα μήτε στεριανά λουύδια φυτρώνουνε στη θάλασσα. Νομίζει πως με νίκησες λοιπόν. Ε, όχι. Οσο μου παίρνεις, τόσο και πιο πολύ θα δυναμώνω. Τι νομίζεις, πως μόνο εσύ είσαι δυνατή; Κοίτα τα μάτια μου. Δεν κλαίω εγώ. Δεν τρέχουνε τα δάκρυά μου. Ποτέ σου δε θα με ιδείς δακρυσμένη. Και τώρα, φυσείχτε, αγέρηδες. Καβαλήστε τα κύματα. Τινάχτε τα καράβια. Ας τρέξουνε τα σύννεφα κι ας μπουμπουνίσει απ' άκρη σ' άκρη. Εγώ εδώ πέρα θά 'με ν' αποκριθώ στον κεραυνό και να τον ανταμώσω. Ε, κυρά θάλασσα, κάθε αγεράκι που φυσάει, σε πάει πέρα δώθε και σε φέρνει. Η σοροκάδα σε τραντάζει. Μα εμένα μήτε συ με σάλεψες, μήτε κανένας. Κοίταξε, στέκω δίπλα στο άγαλμα, σαν άγαλμα και γω... Φυσείχτε, αγέρηδες. Τώρα είμαι λέφτερη. Δεν έχω τίποτα να χάσω ή να κερδίσω... Τίποτα δε φοβάμαι...

[...]

 

Γιάννης Ρίτσος, Μια γυναίκα πλάι στη θάλασσα, Εκδόσεις Θέατρο-Κώστας Νίτσος, 1990

 

      αρχική σελίδα | ταυτότητα | επικοινωνία | συνδέσεις | προηγούμενα τεύχη | english
Copyright © 2006 e-poema.eu - Όροι Χρήσης
Developed by WeC.O.M.