αφιέρωμα

Ανδρέας Κάλβος
Γεώργιος Βιζυηνός
Προλεγόμενα στο έργο «Ατθίδες αύραι»
Του Γιώργου Μπλάνα




Ετσι πηγαίνει, τρέχει, ψάχνει. Τι ψάχνει; Στα σίγουρα, αυτός ο άνθρωπος,
αυτός ο μοναχικός, ο προικισμένος με ενεργητική φαντασία, ταξιδεύοντας
πάντα μέσα στην μεγάλη ανθρώπινη έρημο, έχει ένα σκοπό πιο υψηλό
από αυτόν ενός απλού σουλατσαδόρου, ένα σκοπό πιο γενικό,
διαφορετικό από την φευγαλέα απόλαυση της περίστασης.
Ψάχνει αυτό το κάτι που θα μας επιτραπεί
να ονομάσουμε Modernité.
CHARLES BAUDELAIRE

 

Ο Γεώργιος Βιζυηνός γεννήθηκε στις 8 Μαρτίου του 1849 στη Βιζύη ή Βιζώ ή Βίζα ή Βίζη ή Βιζού της  ανατολικής Θράκης, πόλη με βαθιές ιστορικές ρίζες -αφού υπήρξε πρωτεύουσα του αρχαίου βασιλείου των πολεμοχαρών Aστων ή Αστών- εξαιρετικά όμορφη, πλάι στις δυτικές πηγές του Εργίνου ποταμού, και πολύ κεντρική, ανάμεσα στην Αδριανούπολη και στην Κωνσταντινούπολη. Η μητέρα του, Δέσποινα, ήταν μια αγαθή και ευσεβής γυναίκα, ψυχικώς καλλιεργημένη στο πλαίσιο της εξαιρετικά πλούσιας από αισθητική και ηθική άποψη θρακικής παράδοσης. Ορφάνεψε μικρή, αλλά ευτύχησε να μεγαλώσει σε οικογένεια οικονομικά τακτοποιημένων ανθρώπων. Ο πατέρας του, Μιχαήλος, ήταν περιφερόμενος έμπορος και για λίγο διάστημα παντοπώλης. Η οικογένεια είχε ήδη ένα μεγαλύτερο παιδί, γεννημένο στα 1846, τον Χρηστάκη. Ενα κορίτσι με το όνομα Αννιώ, γεννημένο τρία χρόνια περίπου πριν από τον ποιητή, είχε τραγικό τέλος. Το πλάκωσε στον ύπνο της η Δέσποινα και το έσκασε. Αργότερα, η οικογένεια απέκτησε κι άλλο κορίτσι που του έδωσαν το ίδιο όνομα με το αδικοχαμένο. Αλλά κι αυτό πέθανε σε μικρή ηλικία.

Μέχρι εκείνη την εποχή, η οικογένεια δεν φαίνεται ν' αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα. Ο ποιητής, κατά τα φαινόμενα, υπήρξε ζωηρό παιδάκι με καλλιτεχνικές και ερωτικές ανησυχίες. Η τέχνη -με τη μορφή του τραγουδιού- και ο έρωτας έπαιζαν πάντα σπουδαίο ρόλο στη ζωή των Θρακών. Το θρακικό τραγούδι «είναι ξεχωριστό πράγμα», γράφει ο Θράκας Πολύδωρος Παπαχριστοδούλου στο βιβλίο του Θρακικές Εκπομπές του Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθηνών κατά τα έτη 1952-1955, «το χαρακτηρίζει όχι πομπικός λαρυγγισμός, όχι ο πολεμικός οίστρος της μάχης, όπως το μοραΐτικο τραγούδι, αλλά η ομαλότητα, η κατάνυξη, το πάθος, και σε συνεπαίρνει το ποιόν του και η γλυκύτητά του, που τη δανείζεται ή ο λαός από την υμνωδία ή ο ιεροψάλτης από το λαό. [...] Τα γνωρίσματά τους είναι η απλότης τους, η λιτότης τους, το υπερβολικό τους πάθος, η κατάνυξή τους, η ομοιότης πολλών με εκκλησιαστικά τροπάρια. Τα χαρακτηρίζει το σκώμμα, η υπερβολική εκφραστικότης και ικανότης για την ερμηνεία του συναισθήματος της στιγμής ή της ώρας, είτε είναι γάμος είτε τραπέζι είτε ξενύχτι γλεντιού. Οι Θράκες στα τραγούδια τους είναι πολύ εκφραστικοί. Με τα λεπτότερα μουσικά μέσα εκφράζουν τα λεπτότερα συναισθήματά τους. Στους απέραντους κάμπους της Θράκης είναι ομαλή η θρακική μελωδία, είναι σφιχτοδεμένη, είναι δουλεμένη. Τα τραγούδια δεν τραγουδιούνται μονόφωνα αλλά ομαδικά πάντα τα τραγουδούν οι πολλοί, ο λαός, ούτ' έχουν αναρίθμητα τσακίσματα και λαρυγγισμούς. Είναι μελωδίες, που ο λαός πολύφωνος τα τραγουδεί σαν εκκλησιαστικά τροπάρια, είτε υποδέχεται τον ξενητεμένον είτε συνοδεύει τη νύφη στο εξόδιό της για την εκκλησία και τα στεφανώματα είτε στήνει το χορό που τον σέρνει η νύφη. Είναι οι θρακικές λαϊκές μελωδίες εξομαλυμένα μουσικά κείμενα, όπως είναι εξομαλυμένα τα υπέροχα τραγούδια τους και γλωσσικά και ρυθμικά. Δεν υπάρχουν χασμωδίες και παραπατήματα, δεν υπάρχουν αυτοσχεδιασμοί. Είναι κατασταλάγματα πολλής δουλειάς και φροντίδας. Γι' αυτό και στην εκτέλεσή τους δημιουργούν την καλλιτεχνική τέρψη, την ηδονή του πηγαίου τραγουδιού αλλά και του δουλεμένου».

Ως εκ τούτου, μπορούμε εύκολα να ερμηνεύσουμε την αρτιότητα των πρώτων στιχουργικών προσπαθειών του Βιζυηνού. Η συνεχής επαφή με το τραγούδι δημιουργεί ένα είδος αισθητικής καλλιέργειας, η οποία λείπει από τους κατοίκους των αστικών κέντρων, ακόμη και στη διάρκεια του 19ου αιώνα.

Οσο για τον έρωτα, «ο ερωτισμός ήταν στοιχείο συνοδευτικό της φήμης, της μυθολογίας και της ιστορίας των Θρακών και μάλιστα διαχρονικά», μας διαβεβαιώνει ο  συγγραφέας Π.Σ. Αθανασιάδης στο βιβλίο του Ψηφίδες από τη Θράκη του Χτες. «Στην εικόνα αυτή, συνέβαλε βασικά η πολυγαμία των αρχαίων Θρακών, αλλά και η διαδεδομένη λατρεία θεοτήτων, που σχετίζονταν με οργιαστικές τελετές και άλλα στοιχεία, στα οποία σήμερα δίδεται διάθεση ερωτική, αλλά και καθαρά σεξιστική. [...] Στους σχετικά νεώτερους χρόνους, όπου μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε σαν καθρέφτη των κοινωνικών δρωμένων τα δημοτικά τραγούδια, βλέπουμε ότι πολλά από αυτά υμνούν κάθε είδους ερωτική αταξία, από ένα απλό και αθώο φλερτ έως τον άνομο έρωτα προς την... κουμπάρα, θέμα κοινό και σε δημοτικά τραγούδια άλλων περιοχών της χώρας. [...] Ο ερωτισμός, που ήταν διάχυτος από τις τρυφερές ηλικίες, τραγουδήθηκε πολλές φορές από το λαό της Θράκης με στόχους πολλαπλούς, είτε της κοινωνικής κριτικής (πολλές φορές τη λένε και... κουτσομπολιό οι σύγχρονοι συνέλληνες) είτε της διακωμώδησης. Ερωτες που υμνήθηκαν ήταν και αυτοί, που υπερέβαιναν τις φυλετικές προκαταλήψεις, τους κοινωνικούς διαχωρισμούς και αποκλεισμούς και τους θρησκευτικούς περιορισμούς».

Ο Γεώργιος πέρασε, λοιπόν, τα πρώτα παιδικά χρόνια του ευχάριστα, εκπαιδευόμενος στο τραγούδι και τη ζωντανή, κοινωνικά λειτουργική αίσθηση του έρωτα, εφόδια αν όχι απαραίτητα τουλάχιστον πολύτιμα για κάθε πραγματικό ποιητή. Μα και από υλική άποψη δεν πρέπει να στερήθηκε τίποτε.  Ηδη από το 1840 η Βιζύη υπάγεται διοικητικά στην Ανδριανούπολη. Διαιρείται σε 4 συνοικίες, με χίλιες οικογένειες: εξακόσιες ελληνικές και τετρακόσιες τουρκικές. Συνεπώς δεν ήταν χωριό, αλλά μικρή πόλη με συγκροτημένη κοινωνική και οικονομική ζωή.

Μεσούντος του 1854, ο πατέρας του ποιητή, Μιχαήλος, επιστρέφοντας με εμπορεύματα από τη Βουλγαρία, προσβάλλεται από τύφο και πεθαίνει. Η χήρα Δέσποινα έχει ν' αντιμετωπίσει όλα τα βάρη της οικογενείας. Το μεγαλύτερο παιδί της είναι μόνο εννέα ετών και ο ποιητής έξι. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, είναι έγκυος στο τελευταίο παιδί του Μιχαήλου. Σε λίγο, γεννά το στερνοπαίδι και του δίνει το όνομα του νεκρού συζύγου. Ο Γεώργιος είχε την αμέριστη αγάπη της μητέρας του και δεν φαίνεται να τραυματίστηκε ψυχικά, πέραν της φυσιολογικής θλίψης για την απουσία του πατέρα και της αίσθησης της διαφορετικότητας, την οποία δημιουργούσε ο χαρακτηρισμός «ορφανό» από τους γείτονες. Αντίθετα, στο βάθος του χαρακτήρα του υπέφωσκε πάντα κάποια υπερηφάνεια για όλα όσα κατόρθωσε ων ορφανός, και είναι φανερό πως, μέχρι την εποχή που τον έπληξε η νευρική νόσος, χαρακτηριζόταν από απόλυτη ψυχική ισορροπία. Φοίτησε για μικρό διάστημα στο Δημοτικό Σχολείο της Βιζύης, το οποίο σημειωτέον ήταν το πρώτο που ιδρύθηκε στη Θράκη, το 1839. Αλλά η οικογένεια έπρεπε να επιβιώσει. Ετσι, ο μεγαλύτερος αδελφός του, που ήταν ήδη περιφερόμενος έμπορος, τον έβαλε σ' ένα ραφτάδικο της Κωνσταντινούπολης για να μάθει την τέχνη. Τρία χρόνια πέρασε εκεί ο μικρός Γεώργιος και δεν ήταν χωρίς παράπονα. Το αντίθετο μάλιστα. Διαμήνυε συνεχώς στη μητέρα του να τον πάρει από μια τόσο σκληρή δουλειά κι έναν τόσο σκληρό μάστορα.

ομως, η μοίρα αναλαμβάνει πολλές φορές να επιλύσει προβλήματα που οι άνθρωποι αδυνατούν να διευθετήσουν. Ο ράφτης πεθαίνει. Το ραφτάδικο κλείνει και ο Γεώργιος απευθύνεται στον Κύπριο έμπορο Γεωργιάδη, τον οποίο είχε γνωρίσει στο ραφτάδικο. Ο πλούσιος έμπορος τον κρατά κοντά του και μάλιστα τον ενθαρρύνει στη μελέτη θρησκευτικών θεμάτων. Τότε αρχίζει να στιχουργεί. Το 1868 τον βρίσκει στην Κύπρο. Είναι πια δεκαοκτώ ετών και αρκετά μορφωμένος. Ο Γεωργιάδης τον γνωρίζει στον ΑρχιεπΊσκοπο Κύπρου Σωφρόνιο Γ' (1825-1900). Ετσι καταλήγει προστατευόμενός του. Βάζει το ράσο του αναγνώστη και παρακολουθεί την Ελληνική Σχολή της Λευκωσίας, με σκοπό να γίνει κληρικός. Αλλά τα ερωτικά ενδιαφέροντά του, που εκδηλώθηκαν πολύ νωρίς, δεν τον αφήνουν σε ησυχία. Κάποια περιπέτεια με παντρεμένη κυρία δεν έχει επιβεβαιωθεί. Ερωτεύεται όμως μια μικρούλα και αρχίζει τα ραβασάκια, τις κουβέντες, τις καντάδες και, φυσικά, τα ποιήματα.  Ο προστάτης του τού επιβάλλει προσευχές και προβληματίζεται για το μέλλον. Σύμφωνα με άλλες πληροφορίες, ο Σωφρόνιος δεν είδε με πολύ κακό μάτι τον έρωτα του νεαρού. Απ' όλη αυτήν την ιστορία, ο Βιζυηνός βγαίνει αποφασισμένος ν' ασχοληθεί με την ποίηση και λογοδοσμένος με την μικρούλα. Αν είναι αλήθεια πως το ποίημα Θεέ μου, μην είσαι... (το οποίο η κυρία Ελένη Φυσεντζίδου, η μικρούλα «αρραβωνιάρα», ισχυρίστηκε πως της αφιέρωσε ο Γεώργιος) ανήκει σ' αυτήν την εποχή, τότε βρισκόμαστε μπροστά σε ένα πολύ ελπιδοφόρο ταλέντο. Οι στίχοι
 

Θεέ μου! Μην είσαι
με ρόδα πλασμένη,
μην είσαι αδελφή
των αγγέλων, Ελένη;
Βαδίζεις κι ακούω
να ηχεί η φωνή σου.
Δε λάμπουν τα ρόδα
ως λάμπει η μορφή σου.
Λευκότερος είναι
ο λαιμός σου του κρίνου...


διαθέτουν εικονοποιΐα διαυγή, γλώσσα φυσική, στιχουργία απόλυτα λειτουργική και μία τουλάχιστον ενδιαφέρουσα ιδέα (Βαδίζεις κι ακούω να ηχεί η φωνή σου) που προϋποθέτει έναν, έστω και άγουρο ακόμη, συμβολιστικό τύπο ευαισθησίας, τον οποίο δεν μπορούμε να ανιχνεύσουμε ούτε στο περίφημο ποίημα She walks in beauty... (1814) του Μπάιρον [George Gordon Noel Byron, 1788-1824] που απηχούν οι παραπάνω στίχοι.
 
Και η μοίρα έρχεται για άλλη μια φορά να παίξει τα παιχνίδια της. Στα 1872, ο Γεώργιος αναγκάζεται να φύγει από την Κύπρο. Δεν πρόκειται να ξαναγυρίσει για να ικανοποιήσει την υπόσχεση γάμου που έδωσε, παρ' όλο που για αρκετό καιρό επικοινωνεί με την «αρραβωνιάρα». Το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, προκειμένου ν' αντιμετωπίσει την αποσχιστική τακτική της βουλγαρικής Εκκλησίας, καλεί τον Σωφρόνιο, κι εκείνος παίρνει μαζί του τον νεαρό αναγνώστη. Στη διάρκεια αυτού του ταξιδιού θα του δοθεί η ευκαιρία να επισκεφθεί τον τόπο του. Είναι πια ένας νέος κύριος που γεννά κάθε προσδοκία επιτυχίας. Πίσω, στην Κωνσταντινούπολη, πλησιάζει τον διευθυντή του  Ελληνικού Λυκείου του Πέραν, Γεώργιο Χασιώτη. Ζητά την προστασία του, την αποσπά και βρίσκεται ιεροσπουδαστής στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Η Θεολογική Σχολή της Χάλκης στόχευε στην κατάρτιση του ορθόδοξου κλήρου και στην αντιμετώπιση των ιδεολογιών της Δύσης με κριτική στάση απέναντι στον Χριστιανισμό.

Εκείνη την εποχή (1844), ο θεοσεβισμός του σπουδαίου δασκάλου της φιλοσοφίας Θεόφιλου Καΐρη (1784-1853) και οι προσηλυτιστικές δραστηριότητες των δυτικών ιεραποστολών δημιουργούσαν έντονο φόβο στους ορθόδοξους ιερείς. Η κατάρτιση των σπουδαστών σε θέματα φιλολογίας, φιλοσοφίας, ιστορίας και τέχνης, πέρα από τον αυστηρά θεολογικό προσανατολισμό της, ήταν υψηλού επιπέδου. Ο εξερχόμενος εξ αυτής», όπως επισήμανε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος σε ομιλία του στην Εστία Θεολόγων Χάλκης, «δεν ήτο μόνον κάτοχος όγκου γνώσεων, δυναμένων να αποκτήσουν διά της μελέτης, αλλ' ήτο φορεύς μιας πνευματικής εμπειρίας, της εμπειρίας του  πνευματικού αγώνος, της εμπειρίας της προσευχής, της εμπειρίας της μυστηριακής ζωής, της εμπειρίας -εν ενί λόγω- της Χάριτος του Θεού ως αισθητής πραγματικότητος, διαποτιζούσης την όλην ύπαρξιν, και μεταβαλλούσης αυτήν εις σώμα Χριστού, έχον νουν Χριστού και επιθυμίας Χριστού. Η επιτυχία της και η υπεροχή της έναντι των Πανεπιστημιακών Σχολών δεν αφεώρα εις τον πλούτον των γνώσεων, ο οποίος παρά ταύτα ήτο μέγας, αλλά εις το διαμορφούμενον ήθος του αποφοίτου. Και το ήθος αυτό δεν ήτο βεβαίως εξωτερική τις καλή συμπεριφορά, αρετή τις ορατή και μετρητή, αλλά εμποτισμός της υπάρξεως με το πνεύμα του Χριστού, το αντίθετον με το πνεύμα του κόσμου, όχι λόγω της απορρίψεως της δημιουργίας του Θεού, αλλά λόγω απομακρύνσεως από του παντοειδούς οντολογικού ψεύδους, από της επιπλάστου εικόνος ενός θρησκευτικού τύπου». Εξαιρετικοί ήσαν και οι διδάσκοντες, ανάμεσα στους οποίους ο ποιητής Ηλίας Τανταλίδης (1818-1876), ο άνθρωπος που θα κατηύθυνε τον Βιζυηνό προς την ενότητα ποίησης και ακάματου στοχασμού. Η επίδραση του τυφλού Φαναριώτη θα είναι αποφασιστικής σημασίας για την πνευματική εξέλιξη του νεαρού Γεώργιου. Ο Τανταλίδης δεν ήταν σημαντικός ποιητής. Ξεχώριζε όμως από τους υπόλοιπους «καθαρευουσιάνους» γιατί, τουλάχιστον στην αρχή της ποιητικής καριέρας του, δεν υπήρξε πρότυπο λογιώτατου. Αρκετοί στίχοι του ξέφευγαν από το πλαίσιο της φαναριώτικης αφέλειας και -γραμμένοι στη δημοτική- απέβαιναν τουλάχιστον πνευματώδεις αν όχι ιδιότυπα ειρωνικοί. Κάποτε κάποτε, σάρκαζε τους Φαναριώτες για τις πνευματικές συνήθειές τους. Ομως, το πιο ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του ήταν η τόλμη της ομοιοκαταληξίας. Συχνά, αν και όχι πάντα με την ίδια επιτυχία, ο δεύτερος όρος της ομοιοκαταληξίας αποτελούσε ένα απρόοπτο σχόλιο στον πρώτο. Το χαρακτηριστικό αυτό το επεξεργάστηκε ο Βιζυηνός και το κληροδότησε τουλάχιστον στον Καρυωτάκη και τον Βάρναλη, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Το 1873 εκδίδει, με τη βοήθεια του Τανταλίδη, την ποιητική συλλογή Ποιητικά Πρωτόλεια, και την αφιερώνει στον Χασιώτη. Πρόκειται για ένα βιβλίο στο οποίο κυριαρχούν τα ποιήματα που είναι γραμμένα στην απλή καθαρεύουσα. Ωστόσο, σε ένα τουλάχιστον ποίημα δείχνεται εξαιρετικός χειριστής των εκφραστικών δυνατοτήτων της μητρικής του γλώσσας.


ΕΠΙ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΜΟΥ

1873 Ιανουαρίου 14.


                                             Ξύπνα, πατέρα! χαραυγή
                                             τον ουρανό χρυσώνει,
                                             κι'  όλη ξυπνά η μαύρη γη.
                         Ξύπνα και συ με την Αυγή, ν' ακούσουμε τ' αηδόνι.

                                             Με τη μητέρα μια ψυχή,
                                             σε κάθε τέτοιαν ώρα
                                             πετούσατε στην προσευχή.
                         Το σήμαντρό μας αντηχεί. Γιατί κοιμάσαι τώρα;

                                             Είναι το όνειρο μακρό
                                             'πού βλέπεις αυτού πέρα;
                                             Κοιμήθηκες, κι' ήμουν μικρό,
                         κι' ως να τελείωση το πικρό, ετράνεψα, πατέρα!

                                             Ξύπνα να ιδής. Χλωμή, γρηά,
                                             η δόλια μας μητέρα!
                                             Και τη φτωχή μας τη γιαγιά
                         'Κει κάτου, στη χλωρή βαϊά... την θάψαμε μια 'μέρα!

                                             Πες μου, πατέρα, το χωριό
                                             που παν οι πεθαμένοι
                                             'μπορώ να 'πάγω να το διω;
                         Δυο λουλουδάκια μόνο, δυο, να πάρω στην καϋμένη!

                                             Με είπαν - είναι ζοφερή
                                             η νύχτα πώχουν σκέπη -
                                             Μα 'γώ της έβαλα κερί
                         Στη δεξιά την κρυερή. Τ' ανάφτει και με βλέπει˙

                                             Θυμάσαι; Μ' έκλεψες φιλί
                                             μια 'μέρα παιχνιδιάρη,
                                             και μ' είπες - Αφτερο πουλί,
                         χρειάζεσαι καιρό πολύ να γένης παλλικάρι. -

                                             Ηρθ' ο καιρός. Νάμαι τρανό!
                                             Διε με, καλέ πατέρα,
                                             Σου 'τράνεψα˙ μα... ορφανό! 
                         Στο δρόμο, 'πού συχνά περνώ, με είπανε μια 'μέρα.

                                             Περνά το δόλιο τ' ορφανό!
                                             Δε γνώρισε πατέρα!
                                             Τον έχασε τριώ χρονώ!
                         - Μοιάζει σαν έρημο πτηνό! - Ας το χαρή η μητέρα!

                                             Πες μου, πατέρα, την αυγή,
                                             'πού καίει το λιβάνι
                                             η μάνα και μυρολογεί,
                         Η μυρωδιά περνά τη γη; 'Μπορεί να σε ζεστάνη;

                                             Το βράδυ πώρχομαι γοργό
                                             κι' ανάφτω το κανδύλι
                                             το ξέρεις που τ' ανάφτω 'γώ;
                         Ξύπνα, πατέρα! θα καγώ, σα λυχναριού φυτήλι!

                                             Με 'φώναζες να κοιμηθώ
                                             στο σπλαχνικό πλευρό σου.
                                             - Έλα, μικρό, να ζεσταθώ. -
                         Κι' εγώ πετούσα να χωθώ στον κόρφο το γλυκό σου.

                                             Τώρα, πατέρα, στην πικρή
                                             τη γη τη χιονισμένη,
                                             στην κρύα κλίνη τη μικρή,
                         σ' αυτή τη νύχτα τη μακρή, πες μου ποιός σε ζεσταίνει;...

                                             Θέλεις εγώ ν' αποκριθώ;
                                             Κανείς, καμιάν ημέρα!
                                             Μα ήρθα 'γώ πια να χωθώ
                         Στον κόρφο σου να κοιμηθώ, νάσαι ζεστός, πατέρα.


Εντύπωση προκαλεί η φυσική αίσθηση της γλώσσας και η διαύγεια των εικόνων. Τα συναισθήματα είναι άκρως επεξεργασμένα, αντιστοιχούν σε καθημερινούς ανθρώπους και ακολουθούν την προσεκτικά κτισμένη δομή με ήσυχες κινήσεις. Ολα τα χαρακτηριστικά της ποιητικής τέχνης και της προσωπικής ανθρωπολογίας του ποιητή βρίσκονται επαρκώς εκπεφρασμένα στο εν λόγω ποίημα. Πρώτα πρώτα η δραματικότητα, η οποία έγινε πολλές φορές αφορμή να επισημανθεί η στενή σχέση του ποιητή με τον θεατρικό λόγο. Η δραματικότητα, υπό την έννοια των έντονων συναισθηματικών αλλαγών στην εσωτερική πλοκή του ποιήματος, χαρακτηρίζει και την ποιητική μεγαλοφυΐα του Σολωμού. Οφείλεται κατά κύριο λόγο στη ρυθμική και γλωσσική αγωγή που προσφέρει η τριβή με το λαϊκό τραγούδι, κατά τα πρώτα στάδια της ανάπτυξης του ατόμου, η ενσωμάτωση του αναφυόμενου υποκειμένου στο κατεξοχήν υπαρκτικό δρώμενο δηλαδή. Ενα δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η προσεκτική επιλογή επιθέτων στη βάση του ήδη υπάρχοντος συναισθηματικού φορτίου των. Δεν πρόκειται μόνο για επανάληψη τυποποιημένων από τον καθημερινό λόγο αντιστοιχιών, αλλά για διερεύνηση των εσωτερικών νοηματικών σχέσεων που συνιστούν τον τρόπο με τον οποίο υφαίνεται το συναισθητικό και γλωσσικό υπόστρωμα του παραδοσιακού υπαρκτικού ορίζοντα. Αρκεί να παρατηρήσουμε πώς χειρίζεται τη λέξη μυρολογεί στη στροφή:


                                       Πες μου, πατέρα, την αυγή,
                                             'πού καίει το λιβάνι
                                             η μάνα και μυρολογεί,
                         Η μυρωδιά περνά τη γη; 'Μπορεί να σε ζεστάνη;


Οι περισσότερες εκδόσεις -πλην της έκδοσης Κουτριανού- προσπαθούν να εξομαλύνουν ορθογραφικά τα ποιήματα του Βιζυηνού, με αποτέλεσμα να χάνονται σημαντικές πλευρές τους. Η συγκεκριμένη λέξη έχει πολλές φορές γραφεί μοιρολογεί. Ωστόσο, η σαφής διεύρυνση της σημασίας του μοιρολογιού προς το τελετουργικό μύρωμα του τάφου, την καύση λιβανιού δηλαδή, είναι ήδη μια απόδειξη της τοποθέτησης του ποιητή απέναντι στη γλώσσα ως δεξαμενή ιστορικών και υπαρκτικών δράσεων. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη μας και το γεγονός πως «μυρωδιά» δεν σημαίνει πάντα «οσμή», αλλά ενίοτε και «ήχος», τότε είναι φανερή η απόδοση στο μοιρολόγι του κατηγορήματος «ζεστό». Σ' αυτήν την περίπτωση έχουμε να κάνουμε μ' έναν ποιητή μεγέθους παράδοξου για τα δεδομένα της εποχής του, έναν ποιητή που, από την άποψη της γνήσιας εκφραστικότητας, μόνο δίπλα στον Σολωμό ή στον Κάλβο θα μπορούσε να σταθεί.

Τέλος, η αίσθηση της εγκατάλειψης σ' έναν σκληρό κόσμο -άλλο ένα χαρακτηριστικό που μοιράζεται ο Βιζυηνός με τον Σολωμό- διαχέεται στους τόσο σπαρακτικούς αυτούς στίχους, υπερβαίνοντας την τυπικά ρομαντική επιθυμία της ολοκλήρωσης μέσω του θανάτου. Το ποιητικό υποκείμενο εδώ παρουσιάζει μια γοητευτική τάση να εγκαταλείψει την ατομικότητά του, για χάρη μιας θυσίας. Δεν επιθυμεί να ταφεί με τον νεκρό πατέρα για να ζεσταθεί, αλλά για να ζεστάνει. Το είδος αυτό ψυχικής διαλεκτικής είναι οπωσδήποτε δουλειά της Θεολογικής Σχολής και του Τανταλίδη, αλλά ήδη εξηγεί τη στροφή του Βιζυηνού προς την ψυχολογία, όταν βρέθηκε στη Γερμανία.
Τα Ποιητικά Πρωτόλεια θα γίνουν αφορμή για τη γνωριμία του με τον Γεώργιο Ζαρίφη (1806-1884). Ο Ζαρίφης, γιος Φιλικού, ήταν σταθερά προσηλωμένος στην αναγκαιότητα ολοκλήρωσης ενός ελληνικού διαφωτιστικού προγράμματος και δαπανούσε τεράστια ποσά στην προώθηση των γραμμάτων και της εκπαίδευσης. Ο Τανταλίδης κατάφερε να θέσει τον Γεώργιο υπό την προστασία του ζάπλουτου και φιλοπρόοδου επιχειρηματία. Ενα πολύ μεγάλο πρόβλημα είχε λυθεί μονομιάς: το οικονομικό. Το ίδιο καλοκαίρι, ο νεαρός ποιητής επισκέπτεται την πατρίδα του, έχοντας να επιδείξει την πρώτη πραγματική επιτυχία του. Το φθινόπωρο εγκαθίσταται στην Αθήνα και γράφεται στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου της Πλάκας. Φυσικά, φαίνεται αποφασισμένος να ασχοληθεί περαιτέρω με την ποίηση. Η Αθήνα όμως έχει διαμορφώσει τον δικό της ποιητικό κόσμο, που κάθε άλλο παρά ευχάριστος είναι.

«Η κίνηση του Κοραή», γράφει ο Νίκος Γ. Σβορώνος, «που κατά το τέλος της ξένης κυριαρχίας ήταν σπουδαίος σταθμός των προσπαθειών της ελληνικής μεταρρυθμιστικής σκέψης για τη δημιουργία ενός πολιτισμού έγκυρου για όλο το έθνος, στηριζόμενη, εν μέρει σε έναν συμβιβασμό, φαινόταν να 'χει όλες τις δυνατότητες επιβολής στην απελευθερωμένη Ελλάδα. Η δημιουργία όμως του ελληνικού κράτους αποτελεί οπισθοδρόμηση για την πνευματική εξέλιξη, καθώς και για τις άλλες εθνικές εκδηλώσεις. Η προσπάθεια του Κοραή εγκαταλείπεται και η πνευματική ζωή τείνει να ξανασυνδεθεί αποκλειστικά με την κλασική Ελλάδα. Οι φιλόλογοι και οι αρχαΐζοντες γραμματικοί προσπαθούν ν' «αποκαθάρουν» τη γλώσσα και να τη διαπλάσουν πάνω στα κλασικά ελληνικά με την ελπίδα να τα κάνουν να ξαναζήσουν. Αυτή η γεμάτη αντιφάσεις τάση, που είναι σύμφωνη με το πνεύμα της διαποτισμένης από τη «Μεγάλη Ιδέα» γενικής πολιτικής του βασιλείου, αυτοαποκαλείται εθνικιστική κι ορθόδοξη και αντιδρά βίαια εναντίον των νέων ιδεών που έρχονται από τη Δύση. Ο Κοραής χαρακτηρίζεται ως «φράγκος». Στην πραγματικότητα όμως, ο ορθόδοξος εθνικισμός, που περιφρονεί εν τούτοις το «ρυπαρό χαρακτήρα του Βυζαντίου», δεν εμποδίζει τη λογοτεχνία εκείνων των χρόνων, που αντιπροσωπεύεται απ' τους Φαναριώτες (1800 έως 1860 περίπου) κι αργότερα από την παλαιά Αθηναϊκή σχολή (1840-1875 περίπου), να μιμηθεί εξωτερικά κι επιπόλαια τους τρόπους της γαλλικής λογοτεχνίας, τον νεοκλασικισμό του ΙΗ' αιώνα και κατόπιν τον ρομαντισμό. Τέχνη και ποίηση είναι σπάνιες στιγμές σ' αυτή την άφθονη παραγωγή. Το μοναδικό της ενδιαφέρον είναι ότι αντανακλά τις πολιτικές και κυρίως τις εθνικές απογοητεύσεις».

Στην πραγματικότητα, το πνευματικό πλαίσιο εκείνης της εποχής επρόκειτο περί ενός αχανούς τοπίου απόψεων και προσδοκιών. Οι αδελφοί Αλέξανδρος (1803-1862) και Παναγιώτης Σούτσος (1806-1868), Φαναριώτες ποιητές, θα μπορούσαν να συμφωνούν με τους Επτανήσιους δημοκρατικούς στη βάση της προώθησης ενός διαφωτιστικού προγράμματος, αλλά ήσαν σαφώς αντίθετοι στο θέμα της γλώσσας και της σχέσης του ελληνικού κράτους με την αρχαία Ελλάδα. Η «καθαρεύουσα» φαινομενικά τους τοποθετούσε στο ίδιο στρατόπεδο με τους «λογιότατους», αλλά οι ρομαντικές ιδέες τους δημιουργούσαν πάντα μιαν απόσταση από τους «πανεπιστημιακούς». Οι δημόσιοι παράγοντες ήσαν κατά κύριο λόγο από την Κωνσταντινούπολη, επιθυμούσαν μια μεγάλη Ελλάδα, αλλά περιφρονούσαν τους προερχόμενους από τις υπόδουλες περιοχές. Επιζητούσαν την «ανάσταση» του κλασικού πολιτισμού, από κοινού με τη σταθερά εχθρική προς το αρχαιοελληνικό στοιχείο Εκκλησία, αλλά κατέφευγαν σε μιμήσεις ξένων συγγραφέων. Το φαινομενικό αυτό χάος οφείλεται στο γεγονός πως δεν υπήρχε άλλη συμπαγής ιδεολογία από την πίστη στην υποτέλεια. Οι «άρχοντες» του νεοσύστατου κράτους γνώριζαν να διοικούν μόνο κρατικούς μηχανισμούς που ανήκαν σε άλλους. Ησαν υπάλληλοι των Τούρκων και δεν επιθυμούσαν τίποτε περισσότερο από την υπαλληλία σε μια εξαρτημένη χώρα. Εξυπηρετούσαν μόνο τα συμφέροντά τους όπως τα όριζαν οι κατά καιρούς εργοδότες τους. Η «καθαρεύουσα», ο ρομαντισμός, το κλασικό πνεύμα και το ενδιαφέρον τους για τη λογοτεχνία ήσαν περιστασιακές επιλογές, δίχως πραγματικό ιδεολογικό αντίκρισμα. Δεν απεχθάνονταν τους Επτανήσιους επειδή έγραφαν στη «χυδαία» γλώσσα του λαού, αλλ' επειδή φοβούνταν πως αν κατείχαν καίριες θέσεις, θα προέκυπταν προβλήματα με τη διοίκηση ενός κράτους ήδη υποτελούς.

Η λογοτεχνία έπρεπε να ασκείται σαν ένα είδος διατεταγμένης ενασχόλησης, στο πλαίσιο του μόνου ρόλου που αναγνώριζαν στο νέο κράτος οι προστάτες του: σαν απόδειξη πως οι νέοι Έλληνες είναι απόγονοι των αρχαίων. Η λειτουργία αυτή της λογοτεχνίας ήταν η μόνη που αναγνωριζόταν από το ελληνικό κράτος μέχρι πολύ πρόσφατα. Είναι χαρακτηριστικό το θέμα της ομιλίας του Πέτρου Χάρη ως προέδρου της Ακαδημίας, περί τα εκατόν πενήντα χρόνια μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους: Μια Εθνική Υπηρεσία της Ελληνικής Λογοτεχνίας. Λέει λοιπόν ο ακαδημαϊκός: «...θεώρησα απαραίτητο να συμπληρώσω τον απολογισμό εκείνον με μιαν ευρύτερη έρευνα, που να εξηγεί ποιάν εθνική υπηρεσία προσφέρει η σημερινή ελληνική λογοτεχνία στο σύνολό της, όχι μόνο σαν παιδευτική αξία για τη διαμόρφωση πνευματικού πολιτισμού στον τόπο μας αλλά και σαν φωνή που πέρασε τα ελληνικά σύνορα και διαλαλεί σε όλο τον κόσμο ότι σ' αυτό το μικρό κομμάτι γης ζει ένας λαός που δεν αξίζει μόνο επειδή έρχεται από πολύ μακριά κι από ένδοξους προγόνους, αλλά και γιατί έχει δική του υπόσταση, δική του ζωή, δικές του δυνάμεις, και μπορεί πολύ καλά να σταθεί πλάι στους άλλους πολιτισμούς».

Αυτήν τη φωνή έπρεπε να συγκρατήσει η διανόηση του νεοσύστατου κράτους, που είχε ανακηρύξει σε εθνικό ποιητή του έναν ασήμαντο στιχουργό, αλλά γενναίο δημοκράτη, τον Αλέξανδρο Σούτσο. Τις δημοκρατικές του απόψεις δεν τις χρειαζόταν η Αθήνα των λογίων. Χρειαζόταν όμως την ανούσια ποίηση και τις εξωπραγματικές απόψεις του για τη γλώσσα. Ο Αλέξανδρος Σούτσος ποτέ δεν κατάλαβε πως η αποδοχή της ασήμαντης ποίησής του ήταν ο πολιτικός ευνουχισμός του. Η άποψη για την ποίηση που επικρατούσε στην Αθήνα της δεκαετίας του 1870, ήταν η ίδια που κατέθεσε ο Αλέξανδρος Σούτσος στο ποίημά του Η Ποίησις της Νεωτέρας Ελλάδος, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Αποθήκη των Ωφελίμων Γνώσεων, το 1839.


                          Εις τον ωραίον Βόσπορον, εις της τρυφής τα στήθη,
                          η ποίησις της νέας μας Ελλάδος εγεννήθη.
                          Εκεί ο Αθανάσιος, ο νέος Ανακρέων,
                          ωραία πρώτος έψαλε τα κάλλη των ωραίων˙
                          οι στίχοι του, εις ανθηρούς λειμώνας εμπνευσμένοι,
                          κ' εις των ρυάκων τον τερπνόν ψιθυρισμόν γραμμένοι,
                          των ρόδων και των μυρσινών την ευωδίαν έχουν,
                          και φυσικοί ως ρεύματα γλυκών ναμάτων τρέχουν,
                          'ς του οίνου την αμέριμνον ζωήν παραδομένος,
                          και Βάκχος εις την τράπεζαν κισσοστεφανωμένος,
                          της μέθης όταν την χαράν εντέχνως ζωγραφίζη,
                          τας ιδικάς του ηδονάς εις έπη καλλωπίζει.

                          Μ' αρχαίαν γεννηθείς ψυχήν, μ' αρχαίον χαρακτήρα,
                          την λύραν όταν έλαβεν ο Ρίζος εις την χείρα,
                          'ς τας ακοάς μας ήχησε γενναία μελωδία,
                          κ' εστρέψαμεν τα όμματα 'ς ταρχαία μας μνημεία˙
                          είν' άπορον πως, γεννηθείς εις δουλικάς ημέρας,
                          προ χρόνων τόσων έγραψεν ιδέας ελευθέρας.

                          Σκοπόν λαμπρότερον ποτέ δεν έλαβον αι Μούσαι,
                          παρ' όταν του Τυρταίου μας η σάλπιγξ αντηχούσε˙
                          τα θούριά του άσματα μας πυρπολούν ακόμα,
                          και βρέχομεν με δάκρυα του τάφου του το χώμα.

                          Του Απουλήου μιμητής πιστός ο Περδικάρης
                          αστείος είν' ενίοτε, αλλά τον λείπ' η χάρις,
                          κ' εις τον Ερμήλον του συχνά του Αριστάρχου τ' όμμα
                          ευρίσκει τον αδάμαντα κρυμμένον εις το χώμα.

                          Ο Κάλβος και ο Σολωμός, ωδοποιοί μεγάλοι,
                          κ' οι δύο παρημέλησαν της γλώσσης μας τα κάλλη˙
                          ιδέαι όμως πλούσιαι, πτωχά ενδεδυμέναι,
                          δεν είναι δι' αιώνιον ζωήν προωρισμέναι.

                          Η ποίησίς μας έλαβε και νεύρα κ' ευγλωττίαν
                          'ς του Οδοιπόρου την λαμπράν και τραγικήν μανίαν.
                          Ο Οδοιπόρος, θησαυρός ποικίλων νοημάτων,
                          και νέος κόσμος ιδεών, εικόνων κ' αισθημάτων,
                          με δυνατήν και ηχηράν οργάνων αρμονίαν,
                          εκφράζει του Δημιουργού την παντοδυναμίαν.

                          Κ' ημείς τας αδυνάτους μας και πρωτοπείρους χείρας,
                          κ’ ημείς εδοκιμάσαμεν 'ς το τόξον της Σατύρας,
                          και ψόγους δεν ελάβομεν της τόλμης μας μεγάλους.
                          Ευχόμεθα εις ποιητάς δοκιμωτέρους άλλους
                          τον δρόμον που ανοίξαμεν να τρέξωσιν αισίως.
                          Γλυκύτατος και χάρπιμος θα με φανή ο βίος,
                          εάν περί την δύσιν μου ιδώ πολλούς αστέρας
                          να λάμπουν εις του Παρνασσού τους φωτεινούς αιθέρας.


Ειλικρινής άνθρωπος ο Αλέξανδρος Σούτσος˙ ειλικρινής, γενναίος αλλά και μύωψ. Δεν μπόρεσε να διακρίνει το στοιχειώδες: πως τα οράματά του τα ρομαντικά και τα δημοκρατικά θα θάβονταν στα θεμέλια του σπιτιού που έχτισε. Σαν από ειρωνεία της τύχης, κάτω ακριβώς από το ποίημά του, στην ίδια σελίδα της Αποθήκης των Ωφελίμων Γνώσεων, φιγουράριζε το ακόλουθο ρητό του «Βάκωνος» [Sir Francis Bacon, 1561-1626]: «Η μάθησις δεν πρέπει να χρησιμεύη ως παλλακή, προς ηδονήν και μόνον η επίδειξην˙ ούτε ως δούλη, δια ν' αποκτά και να κερδαίνη προς χρήσιν του κυρίου της˙ αλλ' ως σύζυγος, δια τεκνοποιΐαν, καρπόν, και παραμυθίαν».

Το περιεχόμενο του ποιήματος του Αλέξανδρου Σούτσου θα γίνει στη διάρκεια των επομένων σαράντα χρόνων η πραγματικότητα της αθηναϊκής ποίησης. Αρχικά, έγιναν απολύτως αποδεκτές οι απόψεις του για τον Σολωμό. Το 1853, θα δημοσιευθούν στο περιοδικό Ευτέρπη δύο ποιήματα του Σολωμού, η Αυγούλα και Ο Θάνατος του Βοσκού. Κάτω από το δεύτερο, δημοσιευόταν και το ποίημα Ο Βοσκός τινός υπογράφοντος  με το ψευδώνυμο «Μύρων». Προφανώς, η Ευτέρπη ήθελε να καταδείξει την ποιητική ανωτερότητα της Αθηναϊκής Σχολής:


Παύσε, βοσκέ, την κάιδα σου κι ο χάρος καταβαίνει.
Βαστά δρεπάνι κοφτερό,
πετά μαζή με τον καιρό,
θερίζει και διαβαίνει.

-Οπ' αγαπά έναν άγγελο, το Χάρο δεν φοβιέται.
Πατεί και σιέται το βουνό,
και από τη γη στον ουρανό
ωσάν αετός πετιέται...  

Ο παραπάνω Χάρος είναι βέβαια μια αναπαραγωγή του Χάρου της φλαμανδικής ζωγραφικής. Η γλώσσα είναι ένα κακόηχο κατασκεύασμα που ξενίζει και τον πιο ανεκτικό αναγνώστη. Τα δύο αυτά χαρακτηριστικά θα τυποποιηθούν και θα χαρακτηρίσουν την ποιητική παραγωγή για περισσότερο από τρεις δεκαετίες, αφού το περιοδικό Ευτέρπη απηχούσε τις απόψεις του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή (1809-1892), ενός πολυπράγμονος Φαναριώτη, ο οποίος χρημάτισε καθηγητής του πανεπιστημίου, πρόεδρος παντός είδους σωματείου και εταιρείας, υπουργός, διπλωματικός, και φυσικά πολυγραφότατος διανοούμενος: ο ολοκληρωμένος υπάλληλος της βρετανικής αυτοκρατορίας δηλαδή.

Η θετικότερη άποψη για την επιμονή αυτού του ανθρώπου όχι μόνον να πατάρει ακατάσχετα στίχους αλλά να απαιτεί να θεωρείται και μέγας δάσκαλος της ποίησης -εκτός φυσικά από την απεριόριστη εκτίμηση που έτρεφε προς αυτόν ο Παλαμάς- βρίσκεται στα λίγα λόγια που του αφιέρωσε ένας από τους πιο ισορροπημένους πνευματικούς ανθρώπους της εποχής εκείνης, ο Δημήτριος Βικέλας. Γράφει στη μικρή αυτοβιογραφία του: «Εκτός των ποιημάτων και των δραμάτων του, εδημοσίευσε μεταφράσεις πεζάς και εμμέτρους, έγραψε διηγήματα,  έγραψε  βιβλία   περί  αρχαιολογίας,   έγραψε βιβλία   παιδικά,   σχολικά... και   τι  δεν   έγραψε! Αλλά  δεν πρέπει να λησμονηθή,  ότι ολίγοι τότε ήσαν οι δυνάμενοι να γράφουν προς φωτισμόν του έθνους, αι δε ανάγκαι ήσαν πολλαί και ποικίλαι. Ο Ραγκαβής δια να τας θεραπεύση εσπατάλησε τον διανοητικόν   του πλούτον. Τον εσπατάλησεν αφειδώς κατά την πρώτην περίοδον της εθνικής διαπλάσεως, με όσην αυταπάρνησιν και οι έχοντες χρήματα κατά την επανάσταση τα εθυσίαζαν υπέρ του Εθνους. Κατόπιν η φιλοπονία του έγεινε συνήθεια και η πολυγραφία του εξηκολούθησεν άνευ της προτέρας ακμής, ίσως δε και άνευ της προτέρας εθνικής ανάγκης. Αλλ' εξ όσων έγραψεν εις την νεότητά του τίποτε ίσως δεν ήτο περιττόν τότε η άσκοπον».

Η επιμονή του Ραγκαβή στην αναβίωση του αρχαίου γλωσσικού κάλλους, μια επιμονή που κάλυπτε τελικώς την αδυναμία του να κατανοήσει την πραγματική δυναμική της ελληνικού πολιτισμού ως κοινωνικού παραγώγου, καθήλωσε τη λογοτεχνία αρκετά χρόνια. Αλλωστε, σε μια παρόμοια καθήλωση προέβη και ο μαθητής του Κωστής Παλαμάς. Αφού ο δεύτερος τούτος, με τη δημοσιογραφική πείρα του και τη δυνατότητα πολλαπλών κοινωνικών ελιγμών, που τον διέκρινε, προχώρησε στο σημαντικό και ιστορικά απαραίτητο βήμα της καθιέρωσης της δημοτικής ως γλώσσας της ποίησης, δεν έδωσε παρά μια εθνικά καταστροφική όψη της συνέχειας του ελληνισμού, γεμάτη προπαγανδιστικό υπερσυναισθηματισμό. Το χαρακτηριστικό αυτό του το μετέδωσε η αγάπη του για την ποίηση και τη σκέψη του Ραγκαβή. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός πως τη σχετική με την «ανάσταση του τελευταίου Παλαιολόγου» παράδοση, ενώ ο Βιζυηνός την αντιμετώπισε ως παράδοση, ως πύκνωση των ελπίδων ενός λαού, η οποία μπορεί να αποτελέσει βάση για τη δημιουργία μιας ποιητικής ευαισθησίας, ο Παλαμάς την αντιμετώπισε σαν πραγματικότητα, σαν ιστορικό αίτημα. Από αυτήν την άποψη έδρασε ευεργετικά για τη σύγχρονή του πολιτική απελευθέρωσης των υπόδουλων Ελλήνων, αλλά ενέπλεξε την ποίηση σε μιαν αδιέξοδη περιπέτεια εξυπηρέτησης της εθνικής ταυτότητας. Εκτοτε ο Παλαμάς αποδέχθηκε τον ρόλο του εθνικού βάρδου και απέρριπτε κάθε προσπάθεια ανανέωσης του ποιητικού λόγου.

Η ποιητική στερεοτυπία όμως δεν ήταν το μόνο χαρακτηριστικό της ποιητικής παραγωγής στην πρωτεύουσα του νεοσύστατου κράτους. Η προγραματικότητα ερχόταν πάντα να ολοκληρώσει το έργο της αποδυνάμωσης κάθε δημιουργικότητας. Η ευχή του Αλέξανδρου Σούτσου να δει «πολλούς αστέρας να λάμπουν εις του Παρνασσού τους φωτεινούς αιθέρας», πραγματοποιήθηκε με τη διοργάνωση πανεπιστημιακών ποιητικών διαγωνισμών, των οποίων οι κριτές έθεταν αυστηρές προϋποθέσεις. Οι «αστέρες» που «έλαμψαν» σ' αυτούς τους διαγωνισμούς, πολλές φορές τάραξαν ακόμη και τους κριτές, που πρότυπό τους είχαν τον τρόπο με τον οποίο «διηγωνίζοντο οι ραψωδοί εν τοις Παναθηναίοις ενταύθα και αλλαχού εν εορταίς...».

Φυσικά, οι προδιαγραφές που έθεταν οι ως άνω κριτές ήσαν λίγο-πολύ ανισορροπίες αποκομμένων από την κοινωνική ζωή «γραμματικών». Ενας λαμπρός άνθρωπος, σπουδαίος πολεμιστής και εξαιρετικά ενδιαφέρων ποιητής, ο Γεώργιος Ζαλοκώστας (1805-1858), αναγκάστηκε με κείμενό του στο περιοδικό Ευτέρπη, να τους θυμήσει πως η ποίηση είναι «Φως και αλήθεια, καρδία και νους, γενναιότης και υπερηφάνεια, αγάπη και έρως, πατρίς και καθήκον, και ο μάρτυς πολεμιστής όταν κραδαίνη την λόγχην, και ο παις όταν επιδιώκη την χρυσαλίδα, η αγρία της τρικυμίας κραυγή, το γλυκύ της αηδόνος κελάδημα, η μοσχοβόλος ανθοδέσμη της νεονύμφου, το σπαραξικάρδιον νεκροφίλημα. Αλλ' ας έρπωσιν, έχιδναι φαρμακεραί της κοινωνίας, ο φθόνος και η σχολαστικότης, ας βασανίζη τον άδικον πλούτον ο κόρος, ως ο άδης του Δάντη την κολαζομένην κακίαν. Ταύτα ως λώβην τα αποφεύγει η ποίησις, όταν όμως τα απαντά τα στιγματίζει...».

Μάταιο ήταν το «μάθημα» του Ζαλοκώστα, ο οποίος θ’ αυτοκτονούσε μετά από τρία χρόνια. Μάταια οι Επτανήσιοι συνέχιζαν να πραγματοποιούν το ευεργετικό έργο της συγκρότησης μιας εθνικής λογοτεχνίας. Η «διακοσμική» ποίηση της Αθήνας παρέμενε πιστή στις επιταγές των πανεπιστημιακών διαγωνισμών, που μόνο στόχο είχαν να βεβαιώσουν τους Ευρωπαίους πως οι Ελληνες δεν έχουν απαίτηση άλλη από την επιβίωση ως υπολείμματα του ενδόξου παρελθόντος τους. Η επανάσταση είχε τελειώσει για τους Ελληνες. Τα «ανατρεπτικά» φαντάσματα που πλανώνταν πάνω από την Ευρώπη δεν θα σκίαζαν τη νομοταγή ελληνική γη! Ακόμη και η περίφημη διαμάχη Ροΐδη-Βλάχου υπήρξε μια αδιέξοδη τρύπα, στο εσωτερικό της οποίας έσπαγε το αυγό μιας φρικτής για τους διανοούμενους ηττοπάθειας.

«Ποίησιν η Ελλάς δεν είναι δυνατόν επί του παρόντος να ελπίζη», διακήρυττε ο Ροΐδης (1836-1904) από το βήμα του Παρνασσού. «Είναι αδύνατον να νοηθή και να υπάρξει ποιητής εκτός μιας οιασδήποτε ποιητικής ατμοσφαίρας και τοιαύτην σήμερον δεν έχομεν εισέτι ουδέ την εμπνέουσαν τους εσπερίους ποιητάς νόσον του αιώνος νοσούμεν». Σωστή σκέψη, παράλογο συμπέρασμα. Ασφαλώς δεν μπορεί να υπάρξει ποιητής χωρίς ποιητική ατμόσφαιρα. Αλλά ποιητική ατμόσφαιρα δεν μπορούσε να υπάρξει στην Αθήνα, στην πρωτεύουσα που «καλλιεργούσε τα αρχαία γράμματα με σχολαστικό πάντοτε τρόπο, την καθαρεύουσα γλώσσα με τα ανάλογα αψυχολόγητα παιδαγωγικά συστήματα και όλες τις ψευτοκλασικές παραδόσεις», όπως σημείωνε μετά από πολλά χρόνια ο Γ. Σκληρός. Στην Ελλάδα που παρέμενε σκλαβωμένη, αυτή η ατμόσφαιρα υπήρχε. Μπορεί να μην ήταν ανάλογη με την «ασθένεια του αιώνα», την περίφημη ασθένεια του «Fin de siècle», αλλά είχε τη δύναμη να στηρίξει πολλούς ποιητές με το πλάτος και το βάθος της παράδοσής της. Ο Αγγελος Βλάχος, βέβαια, δεν τολμούσε να χρησιμοποιήσει τέτοια επιχειρήματα. Αρκέστηκε να υποβάλει σε τυπικό λογικό έλεγχο τους συλλογισμούς του Ροΐδη. Το απόλυτο αδιέξοδο: η μοχθηρή απαισιοδοξία απέναντι στη λογιστική της ζωής! Κι όμως ο Ροΐδης κάτι ήθελε να πει, μα δεν μπορούσε να το εκφράσει, γιατί δεν γνώριζε να σκέπτεται με πολιτικούς όρους, όπως οι περισσότεροι διανοούμενοι της Αθήνας. Σκέπτονταν με όρους άμεσου τακτικού ελιγμού, προκειμένου να επιβιώσουν σ' ένα αρπακτικό περιβάλλον μικροσυμφερόντων. Ηθελε να πει πως «ενώ στην Ευρώπη έβραζε [...] η κοινωνική πρόοδος, στην Ελλάδα πολλοί ηλιθίως εμακάριζαν τον τόπον τους ως τον καλύτερο της Ευρώπης...». Αλλά τα παραπάνω λόγια ανήκουν και αυτά στον Γ. Σκληρό. Οπως ανήκει και η σαφέστερη περιγραφή της κατάστασης της ποίησης της Αθήνας: «Η ποίησις, εμπνευσθείσα και αναπτύξασα κατά τον απελευθερωτικόν αγώνα όλην της την ειλικρίνειαν και τον ενθουσιασμόν, περιήλθεν κατόπιν εις μαρασμόν, ως εκ  της ελλείψεως  νέων κοινωνικών ιδεωδών».

Δεν ήταν η γλώσσα ουσιαστικά αυτό που δημιουργούσε το μεγάλο πρόβλημα, ούτε η μακρά λογοτεχνική παράδοση. Ηταν η απουσία νέων κοινωνικών ιδεωδών. Αυτή η απουσία ανάγκασε τον Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο (1856-1910) να φύγει από την Ελλάδα και να γίνει για πάντα Jean Moreas. Αυτή η απουσία ανάγκασε τον Βιζυηνό να περιφέρεται στην Ευρώπη, γυρεύοντας να ξεδιψάσει με ιδέες, και στον σχεδιασμό της υπέρβασης αυτής της απουσίας ήταν που έπαιξε σημαντικότατο ρόλο.

Τέτοιο ήταν το κοινωνικό και φιλολογικό περιβάλλον της Αθήνας, όταν ο Γεώργιος, μαθητής ακόμη, υποβάλλει το επικολυρικό ποίημα Ο Κόδρος στον Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό του 1874. Εδωσε στους κριτές αυτό που ήθελαν και πήρε το πρώτο βραβείο. Ο Αλέξανδρος Ραγκαβής, επικεφαλής της κριτικής επιτροπής, έχοντας αρχίσει να ερωτοτροπεί με τον παρνασσισμό, προκρίνει το κλασικιστικό ποίημα του νεαρού μαθητή.

Ο Κόδρος είναι γραμμένος σε γλώσσα αρχαΐζουσα, η οποία όμως χαρακτηρίζεται από ένα είδος ρώμης, που οφείλεται στην απουσία ψευτοδημοτικής μετρικής. Πότε η φυσικότητα των σκηνών και πότε οι ομηρότροπες μεταφορές ειδοποιούν τον αναγνώστη για το ποιητικό ταλέντο και τις φιλολογικές γνώσεις του ποιητή. Στ' αλήθεια, εάν οι παρακάτω στίχοι δεν ήσαν αναγκασμένοι να ακολουθήσουν την τακτική των ομοιοκαταληξιών, το κείμενο που θα προέκυπτε θα ήταν ενδεχομένως απολαυστικότητα με τα σημερινά μοντερνιστικά δεδομένα.
 

Εστηριγμένος εις μέγα δόρυ
της Ακροπόλεως ο σκοπός
δια την έκτακτον εδυσφόρει
ομίχλην, γίγας αγριωπός.
Τραχύς ο ήχος το ους του πλήττει˙
αλλά τον ήρωα τις εκπλήττει;
Ως δασυχαίτης βρυχάται λέων
και των φαράγγων κλονεί την γην,
ούτω «Σ' τα όπλα» μένεα πνέων
εκείνος ρήγνυσι την κραυγήν.

Κ' ευθύς, ησύχους πριν, τας Αθήνας
ανατινάσσει επί ποδός.
Με ποτάμιας όμοιον δίνας
ορμά το πλήθος ταραχωδώς.
Αλλος τη πύλη πρόμαχος τρέχει˙
άλλος το τόξον έτοιμον έχει˙
πάντες ταχύποδες αναβαίνουν
την Κεκροπίαν μετά βοής,
ενώ αι σύζυγοι, που πηγαίνουν,
τους ερωτώσι περιδεείς.


Ας το διαβάσουμε τώρα ως εξής:

Γίγας αγριωπός, εστηριγμένος εις μέγα δόρυ,
της Ακροπόλεως ο σκοπός εδυσφόρει δια την έκτακτον ομίχλην.
Τραχύς πλήττει το ους του ο ήχος˙
αλλά τις εκπλήττει τον ήρωα;
 Ως δασυχαίτης λέων βρυχάται και κλονεί την γην των φαράγγων,
ούτω εκείνος μένεα πνέων ρήγνυσι την κραυγήν «'Σ τα όπλα».
Κ' ευθύς τας ησύχους πριν Αθήνας ανατινάσσει επί ποδός.
Με ποτάμιας δίνας όμοιον ορμά ταραχωδώς το πλήθος.
Αλλος τη πύλη πρόμαχος τρέχει˙
άλλος το τόξον έτοιμον έχει˙
πάντες ταχύποδες την Κεκροπίαν αναβαίνουν μετά βοής,
ενώ αι σύζυγοι περιδεείς, τους ερωτώσι που πηγαίνουν.

Το παραπάνω κείμενο πολύ λίγο απέχει από το ποιητικό ιδίωμα του Κωνσταντίνου Καβάφη (1863-1933). Κι αυτό μαρτυρεί την εσωτερική δυναμική της ποίησης του Βιζυηνού˙ και την εσωτερική ενότητά της, ασφαλώς, επί της οποίας τόσο επέμενε ο Αγγελος Σικελιανός (1884-1951).

Τον  Ιούνιο της ίδιας χρονιάς, ο Γεώργιος τελειώνει το Γυμνάσιο και τον Σεπτέμβριο εγγράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή. Αμέσως καταλαβαίνει πως εκεί δεν πρόκειται να ξεδιψάσει εύκολα τη φιλομαθή ψυχή του. Στη Φιλοσοφική Σχολή δίδασκαν εκείνη την εποχή φιλολογία οι Στέφανος Κουμανούδης (1818-1899) και Γεώργιος Μιστριώτης (1840-1916),  άριστοι επιστήμονες, αν και καθηλωμένοι στο όραμα της νεκρανάστασης του αρχαίου πολιτισμού. Ωστόσο, ο Βιζυηνός δεν σκόπευε να δαπανήσει τη ζωή του στη γραμματική. Θέλει να φύγει στο εξωτερικό. Μόλις τελειώνουν τα μαθήματα του πρώτου έτους, φεύγει για την πατρίδα του και ύστερα επισκέπτεται τον Ζαρίφη. Εκείνος συμφωνεί με την ιδέα για σπουδές στην Ευρώπη. Ο Γεώργιος επιστρέφει στην Αθήνα, παίρνει πιστοποιητικό σπουδών και στις 23 Οκτωβρίου του 1875 εγγράφεται στο Πανεπιστήμιο της Γοττίγγης, στη Γερμανία. Γοττίγη, Λειψία, Βερολίνο: έξι χρόνια σπουδές στην καρδιά μιας Ευρώπης που είχε περάσει με επιτυχία τις εξετάσεις στην περίοδο της εξέγερσης του 1848, αλλά δεν μπορούσε ακόμη ν' αποφασίσει για τη σταδιοδρομία της. Για περίπου δύο χρόνια θα παρακολουθήσει τους σημαντικότερους δασκάλους των ανθρωπιστικών επιστημών. Ο ρομαντικός κόσμος της μοναρχίας, της φιλοσοφικής μεταφυσικής και της αγροτικής νοοτροπίας γκρεμιζόταν δίνοντας τη θέση του στον ανερχόμενο κόσμο της δημοκρατίας, των θετικών επιστημών και του οργανωμένου καπιταλισμού. Τα πάντα άλλαζαν και οι αλλαγές αυτές άφηναν ανερμάτιστο το κοινωνικό υποκείμενο. Η ανακάλυψη πως το Σύμπαν είναι φτιαγμένο από «σκέτη» ύλη, πως ίσως ο άνθρωπος δεν είναι παρά μια εξέλιξη του πιθήκου, πως τα συναισθήματα και οι σκέψεις δεν είναι παρά «προϊόντα» του νευρικού συστήματος και πως ο Θεός δεν υπάρχει (τουλάχιστον πάνω από τα σύννεφα), δεν ήταν κάτι ανώδυνο˙ ιδίως από τη στιγμή που αυτή η εικόνα του κόσμου πυροδοτούσε την εισβολή στο ιστορικό προσκήνιο αδρανών μέχρι εκείνη τη στιγμή ανθρώπων. Το χεγκελιανό φιλοσοφικό σύστημα, που συνέδεε τη φιλοσοφία με τη θρησκεία και την πολιτική είχε προ πολλού καταρρεύσει κάτω από τα χτυπήματα της ανελέητης κριτικής του Μαρξ. Την ίδια στιγμή, οι φυσικές επιστήμες εργάζονταν με πυρετώδεις ρυθμούς για την αποκάλυψη όλο και περισσοτέρων πλευρών των φυσικών φαινομένων. Επιπροσθέτως, η επιστημονική ήπειρος της Ιστορίας σχηματιζόταν αργά αλλά και αδρά στο κέντρο του δυτικού πολιτισμού. Ηταν πια φανερό πως έπρεπε να μετατραπούν οι λογικές προκείμενες επί των οποίων στηρίζονταν τα δικαιώματα του κράτους, της Εκκλησίας και της θεσμοθετημένης σκέψης. Κι ακόμη έπρεπε ν' αλλάξει ο τρόπος με τον οποίον οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν τον έρωτα, τον θάνατο, την τέχνη, τη λογική, την ηθική. Οι Ευρωπαίοι λοιπόν ήταν στριμωγμένοι ανάμεσα στον παλιό ρομαντισμό του ηθικά υπεύθυνου υποκειμένου και στον νέο υλισμό του «εξελιγμένου» ζώου. Στη λογοτεχνία, ο ρομαντισμός, τον οποίο ο Ερρίκος Χάινε είχε προ πολλού χαρακτηρίσει σαν μια προσπάθεια αναβίωσης του πρωτοχριστιανικού πνεύματος,  διατηρούσε ακόμη το κύρος του, δεδομένου ότι δεν υπήρχε άλλο παράδειγμα έκφρασης. Οι εφραστικές αναζητήσεις υποχωρούν σχετικά, ακολουθώντας την υποχώρηση της ηγεμονικής θέσης της Γερμανίας στο ευρωπαϊκό στερέωμα. Ο ποιητής και δημοκράτης πολιτικός Λούντβιχ Ούλαντ [Ludwig Uhland. 1787-1862], που εκλαΐκευσε τον ποιητικό ρομαντισμό στιχουργώντας γερμανικούς λαϊκούς μύθους, έχει ακόμη πέραση. Η συνεχής υπόμνηση του παρελθόντος με τις δοκιμασμένες αξίες ετόνωνε το εθνικό συναίσθημα των Γερμανών, και παράλληλα συντηρούσε τη γλωσσική καλαισθησία, αφού οι στίχοι του Ούλαντ χαρακτηρίζονται από μορφική τελειότητα και προσεκτικά λαξευμένο πάθος. Τα ποιήματά του προσέφεραν συγκίνηση, χωρίς ακρότητες και πειραματισμούς. Είναι φανερό πως ο Ούλαντ υπήρξε πρότυπο για τον Βιζυηνό, στον βαθμό που ο ποιητής μας προσπάθησε να οριοθετήσει το χρέος του.

Από την εποχή αυτή πρέπει να χρονολογείται η σύλληψη ενός ποιητικού προγράμματος, το οποίο ο Βιζυηνός δεν μπόρεσε καν να θέσει σε εφαρμογή. Πρόκειται για την παραγωγή αφηγηματικών ποιημάτων με θέματα παρμένα από τις λαϊκές παραδόσεις. Στη σύλληψη αυτού του προγράμματος φαίνεται πως έπαιξαν ρόλο αρκετοί παράγοντες. Ο σημαντικότερος από αυτούς ήταν η στροφή του ποιητικού λόγου σε όλη την Ευρώπη προς τον διδακτισμό. Η ρομαντική εξέγερση ενάντια στη σταδιακή «βιομηχανοποίηση» της κοινωνικής ζωής είχε ξεπέσει σε μια διαδικασία παχύσαρκης αναπαραγωγής «ερωτοπαθών» ηρώων, και ο πεζός λόγος ανερχόταν με ορμή στις προτιμήσεις των αναγνωστών παρουσιάζοντας μιαν έντονη τάση εμπορευματοποίησης. Οι ποιητές έπρεπε να αντιδράσουν. Η μέριμνα περί τη μορφή φαινόταν σχεδόν απαραίτητη, προκειμένου να μην χάσει τον ιδιάζοντα αισθητικό ρόλο της η ποίηση. Απαραίτητη επίσης φαινόταν η διατήρηση ορισμένων αξιών με βαθιές ιστορικές ρίζες και πλατιά αποδοχή από τον απλό λαό. Επιπλέον, η ραγδαία ανάπτυξη μιας ύστερης ρομαντικής συμπάθειας προς το λαϊκό στοιχείο, σαν αντίδραση προς τον λαϊκισμό της αγοράς, που διέβρωνε σταδιακά τον κοινωνικό ιστό, έστρεψε τους ποιητές ενάντια στον χριστιανισμό, με την καλυμμένη μορφή του ενδιαφέροντος για το παγανιστικό παρελθόν ή με τη στροφή προς τον πανθεϊσμό. Αξίζει να επισημάνουμε πως ο Ερρίκος Χάινε είχε δώσει μεγάλη προσοχή σ’ αυτήν τη στροφή προς τον πανθεϊσμό, θεωρώντας τον σοσιαλισμό ως μια μορφή πανθεϊσμού. Η μπαλάντα και το σονέτο ήσαν εκείνα τα ποιητικά είδη που συγκέντρωναν τις περισσότερες αρετές για τη διεκπεραίωση των παραπάνω καλλιτεχνικών προσταγών. Το σονέτο όμως έχει χαρακτήρα κάπως αριστοκρατικό, επικεντρώνεται αποκλειστικά στην προσωπική φωνή του ποιητή. Η μπαλάντα έχει τη δυνατότητα να προσφέρει την απόλαυση που προσφέρει ένα διήγημα στον αναγνώστη, επειδή μπορεί να αφηγηθεί μιαν ιστορία. Επειτα εξασφαλίζει στον ποιητή κάποιον χώρο για διδαχή, δίχως την απροκάλυπτη αμεσότητα του σονέτου. Τέλος, είναι ή μπορεί να είναι στιχουργικά περίτεχνη. Το ποιητικό πρόγραμμα που συνέλαβε ο Βιζυηνός βρισκόταν σε απόλυτη αρμονία με τις ευρωπαϊκές εξελίξεις και επιπλέον μπορούσε να εκτελέσει ευεργετικές λειτουργίες σε μια χώρα που αγωνιζόταν να ολοκληρωθεί εδαφικά, πολιτικά και πολιτιστικά. Δυστυχώς είχε ένα μεγάλο αρνητικό: έδινε φωνή σ' έναν λαό που οι άρχοντές του πάλεψαν με κάθε μέσο να δαμάσουν και να φιμώσουν. Αρκεί να σκεφτεί κανείς πως εν έτι 1922 ο διορισμένος από το ελληνικό κράτος έπαρχος της Σμύρνης πίστευε πως ήταν καλύτερα να μείνουν στην Ιωνία οι Ελληνες και να σφαγούν από τους Νεοτούρκους παρά να μεταβούν στην κυρίως Ελλάδα και να ανατρέψουν τις πολιτικές ισορροπίες.

Το ποιητικό αυτό πρόγραμμα ήταν το δεύτερο που ετίθετο στην ιστορία της νέας ελληνικής ποίησης. Το πρώτο ήταν το αδικοχαμένο πρόγραμμα του Σολωμού για τη δημιουργία ενός μεγάλου συνθετικού έργου, που θα πραγματοποιούσε την ιδέα του έθνους μέσω της ποίησης, όπως η απόλυτη ιδέα του Χέγκελ πραγματοποιεί τον εαυτό της περνώντας πρώτα μέσα από τη σάρκα του κόσμου. Ο Βιζυηνός διδάχθηκε από σοφούς που είχαν ήδη αποδεχθεί την αναγκαιότητα αντιστροφής του χεγκελιανού φιλοσοφικού συστήματος. Ο θετικισμός που είχε απελευθερώσει ακαριαία ο Μαρξ επέβαλε, ακόμη και στους αντιπάλους του, μια πιο ρεαλιστική σκέψη. Ετσι, για τον Βιζυηνό η υποδοχή των προϊόντων του έθνους στην ποίηση φαινόταν να είναι μόνο το πρώτο βήμα για τη σταδιακή συγκρότηση της ιδέας του έθνους. Το πρόγραμμα του Βιζυηνού το εξετέλεσε ο Παλαμάς, με αξιοθαύμαστη ποιητική επάρκεια, αλλά επιστρέφοντας μάταια και εντελώς αναχρονιστικά στον ιδεαλισμό του Σολωμού. Δυστυχώς, δεν ήταν Σολωμός και το έθνος δεν είχε ανάγκη από μια «Μεγάλη Ιδέα». Είχε ανάγκη από ιδέες. Η αδυναμία ιδεών οδήγησε στην εκτός τόπου και χρόνου φρικτή συντριβή.

Η συλλογή Αραις, Μάραις, Κουκουνάραις ή Βοσπορίδες Αύραι, την οποία ο Βιζυηνός κατέθεσε στον  Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό του 1876, δεν έχει σχέση με το ποιητικό του πρόγραμμα. Ωστόσο, αποδεικνύει πως η γλωσσική απλότητα και ο εικονοπλαστικός νατουραλισμός αποτελούν πια στοιχείο του προσωπικού ύφους. Ο Αποχωρισμός είναι ένα από τα πιο επιτυχημένα ποιήματα που έχουν γραφτεί στην καθομιλουμένη γλώσσα μας, και οδηγεί τον ποιητή πολύ μακριά από τα επίπλαστα αισθήματα του τυποποιημένου φιλολογικού κόσμου. Δραματική ένταση, βάθος συναισθημάτων, αρμονική συνεργασία των εικόνων με το θέμα, γλωσσική διαύγεια, μουσικός λυρισμός, και εικαστική τόλμη, που προωθεί την εσωτερική δυναμική του λαϊκού λόγου, συνθέτουν ένα αριστούργημα, στο οποίο εκδηλώνεται μια ποιητική ιδιοφυία με υπαρκτικό βάθος και υπαρξιακό πλάτος. Η καρδιά της μάνας είναι «κρύσταλλο», ο νους της «σαλεύει σαν δενδρί». Μπροστά στα μάτια του παιδιού, «τρέχει η στράτα σαν νερό». Τέτοιες εικόνες δεν είχε ξαναδεί η ελληνική ποίηση από την εποχή του Σολωμού και του Κάλβου. «Σαν τα κλαδιά των δέντρων είναι τα μαλλιά», θα γράψει μετά από πενήντα χρόνια ο Μίλτος Σαχτούρης, φωτίζοντας τον μοντερνισμό του Βιζυηνού με τον τρόπο που μόνο ένας ποιητής μπορεί να φωτίσει έναν ποιητή: με την πράξη της ποίησης. Στο ίδιο βιβλίο, το «σκωπτικό» ποίημα Ο Νέος Τροβαδούρος εν Αθήναις επιτίθεται κατά της κακογραφίας των συγχρόνων του με τόσο γοητευτικό τρόπο, ώστε δεν αφήνει περιθώρια για θυμούς και αντιδράσεις.


Ο ΝΕΟΣ ΤΡΟΒΑΔΟΥΡΟΣ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ


                                            Μα του Παρνασσού τας κίσσας
                                            και το δέρμα του Μαρσύου,
                                            κ' εγώ πρέπω μεταξύ σας,
                                            ποιηταί από γραφείου!
                                            Δόξαν επαιτών και κλέος,
                                            σύρω εκ τετριμμένης πήρας,
                                            τροβαδούρος κ' εγώ νέος,
                                            λείψανον θραυσθείσης λύρας
                                            και σας ψάλλω καθαρά:
                                            τραλαλά, τραλαλαρά,
                                                    «άραις μάραις
                                                    κουκουνάραις».


                                            Κ' εγώ μέλπων, καταισχύνω
                                            τας Αρκαδικάς Σειρήνας
                                            και γενναίον ζύθον πίνω
                                            εις τας κλασικάς Αθήνας
                                            και σοβώ δια του πλήθους
                                            υψηλαύχην μουσοπώλος,
                                            υπό θέρμης κακοήθους
                                            παρακρούων ασυστόλως,
                                            δεξιά κι' αριστερά:
                                            τραλαλά, τραλαλαρά,
                                                     «άραις μάραις
                                                    κουκουνάραις».


Κ' εγώ γράφω. Κι' αν ο χάρτης
λείψη εκ της πολυγραφίας
(ο πιστός μου κύων μάρτυς,
μετασχών της εργασίας)
πάσαν θύραν, πάντα τοίχον,
προς το πείσμα των κυρίων,
καταβρέχω δια στίχων
και τον κάλαμόν μου ξύων,
σχεδιάζω τολμηρά:
τραλαλά, τραλαλαρά,
                                                     «άραις μάραις
                                                    κουκουνάραις».

         Τους κριτάς κ' εγώ φορτίζω,
                                             ως τον Ηρακλήν Αυγείας
και την δάφνην τοις χαρίζω,
                                            αν μοι δώσουν τας χιλίας.
                                            Αν μ' εκδάρουν πλην το δέρμα,
                                            παρ' αξίαν εννοείται
                                            και το τελευταίον σπέρμα
                                            του νοός μου εξαντλείται
                                            εν τω σπείρειν μοχθηρά:
                                            τραλαλά, τραλαλαρά,
                                                     «άραις μάραις
                                                    κουκουνάραις».


Λοιπόν, μα τας λάλους κίσσας
και τον μάρτυρα Μαρσύαν,
κ' εγώ πρέπω μεταξύ σας,
κύκνοι κατά φαντασίαν.
Αφού προς κοινόν μας κλέος,
την πατρώαν λύραν σύρας,
τρουβαδούρος εγώ νέος,
εκ της παλαιάς μου πείρας,
σας τα είπον φανερά:
τραλαλά, τραλαλαρά,
                                                     «μ' άραις μάραις
                                                    κουκουνάραις».


Εν εκστάσει κ' εγώ θώκον
ποιητού και δάφνην είδον
και οιστρήλατος διώκων
τον χορόν των Ιλισίδων,
αχ, προσκρούσας εκυλίσθην
εις του ποταμού τους βράχους
και οπόταν αφυπνίσθην,
έψαλον με τους βατράχους,
εις τ' ακάθαρτα νερά:
τραλαλά, τραλαλαρά,
                                                     «άραις μάραις
                                                    κουκουνάραις».


Κ' εγώ, οσάκις εις την πόλιν
μείνει η Μούσα άνευ ζωπύρου,
ανταλλάσω την ασβόλην
με την δρόσον του Φαλήρου˙
κι' ασπασθείς, δια της αύρας,
τας γυμνάς των Ναϊάδων,
κυνηγώ χελώνας, σαύρας,
δι' ακάρπων πεδιάδων,
τονθορίζων σοβαρά:
τραλαλά, τραλαλαρά,
                                                     «άραις μάραις
                                                   κουκουνάραις».


Το ποίημα αυτό ακολουθεί ένα ιδιαίτερο γλωσσικό μοντέλο, συνηθισμένο στην ποίηση των τροβαδούρων της Προβηγκίας, όπου το καυτηριάζειν είναι μια ευκαιρία για πνευματώδη ποίηση και όχι η ποίηση ένα μέσο για  σάτιρα. Δεν πρόκειται για την επτανησιακή, ιταλικής προέλευσης σάτιρα, που χώνει βαθιά τα νύχια της στο ήδη καταδικασμένο θύμα. Πρόκειται για μια ειρωνεία που σπάζει κόκαλα, αντιμετωπίζοντας με συμπάθεια τον σατιριζόμενο - ο οποίος συνήθως είναι ο ίδιος ο ποιητής, δημιουργώντας ένα πλαίσιο ειρωνείας εντελώς άγνωστο στη νέα ελληνική λογοτεχνία, όχι όμως και στην ελληνική γλώσσα.

Την επόμενη χρονιά θα πάρει πάλι μέρος στον Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό με τη συλλογή Εσπερίδες, στην οποία θέτει σε εφαρμογή το ποιητικό του πρόγραμμα. Στιχουργεί εκτενή ποιήματα με θέματα παρμένα από λαϊκές παραδόσεις. Θα τιμηθεί μόνο με έπαινο. Η πρότασή του δεν έγινε αποδεκτή. Ορισμένα από τα ποιήματα εκείνης της συλλογής που δεν εκδόθηκε ποτέ -όπως και οι Βοσπορίδες Αύραι άλλωστε- θα τα γνωρίσουμε εκ νέου επεξεργασμένα στις Ατθίδες Αύραις.

Αφού παρουσιάζει στη Γοττίγη τη διδακτορική διατριβή του, με θέμα την ψυχολογική και παιδαγωγική σημασία του παιχνιδιού, και ανακηρύσσεται διδάκτωρ της φιλοσοφίας, επιστρέφει στην Αθήνα τον Νοέμβριο του 1881, μέσω Παρισίων. Διαθέτει τις σημαντικότερες γνώσεις που θα μπορούσε να διαθέτει ένας διανοούμενος της εποχής του, και σκοπεύει να τις προσφέρει στην πατρίδα του. Ομως οι πρώτες κιόλας ενέργειές του προκαλούν την οργή του παρασιτικού -πανεπιστημιακού ή όχι, καθεστωτικού ή μη- κατεστημένου. Στη διάρκεια των ετών που απουσίαζε είχαν αλλάξει πολλά.

Παρά τη σχετική ανάπτυξη των δεικτών της οικονομίας και τη διεύρυνση της κοινωνικής ζωής, η Ελλάδα μαστιζόταν από την πολιτική πόλωση. Οι κοινωνικές δραστηριότητες στρέφονταν γύρω στη δίχως κανένα νόημα σύγκρουση μεταξύ πολιτικών που εκπροσωπούσαν ή δεν μπορούσαν παρά να εκπροσωπούν τα καιροσκοπικά συμφέροντα μιας αστικής τάξης έτοιμης να πουλήσει τα πάντα για να κερδοσκοπήσει. Το συνδεδεμένο με την εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση κεφάλαιο βρισκόταν ουσιαστικά εκτός ελληνικού εδάφους, και μόνον στο τυχοδιωτικό εφοπλιστικό κεφάλαιο επιχειρούσε να μεταβάλει σε κέντρο διερχομένων τη χώρα, που μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1880 θα είχε χρεοκοπήσει. Την κατάσταση της κοινωνικής ζωής την περιγράφει με σκληρά λόγια ο Γ. Σκληρός:

«Κάτω από τις πομπώδεις, δημαγωγικές αγύρτικες φράσεις, η κυριαρχούσα τάξη χωρίς καμιά σοβαρή αντιπολίτευση και πραγματική εξέλεγξη, εκοίταζε τις προσωπικές μικροφιλοδοξίες της και τα συμφέροντά της, παίζοντας τον ψευτοπόλεμο αναμεταξύ της για να δείξη στο λαό ότι καταγίνεται και αυτή με σπουδαία ζητήματα.
Αλλά καθένας μπορεί εύκολα να καταλάβη τι είδος πάλη και αντιπολίτευση μπορούσε να υπάρχη μεταξύ ενός Κουμουνδούρου και Δεληγιώργη, Τρικούπη και Δεληγιάννη, Θεοτόκη και Ράλλη, αφού όλοι τους ήσαν παιδιά μιας και της αυτής κοινωνικής τάξεως, μιας και της αυτής πολιτικής κλίκας.
Ετσι εξηγείται γιατί και τα προγράμματά τους στο βάθος ήσαν τα ίδια και περιωρίζοντο σε κάτι επιπόλαιες διοικητικές μεταρρυθμίσεις, χωρίς σπουδαία σημασία και χωρίς να θίξουν καμιά βαθύτερη φυλετική, ιστορική και κοινωνική ανωμαλία  που αποτελούσε την ουσία του ζητήματος.
Πραγματική διαφορά πολιτικών, κοινωνικών και ιδεολογικών προγραμμάτων, πραγματική αντιπολίτευση και πάλη μεταξύ κομμάτων μπορεί να υπάρξη μόνον όταν τα κόμματα αντιπροσωπεύουν διάφορες κοινωνικές τάξεις, με διάφορα οικονομικά, κοινωνικά και ιδεολογικά συμφέροντα. Πράγμα που γίνεται στην Ευρώπη και που έλειπε ακριβώς στην Ελλάδα έως τα χθες  (1919).
 Το πόσον αόριστα και αχρωμάτιστα ήσαν τα τότε κόμματα φαίνεται και από το χαρακτηριστικό γεγονός με πόση ευκολία οι βουλευταί άλλαζαν κόμμα, πράγμα άλλως τε πολύ φυσικό γιατί δεν είχαν κανένα ιδιαίτερο πρόγραμμα, ιδανικό η τάξη να υποστηρίξουν.
 Η μεσαία και μικρή αστική τάξη μας, που αποτελούσαν τον όγκο της κοινωνίας μας, είτε γιατί ήσαν τελείως αδιοργάνωτες και δεν είχαν συνείδηση της θέσεως τους, είτε γιατί δεν είχαν και ιδιαίτερα σπουδαία συμφέροντα να διεκδικήσουν, δεν ελάμβαναν ενεργό μέρος στην πολιτική ζωή της χώρας και άφηναν την κυριαρχούσα τάξη να κάνη ό,τι θέλει.
 Αυτές μόνον επρομήθευαν την αρκετά πολυπληθή ρουσφετολογική και παρασιτική εκείνη τάξη «των φαυλοκρατών», η οποία επωφελούμενη το ανεξέλεγκτο της κυβερνήσεως και την αδράνεια της κοινωνίας υπεστήριζε την κυριαρχούσα τάξη στο σύστημά της για να νέμεται διάφορα ρουσφέτια και θέσεις κυβερνητικές παρ' αξίαν».

Το κατ' ουσίαν παρακμιακό αυτό περιβάλλον απλωνόταν σαν μόλυνση και στον χώρο του πολιτισμού. Οι συγκρούσεις των συγγραφέων και των διανοουμένων χαρακτηρίζονταν από την ίδια μικροπρέπεια. Δεν έχουν διαφορετικές ιδέες. Εχουν διαφορετικά συμφέροντα. Οι εξωπανεπιστημιακοί διανοούμενοι επιζητούν την εξόντωση των πανεπιστημιακών. Οι πανεπιστημιακοί βλέπουν με τρόμο να σχηματίζεται μια αγορά ιδεών την οποία δεν μπορούν να ελέγξουν. Στο πανεπιστήμιο επικρατεί η αρχαΐζουσα γλώσσα. Στην ελεύθερη αγορά των ιδεών η δημοτική. Η σύγκρουση μεταξύ «καθαρευουσιάνων» και «δημοτικιστών» είναι μια σύγκρουση συμφερόντων. Ποιος θα άγει και θα φέρει την αδρανή μάζα των μικροαστών Αθηναίων. Χρειάστηκαν πολλά χρόνια ακόμη για να πάρει ο δημοτικισμός πολιτικό χαρακτήρα, κι αυτό έγινε αναγκαστικά, αφού φορέας της δημοτικής ήταν ο φτωχός λαός. Η πολιτική που αντιπροσώπευαν καθαρευουσιάνοι και δημοτικιστές ήταν ουσιαστικά η ίδια. Είναι χαρακτηριστικό πως ένας λαμπρός υπέρμαχος της δημοτικής, ο λόγιος, ιστορικός, φιλόλογος, θεολόγος και δραματουργός Δημήτριος Βερναρδάκης (1834-1907), που πρώτος διακήρυξε την ανάγκη να γίνει επίσημη γλώσσα του κράτους η δημοτική, και υπέβαλε σε σκληρή κριτική τις θεωρίες των υπέρμαχων της καθαρεύουσας, όταν του ζητήθηκε, στα 1907, να αφιερώσει δυο λόγια στην ενηλικίωση του διαδόχου Κωνσταντίνου, το έκανε στα αρχαία ελληνικά.

Σ' αυτό το περιβάλλον ο Βιζυηνός ήταν πραγματικά μετανάστης. Οι χειρότερες επιθέσεις τού έγιναν από έναν νέο σχετικά χώρο, τον χώρο των διαχειριστών της επικοινωνίας. Οσο κι αν φαίνεται παράδοξο, αυτό που σήμερα ονομάζουμε «κίτρινος Τύπος» είναι αρκετά παλιά υπόθεση. Ουσιαστικά γεννήθηκε μαζί με την αστική δημοκρατία. Οι ρίζες του φτάνουν μέχρι και την αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία. Είναι αυτοί οι αριστοκράτες που έσυραν τον Σωκράτη στα δικαστήρια, προσπαθώντας να πείσουν τους δικαστές πως ήταν επικίνδυνος για τη δημοκρατία. Πρόκειται για ένα είδος ανθρώπων που ζουν από τα προβλήματα της δημοκρατίας, πουλώντας τάχα ηθική ακεραιότητα σ' ένα πολίτευμα στο οποίο ο σχετικισμός είναι μόνιμη κατάσταση ιδεών. Μια τέτοια ομάδα εξέδιδε την εφημερίδα Μη Χάνεσαι, με το κυνικό σύνθημα «Ισχύς μου η αγάπη του δημοσίου». Καταφέρονταν κατά των πολιτικών ανεξαιρέτως, καυτηριάζοντας τη σαθρότητα των διαδικασιών, αλλά όταν τελικά εμφανίστηκε μια προοπτική αντιπροσώπευσης του λαού με τον σοσιαλιστή Ρόκκο Χοϊδά (1830-1890), ο συνεργάτης του Μη Χάνεσαι, «Ονολούλου» (δημοσιογραφικό ψευδώνυμο του Κωστή Παλαμά) γελοιοποίησε τον δικαστή, ο οποίος πέθανε αργότερα στη φυλακή.

Ενας χρόνος στην εχθρική Αθήνα ήταν αρκετός για τον Βιζυηνό. Αποφάσισε να αναζητήσει την τύχη του στο Παρίσι. Φεύγοντας, τον ξεπροβόδισε ο συντάκτης «Φρου-Φρου» του Μη Χάνεσαι με το παρακάτω απερίγραπτο άρθρο: «Ο κ. Γεώργιος Βιζυηνός, κατά την «Εφημερίδα», απήλθε εις Γαλλίαν, Αγγλίαν, εκείθεν εις Ρωσσίαν, Κωνσταντινούπολη, Μικράν Ασίαν, Αίγυπτον, ίνα ανθρώπων άστεα και χρήμα, καθ' ημάς, γνω, θέλει δε επανακάμψει ενταύθα μετά το θέρος, ότε διόλου φαιδρά δεν θα τον υποδεχθώμεν, έχων ήδη παρεσκευασμένην και την έκδοσιν των μέχρι τούδε έργων του και εις τρεις τόμους κτλ. Αναγκαζόμεθα να μη αντιπαρέλθωμεν την ως Κραβαρίτου με την λύραν και τον κορβανάν του επαίτου περιοδείαν αυτήν του κ. Βιζυηνού δια των δύο κόσμων, όπου υπάρχουν Έλληνες, προς συλλογήν συνδρομητών, με τόσον ελαφράν καρδίαν με όσην η «Νέα Εφημερίς» συνήθως αναγράφει τα γεγονότα αυτά, άμα τύχωσιν ήρωες αυτών φίλοι της, ενθαρρύνουσα ούτω τους νέους εις το κακόν, εις την μικροφιλοτιμίαν, εις τον εξευτελισμόν και εις τον παρασιτισμόν.

Ο κ. Γεώργιος Βιζυηνός επαναφέρει δυστυχώς τους χρόνους εκείνους της ελληνικής παρακμής, τους χρόνους ους περιέλαβεν ο Λουκιανός εν τη δριμεία σατύρα του, ζωγραφίσας τον εξευτελισμόν των Ελλήνων λογίων εν Ρώμη, οίτινες την ακμήν των σοφιστών εταπείνωσαν μέχρις αισχράς δουλείας δια πορισμόν άρτου βρεμένου εις τα υγρά της ταπεινώσεως. Δυστυχώς δε ο κ. Γεώργιος Βιζυηνός είναι γεννημένος δια να παίξη τοιούτον ρόλο επαίτου. Διελθών, δεν λέγομεν τούτο προς εξευτελισμόν του, αλλά γράφομεν ιστορίαν, όλα τα αποκτηνούντα στάδια, του υπηρέτου παντοπωλείου, του ψάλτου, του ράπτου, του παπαδοπαίδου, του ιεροσπουδαστού, και αναρπαγείς αιφνιδίως εκ των στρωμάτων της καταγωγής του διά χειρός του κ. Ζαρίφη της Κωνσταντινουπόλεως, δεν είχε τόσην ψυχήν μεταβαλλών τύχην να μεταβάλη χαρακτήρα, αλλά διέσωσεν αμόλυντα τα κεφάλαια της χυδαιότητος και της αφιλοτιμίας και μετά επταετή ίσως διαμονήν εν Γερμανία μεθ' όλην την μικράν ποιητικήν του αξίαν και ένεκα της στερήσεως των υλικών παροχών του κ. Ζαρίφη, δυστυχώς παθόντος την υγείαν, περιέφερε τα κεφάλαια αυτά του παιδός παντοπώλου εις όλα τα αθηναϊκά σαλόνια εξευτελισθείς, κολακεύσας, παρασιτήσας, γενόμενος περίγελως όλων, και αυτών ακόμη των μικρών βασιλοπαίδων, αναγκασθέντων παρά την ανατροφήν των βεβαίως μόνον και μόνον, ως σεμνώς διετείνετο ο ίδιος, ίνα εξασφάλιση εαυτώ συνδρομάς εις την μέλλουσαν έκδοσιν των βιβλίων του. Υπερασπιζόμεθα την τιμήν της τάξεως των λογίων, και μετά λύπης αποκηρύττομεν τόσω πικρώς εν μέλος της λογίας τάξεως, όπερ έχει επιτέλους την αξίαν του, παρεκτραπέν εις τόσην ταπείνωσιν εν Αθήναις, ώστε από ποιητής οίος εύχεται είναι να καταντήσει Καραγκιόζης των σαλονιών. Και μας φαίνεται οδυνηρότερα δια τα ελληνικά γράμματα αυτή η δια των μεγαλουπόλεων, όπου Έλληνες, περιφορά δίκην επαίτου του κ. Γεωργίου Βιζυηνού, φορτώσαντος ήδη το δισάκι του συστατικά εξ Αθηνών με την γενναίαν απόφασιν να μην αφήση επ' ονόματι της κανδυλαναπτικής του Μούσης κανέν βαλάντιον ελληνικόν αφορολόγητον. Θα εκλιπαρή πάλιν τραπέζια και συναναστροφάς, δια να απαγγέλλη το Μαριώ του, να επιδεικνύη την φαλάκραν του, να λυγώνη τους κινεζικούς οφθαλμούς του και να ωθή εις αναιδή άλματα την παροιμιώδη εκείνην γαστέρα, την οποίαν είμεθα βέβαιοι ότι ουδεμία Αγγλίς δέσποινα ήτο ποτέ δυνατόν να δεχθή εις το σαλόνι της. [...]

Ο εξευτελισμός αυτός των γραμμάτων πρέπει επί τέλους να κτυπηθή, διότι τέτοιων ποιητών υπάρχει ορμαθιά και άμα επιτύχη αυτός θα τον ακολουθήσουν άλλοι».

Από το Παρίσι -με σύσταση φαίνεται του Δημητρίου Βικέλα, που τόσο τον βοήθησε- ταξιδεύει στο Λονδίνο. Μόλις έφτασε εκεί, εγκαταστάθηκε στο προάστιο Stoke Newington -όπου γενήθηκε και πέρασε όλη τη ζωή του ο Ντανιέλ Ντιφόου [Daniel Defoe, 1660-1731], το οποίο ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα υπήρξε τόπος κατοικίας των εύπορων εμπόρων που δραστηριοποιούνταν στο κέντρο του Λονδίνου. Αρκεί να σημειωθεί πως ο καπνέμπορος Τζον Αλαν, θετός πατέρας του Πόε, εγκατέστησε εκεί την οικογένεια, όταν έπρεπε να μεταβεί στην Αγγλία, με αποτέλεσμα να παρακολουθήσει ο μικρός Εντγκαρ το σχολείο της οδού Church. Η περιοχή ήταν γεμάτη με πολυτελείς κατοικίες. Πυκνά δρομολόγια τρένων και ιππήλατων λεωφορείων τη συνέδεαν με το κέντρο της βρετανικής πρωτεύουσας, στο οποίο έπρεπε να πηγαίνει καθημερινά ο ποιητής, αφού μελετούσε στις βιβλιοθήκες, όπως μας πληροφορεί ο ίδιος σε επιστολή του προς τον Δημήτριο Βικέλα, στις 24 Μαρτίου του 1883, προκειμένου να ολοκληρώσει τη διατριβή με την οποία σκόπευε να διεκδικήσει θέση καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Εδώ, στο Λονδίνο, θα εκδώσει τη μνημειώδη συλλογή Ατθίδες Αύραι.

Οπως μας πληροφορεί ο ίδιος σε επιστολή του -που τώρα βρίσκεται στην έκδοση του ακάματου ερευνητή  Γιάννη Παπακώστα Γεωργίου Βιζυηνού Επιστολές- «ο Κος Κοργιαλένιος μετά του Κου Βαλιέρη ανεδέχθησαν 50 λίρας ο δε Κος Ιωνίδης τα λοιπά των εξόδων» για την έκδοση των Ατθίδων Αυρών. Τα πρόσωπα αυτά δεν ήσαν μόνο ελληνικής καταγωγής επιχειρηματίες, από τους οποίους «ζητιάνευε» μιαν έκδοση ο ποιητής, αλλά πνευματικοί άνθρωποι με έντονη καλλιτεχνική δραστηριότητα. Ειδικά ο Αλέξανδρος Κωνσταντίνου Ιωνίδης (1810-1890) και τα παιδιά του με την Ευτέρπη Σγούτα (1816-1892), Αλέξανδρος Αλεξάνδρου Ιωνίδης (1840-1898), Λουκάς Ιωνίδης (1837-1924), Αγλαΐα Ιωνίδη (1834-1906) και Χαρίκλεια Ιωνίδη (1844-1923). Ο Αλέξανδρος Κωνσταντίνου αγαπούσε με πάθος την τέχνη και μετέφερε την αγάπη αυτή στα παιδιά του. Η Αγλαΐα ήταν ο φύλακας άγγελος του ζωγράφου, ποιητή και θεωρητικού του σοσιαλισμού Ουίλιαμ Μόρις [William Morris]  και στενή φίλη του επίσης μεγάλου ζωγράφου και ποιητή Ντάντε Γκάμπριελ Ροσέτι [D. G. Rossetti]. Ο Λουκάς συνδέθηκε με στενή φιλία με τον ζωγράφο Ουίστλερ [Whistler] και η Χαρίκλεια υπήρξε έξοχη ερμηνευτής των φωνητικών συνθέσεων του Σούμαν [Schumann]. Το σπίτι των Ιωνίδη στο Tulse Hill του νοτίου Λονδίνου, ήταν μέρος συγκέντρωσης διπλωματών, κληρικών, καλλιτεχνών, συγγραφέων και μουσικών. Ο πατέρας Ιωνίδης υπήρξε ο σημαντικότερος συλλέκτης έργων τέχνης στο βικτωριανό Λονδίνο. Οι χορηγίες του προς τους καλλιτέχνες ήσαν πλουσιοπάροχες, και στην ευεργετική αυτή δραστηριότητα έπαιξε σημαντικό ρόλο ο στενός φίλος του, Γάλλος ζωγράφος Αλφόνσος Λεγκρός [Alphonse Legros 1837-1911], ο οποίος εικονογράφησε τις Ατθίδες Αύρες, προφανώς με προτροπή του Ιωνίδη. Σήμερα η συλλογή Ιωνίδη περιλαμβάνει 1.158 εκθέματα ανυπολόγιστης αξίας. Αυτό ήταν, λοιπόν, το «ελληνικόν βαλάντιον» που δεν σκόπευε να αφήσει «αφορολόγητον» υπέρ «της κανδυλαναπτικής του Μούσης» ο Βιζυηνός, σύμφωνα με τον ανόητο «Φρου-Φρου» του Μη Χάνεσαι.

Προφανώς, με την οικογένεια Ιωνίδη τον έφερε σε επαφή ο πρέσβυς Πέτρος Βράιλας-Αρμένης (1812-1884). Αυτοί οι τόσο εκλεπτυσμένοι καλλιτεχνικά και τόσο πολυάσχολοι άνθρωποι δεν θα ξεσήκωναν στο πόδι όλο το Λονδίνο για να τυπώσουν τα ποιήματα ενός συμπατριώτη τους αν δεν αναγνώριζαν σε αυτόν έναν πραγματικό ποιητή. Ο οίκος Trübner & Company δεν ήταν το πρώτο τυχαίο «τυπογραφείο». Ιδρύθηκε το 1851 από τον διακεκριμένο ανατολιστή Johann Nicolaus Trübner (1817-1884), ο οποίος βρισκόταν σε μόνιμη επαφή με τους σημαντικότερους Ευρωπαίους συγγραφείς και επιστήμονες της εποχής. Εξέδιδε μόνο μελέτες σχετικές με τους πολιτισμούς και μεταφράσεις κλασικών της αρχαιότητας. Το σύνολο αυτών των βιβλίων είναι σήμερα σε κυκλοφορία και αποτελούν τμήμα του θησαυρού της ευρωπαϊκής σκέψης. Είναι απολύτως βέβαιο πως ο Trübner δεν θα προχωρούσε στην έκδοση ενός βιβλίου αν δεν ήταν βέβαιος για την αξία του. Αλλωστε το προώθησε σε σημείο ώστε να απασχολήσει τις στήλες ενός εξαιρετικά αυστηρού εντύπου, της δημοκρατικής πνευματικής επιθεώρησης Nation της Νέας Υόρκης.

Ενα οποιοδήποτε έντυπο δεν ήταν ούτε η επιθεώρηση Academy, A Weekly Review of literature, science, and art. Αρχισε να εκδίδεται το 1869 από τον στοχαστή Κάρολο Απλετον [Charles Edward Appleton, 1841-1879] και συγκέντρωνε -έστω και κατά καιρούς ανυπόγραφα- κείμενα πολύ σημαντικών Αγγλων διανοουμένων. Εξάλλου, το κείμενο για τις Ατθίδες Αύρες, που αναδημοσίευσε το Δελτίον της Εστίας στις 15 Απριλίου του 1884 είναι πολύ πιθανό να έχει γραφτεί από τον Ουίλιαμ Μόρις, ο οποίος βρισκόταν σε συχνή επαφή με την Αγλαΐα Ιωνίδη εκείνη την εποχή. Οσο για την εφημερίδα To-Day, the Monthly Magazine of Scientific Socialism, στην οποία πρόλαβε να δημοσιεύσει μεταφράσεις ορισμένων ποιημάτων του Βιζυηνού ο Αιδεσιμότατος Ένμουντ Μάρτιν Τζέλνταρτ [Edmund Martin Geldart, 1844-1885], τα πράγματα ήσαν ακόμη πιο αυστηρά. Η εφημερίδα Τo-Day, δεν είχε καθόλου χώρο για φιλολογικές «εξυπηρετήσεις». Ιδρύθηκε στα τέλη του 1883 από τα μέλη της Σοσιαλδημοκρατικής Ομοσπονδίας Ερνεστ Μπέλφορντ Μπαξ [Ernest Belfort Bax, 1854-1925], Ουίλιαμ Μόρις, και Ελεονόρα Μαρξ [Eleanor Marx, 1855-1898] με στόχο την «αντιπροσώπευση του επιστημονικού σοσιαλισμού και την αδυσώπητη κριτική κάθε είδους σχετικισμού που σπείρει την αναρχία», όπως έγραφε ο Μπαξ στο φύλλο του Ιανουαρίου του 1884. Ο αιδεσιμότατος Εντμουντ Μάρτιν Τζέλνταρτ υπήρξε σημαντικότατη προσωπικότητα της φιλελεύθερης σκέψης στη βικτωριανή Αγγλία. Αντιτριαδιστής ιερωμένος, σοσιαλιστής, μελετητής της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού, έζησε αρκετό καιρό στην Αθήνα και εξέδωσε κλασικά πια βιβλία, μεταξύ των οποίων τα περίφημα The Modern Greek Language In Its Relation To Ancient Greek, Oxford, Clarendon Press, 1870 και Folk-Lore of Modern Greece; The Tales of the People. London, W. Swan Sonnenschein, 1884. Ηδη από το 1869 είχε δημοσιεύσει ενθουσιώδη κρίση για την Πάπισσα Ιωάννα του Ροΐδη στο λογοτεχνικό περιοδικό του Λονδίνου Athenaeum Review (Pope Joan: a Study of Middle Ages, January 16, 1869). Δυστυχώς, ο δραστήριος αυτός υπερασπιστής του ελληνικού πολιτισμού εξαφανίστηκε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, στις 10 Απριλίου του 1885, από το πλοιάριο που τον μετέφερε από το Νιούχεβεν στη Διέπη, κι έτσι δεν πρόφθασε να ολοκληρώσει τη μετάφραση των Ατθίδων Αυρών.

Από τα ως άνω προκύπτει πως η έκδοση των Ατθίδων υπήρξε σημαντικό γεγονός για την ελληνομαθή ευρωπαϊκή διανόηση. Οι συγκεντρωμένοι γύρω στον σοσιαλιστή λόγιο, κοινωνικό επαναστάτη και  καθηγητή της Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, Πλάτωνα Δρακούλη (1858-1934) εντόπισαν στα ποιήματα του Βιζυηνού την τελειότητα της λυρικής έκφρασης, μιαν «ελληνικότητα» ζωντανή και ενδιαφέρουσα, καθώς και μια ποιητική ατμόσφαιρα εντελώς διαφορετική από τη συνειδητά «επαρχιωτική» στιχουργία των υπόλοιπων ποιητών. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως η Elizabeth Mayhew Edmonds στην ανθολογία της Ελληνικές μπαλλάντες, ειδύλια, θρύλοι κ.λπ. (Greek lays, idylls, legends, &c. A selection from recent and contemporary poets, Trübner & Co., 1885, 1986) μετέφρασε μεταξύ άλλων το ποίημα Η Εσπέρα, ούτε πως ο Οσκαρ Ουάιλντ [Oscar Fingal O'Flahertie Wills Wilde, 1854-1900] στην κριτική για το ως άνω βιβλίο, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Pall Mall Gazette, επισημαίνει την ανωτερότητα των στίχων «...και προβαίνουνε δειλά/προς την δύση και τ' αστέρια», από το ίδιο ποίημα. Ο Ουάιλντ υπήρξε σκληρός και σκληρά γυμνασμένος στην αισθητική τελειότητα κριτής. Κατάλαβε πως ο χαρακτηρισμός «δειλά» προκειμένου για τ' αστέρια που ακολουθούν τη δύση του ηλίου είναι ένας γνήσια ποιητικός χαρακτηρισμός. Εξάλλου, χρησιμοποιώντας το ποίημα Εαρινή Εσπέρα -σε μετάφραση της Edmonds- ως παράδειγμα, η Αμερικανή σοσιαλιστής δημοσιογράφος Λίλιαν Ουάιτινγκ [Lilian Whiting, 1847-1942] γράφει στο βιβλίο της Αθήνα η ροδοστέφανος (Athens: the violet-crowned, Little, Brown, And Company, Boston, 1913): «Ενας από τους πλέον εξαιρετικούς λυρικούς ποιητές που έβγαλε η Ελλάδα είναι ο Γεώργιος Βιζυηνός». Οι αναγνώστες αυτοί (οι δύο κυρίες ανήκαν στον κύκλο του Πλάτωνος Δρακούλη και ο Ουάιλντ δεν ανήκε οπωσδήποτε στον κύκλο της οικογένειας Ιωνίδη, δεδομένου ότι έτρεφε μίσος για τον Ουίστλερ) ήταν γυμνασμένοι στην ποίηση του Χάινε [Christian Johann Heinrich Heine, 1797-1856], του Πόε [Edgar Allan Poe, 1809-1849], του Μποντλέρ [Charles Pierre Baudelaire, 1821-1867]. Δεν τους απασχολούσε η «καθαρεύουσα», αφού δεν τους επηρέαζε άμεσα ως σύμβολο μιας στάσης απέναντι στον ελληνικό πολιτισμό. Και για να είμαστε δίκαιοι, το πρόβλημα της ελληνικής λογοτεχνίας δεν βρισκόταν στην καθαρεύουσα. Βρισκόταν στην απουσία ποιητών. Μέχρι τη δεκαετία του 1880, η ποίηση ήταν στην Αθήνα ένας τρόπος «κοινωνικής διάκρισης» των κρατικών υπαλλήλων. Επειτα έγινε ένας τρόπος «κοινωνικής διάκρισης» των δημοσιογράφων. Οι πραγματικοί ποιητές συνθλίβονταν ανάμεσα σε ομάδες μορφωμένων μεν, ατάλαντων δε συγγραφέων που προσπαθούσαν να επιβάλουν τα μέτρια -αλλά χρήσιμα σε αρκετές περιπτώσεις από πολιτιστική άποψη- έργα τους.

Η συλλογή Ατθίδες αύραι αν και δεν είναι, από την τόσο προσφιλή στην κριτική μας τυπική ληξιαρχική άποψη, η πρώτη εκδήλωση του ποιητικού κλίματος που σήμερα αναγνωρίζουμε στη γενιά του 1880, πρόκειται για ένα βιβλίο που περιλαμβάνει σχεδόν το σύνολο των εξελίξεων στην ελληνική ποίηση. Στον κορμό τους, οι Ατθίδες αύραι έχουν χαραγμένα όλα τα στοιχεία της ποιητικής ανανέωσης: γλώσσα δημοτική, καθαρή και ξάστερη στα περισσότερα ποιήματα, λόγος απλός, καθημερινός και σταράτος, εικόνες διαυγείς και καθημερινές, συναισθήματα ρεαλιστικά και ανθρώπινα, θέματα σύγχρονα, στιχουργία ζωντανή, χωρίς περιττά στολίδια και πάνω απ' όλα βάθος, αγωνία υπαρξιακή. Επιπρόσθετα, ο Βιζυηνός επεξεργάζεται με περισσότερη αμεσότητα το πρόγραμμά του για ποιητική αξιοποίηση των ελληνικών παραδόσεων.

Αλλά στις Ατθίδες αύρες υπήρχαν πολλά περισσότερα απ' όσα μπορούσε να αντέξει η γενιά του 1880. Ανάμεσα σε αυτά, και η ιδιόμορφη χρήση της καθαρεύουσας και της ομοιοκαταληξίας, που θα επιδρούσαν ευεργετικά στους ποιητές του Μεσοπολέμου. Ο νευρικός τρόπος με τον οποίο κινείται ο Βιζυηνός στο εσωτερικό του στίχου, ξεσπώντας σε αναφωνήσεις, αποστροφές, κραυγές, παρενθέσεις και υπονοούμενα, βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην αποδιάρθρωση της παραδοσιακής μετρικής και εικονοποιΐας που επιχείρησαν οι ποιητές του Μεσοπολέμου παρά στο νέο ποιητικό δόγμα που έπλασαν οι ποιητές του 1880. Εξάλλου, το ποίημα του Βιζυηνού λειτουργεί ως άμεσος λόγος, απαλλαγμένος από τη σύμβαση του πλασματικού αφηγητή και, από επικοινωνιακή άποψη, δίνει περισσότερη προσοχή στο φατικό στοιχείο παρά στο ποιητικό, καθ' εαυτό.

Τέλος, στις Ατθίδες αύρες παρουσιάζεται ένα ποιητικό υποκείμενο με παράδοξα για την εποχή του χαρακτηριστικά. Αν ο συμβολισμός, σε αντίθεση με τον ρομαντισμό, απαιτεί ένα υποκείμενο που αντιλαμβάνεται την εξωτερικότητα σαν μια καλή ευκαιρία σήμανσης της εσωτερικότητας και αναζητά συνεχώς αντιστοιχίες ανάμεσα στα πράγματα και τα συναισθήματα, τότε ο Βιζυηνός είναι η πρώτη εκδήλωση στην Ελλάδα της συμβολιστικής ευαισθησίας. Είναι φανερό πως το ποίημα Το Παιδί στο Ποτάμι επιχειρεί να σχολιάσει τη σχέση ανάμεσα στο στοιχείο της ευδαιμονίας και στο στοιχείο του τυχαίου που εισάγει τον παραλογισμό στην ύπαρξη. Μόνον ο νατουραλισμός των περιγραφών εμποδίζει τον συμβολισμό να αναπτυχθεί άνετα, πράγμα που γίνεται σε ορισμένες στροφές του ποιήματος Πώς Αλλάζουν οι Καιροί!:


Εχθές ο ήλιος μια χαρά
μ' όλη την οικουμένη
'πα στ άρμα του 'ζαχάρωνε.
Και με τα ήμερα νερά
η θάλασσ' απλωμένη,
την λάμψη του 'καμάρωνε.

Σήμερα η όψη του γκαβή,
σαν άπλυτο τηγάνι,
ζαρώνει μες' στ' αχούρι του.
Κ' η θάλασσα, σαν παλαβή,
τα ρούχα της δαγκάνει
και του τα φτει στην μούρη του.


Οι δύο εικόνες της δεύτερης στροφής θα μπορούσαν να είχαν επινοηθεί από τον Αρτίρ Ρεμπό [Jean Arthur Rimbaud, 1854-1891), στο Μεθυσμένο Καράβι ας πούμε. Αλλά ο Ρεμπό μπορούσε να πλάσει συμβολιστικά ποιήματα, ενώ ο Βιζυηνός μόνο συμβολιστικές στροφές. Τα ολοκληρωμένα έργα προϋποθέτουν αποφάσεις που δεν τις παίρνει πάντα ο ποιητής, αλλά συχνά οι συνθήκες υπό τις οποίες αρθρώνει τον λόγο του. Ο Βιζυηνός μπορεί να είχε την ψυχοσύνθεση που γεννά τον συμβολιστή ποιητή, αλλά δεν είχε κανέναν να τον ακούσει ως συμβολιστή ποιητή. Το ίδιο συνέβη και με τον Πόε. Υπήρξε ψυχολογικά συμβολιστής, αλλά δεν ζούσε στο Παρίσι. Γι' αυτό έπρεπε να τον ανακαλύψει ένας Παριζιάνος σαν τον Μποντλέρ, προτού βρει τη θέση του στην ιστορία της ποίησης. Σημασία έχει πως πρώτος ο Βιζυηνός άρχισε να ψάχνει προς την κατεύθυνση του συμβολισμού. Κι έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία το γεγονός πως παρουσιάζει εκθαμβωτικές ομοιότητες στην έκφραση με τον Πόε και τον Ουίλιαμ Μπλέικ [William Blake, 1757-1827]. Ειδικά τον δεύτερο είναι σχεδόν απίθανο να τον είχε διαβάσει.

Το παράταιρο με την εποχή του υποκείμενο, για το οποίο μιλάμε, έρχεται να συμπληρωθεί με μια σκιά απογοήτευσης που στρέφεται κατά της ικανότητας του κόσμου να καλύψει υπαρκτικά τα έλλογα παιδιά του. Αυτό που αναγνωρίζουμε σαν χαρακτηριστική ποιητική ευαισθησία του Καρυωτάκη (1896-1928), εδώ αναπτύσσεται για πρώτη φορά και σε μεγάλο βαθμό. Το ποίημα  Υποθήκαι του Καρυωτάκη (Ελεγεία και Σάτιρες) απηχεί το ποίημα Υποθήκαι του Βιζυηνού, όχι μόνο συναισθηματικά, όχι μόνο ιδεολογικά, αλλά και με έναν διάχυτο τρόπο που θα μπορούσαμε να τον ονομάσουμε «κοινό ψυχοτροπισμό».


ΥΠΟΘΗΚΑΙ

Οταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς,
μπορούνε με χίλιους τρόπους.
Ρίξε το όπλο και σωριάσου πρηνής,
όταν ακούσεις ανθρώπους.

Oταν ακούσεις ποδοβολητά
λύκων, ο Θεός μαζί σου!
Ξαπλώσου χάμου με μάτια κλειστά
και κράτησε την πνοή σου.

Κράτησε κάποιον τόπο μυστικό,
στον πλατύ κόσμο μια θέση.
Οταν οι άνθρωποι θέλουν το κακό,
του δίνουν όψη ν' αρέσει.

Του δίνουν λόγια χρυσά, που νικούν
με την πειθώ, με το ψέμα,
όταν οι άνθρωποι διαφιλονικούν
τη σάρκα σου και το αίμα.

Οταν έχεις μια παιδική καρδιά
και δεν έχεις ένα φίλο,
πήγαινε βάλε βέρα στα κλαδιά,
στη μπουτονιέρα σου φύλλο.

Ασε τα γύναια και το μαστροπό
Λαό σου, Ρώμε Φιλύρα.
Σε βάραθρο πέφτοντας αγριωπό,
κράτησε σκήπτρο και λύρα.


Εντυπωσιακός είναι ο πυκνός εντοπισμός των στοιχείων της ιδεολογικής προβληματικής του Καρυωτάκη στα περισσότερα ποιήματα του Βιζυηνού. Η συνομιλία ανάμεσα στους δύο ποιητές είναι φανερή. Στους στίχους του Βιζυηνού, ο κλόουν, ο πιερότος, ο σαρκαστής του Μεσοπολέμου σχηματίζεται αδρά. Θα ακινητήσει για μερικές δεκαετίες, όσο χρειάζεται για να ενεργοποιηθούν τα συμβολιστικά ανακλαστικά της ποίησής μας.

Αριστο παράδειγμα είναι το ποίημα Εις την Νόρμαν. Στους δύο πρώτους στίχους, η ομοιοκαταληξία ανάμεσα στο «Νόρμα» και στο «παρώρμα» ισχυρίζεται μιαν αναλογία, η οποία έρχεται σε σύγκρουση με τη διαφορά των σημαινομένων. Τι δουλειά μπορεί να έχει ένα διάσημο και εκλεπτυσμένο όνομα με τις παρορμήσεις; Αλλά βέβαια, αν υπάρχει μια τέτοια σχέση, οφείλει να περιορίζεται σε αυτή τη λέξη. Ορμές και ένστικτα έχουν μόνο τα ζώα. Οι κυρίες με λεπτά ονόματα έχουν παρορμήσεις. Εδώ η λέξη «παρώρμα» λειτουργεί σαν ένα ειρωνικό σχόλιο στη λέξη «Νόρμα». Παρακάτω, καταλαβαίνουμε πως η «Νόρμα» είναι σκυλίτσα και τότε η συγκεκριμένη ομοιοκαταληξία δημιουργεί ένα ολόκληρο ιδεολογικό πλαίσιο. Ακόμη και τα σκυλιά των ανθρώπων του «καλού κόσμου» δεν μπορεί να έχουν ορμές και ένστικτα, αλλά παρορμήσεις! Ο Καρυωτάκης φαίνεται να χρησιμοποιεί αυτή την τεχνική που μόνο στον Βιζυηνό εντοπίζεται και να την οδηγεί στα άκρα, όταν, λόγου χάρη, ομοιοκαταληκτούσε τη λέξη «φύσις» με τη λέξη «ποίησις», που στην περίπτωση αυτή ακούγεται σαν «ποίσις», ειρωνευόμενος την αισθητική θεωρία της εποχής του ή και τον αρχοντοχωριατισμό των φιλολογικών σαλονιών [«Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες», στο Ελεγεία και Σάτιρες]. Εξάλλου, θιασώτης αυτής της τεχνικής υπήρξε και ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Διαβάζουμε στο ποίημά του Διεθνές:

Δεν λέγω λόγια  σπέρνω στο χαρτί
Δεν ασχολούμαι με την μοίρα η την λίρα
Και βλέπω πάντα στα μάτια την ζωή
Σαν νάταν όμορφη παρθένα η ζωντοχήρα.

Καμιά φορά στον δρόμο σταματώ
Στραγάλια ν' αγοράσω η φουντούκια
Και λέγω καμιά φορά έναν σκοπό
Που τραγουδιέται -δόξα τω Θεώ-
Χωρίς μπουζούκια.

Και όταν το βράδυ πέφτη η σιγαλιά
Πηγαίνω τ' άλογά μου να ποτίσω
Και ως κατουράν η πίνουνε νερό
Τα ραδιόφωνα τριγύρω μου σκορπούν
Πότε του Χαίντελ το «Αλληλούια»
Πότε μιαν άρια από την «Κάρμεν» ή την «Τόσκα»
Κ' αίφνης -σε άλλες στιγμές-
Σαν ξέσπασμα μιας προσευχής
Ακούω τον ύμνο της Διεθνούς από την Μόσχα.


Η τεχνική για την οποία μιλήσαμε και την οποία συνειδητά πρώτος αξιοποίησε ο Βιζυηνός, βρίσκεται εδώ σε όλο το μεγαλείο της. Φτάνει να σκεφτούμε πάνω στην ομοιοκαταληξία «Τόσκα»-«Μόσχα», και θα μπορούσαμε να υποθέσουμε όχι μόνο πως ο ποιητής επιχειρεί να υποβάλει τη δημιουργική φυσιογνωμία της κομμουνιστικής ιδεολογίας, αλλά και πως ο κομμουνισμός έχει μέσα του κάτι ζωώδες, πρωτόγονο, ενστικτικό. Το «χι» της «Μόσχας» έλκεται από το «κάπα» της «Τόσκας», με αποτέλεσμα το «Μόσχα» να ακούγεται σαν «Μάσκα», με όλες τις ομολογουμένως πολύπλοκες υποδηλώσεις και συνυποδηλώσεις.
 
Την ομοιοκαταληξία συνήθως την εξετάζουμε στο πλαίσιοα μιας λίγο-πολύ ισχύουσας ακόμη ευγλωττίας που δεν γεννά σημασίες, αλλά διευθετεί τη ρυθμοτονική φυσιογνωμία του κειμένου. Η αλήθεια είναι πως η ομοιοκαταληξία, μέχρι τουλάχιστον τα μισά της ρομαντικής κυριαρχίας στην ποίηση, χρησιμοποιείται με ανάλογες προθέσεις. Ομως, τα νέα ποιητικά φαινόμενα που παρουσιάστηκαν στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, μας υποχρεώνουν να αντιμετωπίσουμε την ομοιοκαταληξία με διαφορετικό τρόπο. Πρέπει ήδη να την εξετάσουμε στο πλαίσιο μιας επινοητικότητας που σκοπός της είναι η εισαγωγή σημασιών. Η ομοιοκαταληξία, από μια απόλυτα λειτουργική άποψη, αποτελεί ρητορικό τρόπο, αφορά στην κατασκευή εικόνων με χρήση της μετωνυμίας, της μεταφοράς και της συνεκδοχής. Πολλά είναι τα παραδείγματα που θα μπορούσαν να αντληθούν από την ελληνική ποίηση, της οποίας το μεγαλύτερο μέρος κάνει χρήση των τριών προαναφερθέντων νοοτροπισμών. Στόχος της ομοιοκαταληξίας αυτής της ποιότητας είναι η διατήρηση της νοηματικής ομοιογένειας του εκφερομένου και η δημιουργία μιας ομαλής αντιστοιχίας ανάμεσα στα συναισθήματα και στις ιδέες, πάντα κατά τις ιδεολογικές προδιαγραφές της εποχής. Από μιαν άποψη θα μπορούσαμε να αντιμετωπίσουμε αυτόν τον τρόπο ομοιοκαταληξίας ως περίπτωση παραγωγής ενδείξεων, σημείων δηλαδή, που δεν μεταφέρουν κάποια ιδιαίτερη σημασία, δεν διαθέτουν εκείνο που η φαινομενολογία ονομάζει εμπρόθετο νόημα (bedeutung) και είναι απαραίτητο στοιχείο κάθε έκφρασης. Αυτό δεν σημαίνει πως η ποίηση που χρησιμοποιεί με τέτοιον τρόπο την ομοιοκαταληξία δεν είναι εκφραστική. Το βάρος της έκφρασης πέφτει στην επινοητικότητα που εξετάζεται στο πλαίσιο της δημιουργικής φαντασίας της εκφραστικής διάθεσης, ενώ η ομοιοκαταληξία παραμένει δέσμια της ευφράδειας. Αντίθετα, ο τρόπος ομοιοκαταληξίας που εισηγείται ο Βιζυηνός, χρησιμοποιεί μικτούς τρόπους συμπαράθεσης νοημάτων, τους τρόπους που η σύγχρονη ρητορική καλύπτει υπό τον όρο συλλήψεις (trope mixte). Είναι φυσικό, σ' αυτήν την περίπτωση, η ομοιοκαταληξία να παίζει πιο ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση του ιδεολογικού περιβάλλοντος που διαμορφώνει το ποίημα. Ο Βιζυηνός μπορεί να μην υπήρξε ποτέ ένας ποιητής «μεγάλων ιδεών», από αυτούς που συνηθίζουμε να αποκαλούμε «εθνικούς», περιορίζοντας τελικά την ίδια τη δυναμική του εθνικού στοιχείου στην αυτάρεσκη απομόνωση, αλλά η κάθε είδους συμβολή του στην ποιητική τέχνη ήταν πολύ μεγάλη και πάντα μπροστά από την εποχή της.

Ενα δεύτερο χαρακτηριστικό που απαντάται στο ποίημα Εις την Νόρμαν είναι η χρήση της καθαρεύουσας ως υφολογική επιλογή. Εδώ, η καθαρεύουσα δεν είναι μια γλώσσα αλλά η διάλεκτος μιας κοινωνικής ομάδας με συγκεκριμένη νοοτροπία. Ο Καρυωτάκης θα χρησιμοποιήσει με τέτοιον τρόπο την καθαρεύουσα, αλλά μόνον ο Ανδρέας  Εμπειρίκος (1901-1975) θα αναγάγει την άποψη αυτή σε στοιχείο ποιητικής. Κατά κάποιον τρόπο, το ποίημα του Βιζυηνού, με τα συνεχή εκφραστικά παιχνίδια που εκθέτουν τη σεξουαλικότητα ως γλωσσικό γεγονός, είναι ένα εγχείρημα που παρουσιάζει μεγάλη ομοιότητα με το εγχείρημα της ποίησης του Εμπειρίκου. Μπορεί οι λέξεις «ορμή», «ένστικτο» και «παρόρμηση» να αναφέρονται στο ίδιο ψυχοσωματικό γεγονός, αλλά ορίζουν δύο διαφορετικές στάσεις, η δεύτερη εκ των οποίων, προσπαθεί να απωθήσει αυτό καθ' εαυτό το γεγονός. Από αυτή την άποψη, ίσως μπορούσε κάτι να προσφέρει στη διακειμενική έρευνα η γλωσσική συνεξέταση των έργων των δύο ποιητών μας. Το ίδιο και η συνεξέταση Βιζυηνού-Καρυωτάκη ή Βιζυηνού-Βάρναλη. Ειδικά η σχέση του με τον Βάρναλη πλησιάζει στα όρια ύπαρξης μιας σχολής ποιητικού «παγανισμού». Φυσικά, παίζει τεράστιο ρόλο η θρακική καταγωγή. Το θρακικό σκώμμα είναι μεν καυστικά, αλλά εκφέρεται σ' ένα πλαίσιο απόλυτης παραδοχής της κοινωνικής λειτουργίας του. Κι επιχειρεί να επαναφέρει στην τάξη τον παρεκτρεπόμενο, και όχι να αποδώσει μιαν εντελώς αφηρημένη δικαιοσύνη. Οι Θράκες του 19ου αιώνα δεν ήθελαν με κανέναν τρόπο να «βγουν τραγούδι». Η κοινωνική δυναμική του αρχιλόχειου ιάμβου παρέμενε λειτουργική. Σχεδόν όλη η πολιτική ποίηση του Κώστα Βάρναλη (1884-1974) βρίσκεται ήδη στο Συναξάρι του Αγίου Κασσιανού, όχι μόνο από υφολογική αλλά και από ιδεολογική άποψη.

Οι Ατθίδες αύραι στάθηκαν ανεξάντλητη πηγή ποιητικής επινοητικότητας και στοχασμού, από κοινού με τα Ευρισκόμενα του Σολωμού, παρά τη συστηματική αποσιώπηση της δυναμικής τους. Σ' αυτήν τη διαδικασία αποσιώπησης ανήκει και ο μύθος που θέλει τον Βιζυηνό ένα είδος «τρελού» ποιητή. Στην πραγματικότητα, ο Βιζυηνός έπεσε θύμα μιας φοβερής ασθένειας, που στέρησε τη λογοτεχνία μας από μια προσωπικότητα μεγάλου μεγέθους. Το παράξενο στην όλη υπόθεση δεν είναι τα τραγικά γεγονότα που πέρασε, γιατί η ζωή των περισσοτέρων ανθρώπων της εποχής περιελάμβανε αρκετούς θανάτους. Το παράξενο -και τραγικό- είναι πως η ίδια η ζωή και το έργο του υπήρξαν σπάνια περίπτωση σωματοποίησης της περιπέτειας που περνούσε η ποίησή μας στο τέλος του 19ου αιώνα. Είναι χαρακτηριστικό πως όσο ο ποιητής δεν κυριαρχείται από τα συμπτώματα της αρρώστιας του, προχωρεί με μεγάλα βήματα προς την ανανέωση της ποίησής του. Μάλιστα, εκδηλώνει τάσεις που υπερβαίνουν τα ανύπαρκτα ακόμη όρια της γενιάς του 1880. Βεβαίως, παλεύει να τιθασεύσει τα απομεινάρια της πανεπιστημιακής ρητορικής. Δεν είναι παρθένος, αλλά είναι έμπειρος και τολμηρός. Και ξαφνικά, αυτή η πάλη σωματοποιείται.  Η νευροπάθεια τον πηγαίνει πίσω, προς την καθαρεύουσα και τη ρητορεία των καθαρευουσιάνων. Το τσακισμένο πνεύμα του συμπεριφέρεται σαν Φαναριώτης. Τι περίεργο, αλήθεια, διάλεξε να πεθάνει σαν Φαναριώτης! Τα περίφημα «ποιήματα του φρενοκομείου», που τόσο θαύμασαν όσοι τον μυθοποίησαν, δεν ήταν παρά τμήματα ποιημάτων που είχε γράψει στο παρελθόν. Με τον θάνατό του σκότωσε συμβολικά την παλιά ποίηση. Αφησε πίσω του, όμως, όλο το σχέδιο της ελληνικής ποίησης για τα επόμενα πενήντα χρόνια.

Την αξία του έργου ενός ποιητή όπως ο Βιζυηνός, δεν μπορούμε να την εκτιμήσουμε εξ ολοκλήρου στο πλαίσιο μιας κριτικής τακτικής, η οποία αντιμετωπίζει το ποιητικό έργο ως συμπαγές αισθητικό αντικείμενο. Είναι αναγκαίο να αντιληφθούμε το ποιητικό έργο ως δυναμικό πεδίο, στο εσωτερικό του οποίου αλληλεπιδρούν δυνάμεις που έρχονται από δικούς τους δρόμους και διαγράφουν δικές τους πορείες. Τι συνθέτει ένα ποιητικό έργο, σε τελευταία ανάλυση; Μια ποιητική στάση και μια ποιητική πρακτική. Μπορεί να μην έχουν συμπαγή χαρακτήρα, μπορεί να εξελίσσονται, μπορεί να μην οργανωθούν ποτέ. Αλλά σχηματίζουν αυτό που λέμε φωνή του ποιητή ή τύπο ευαισθησίας. Από αυτήν την άποψη -και από πολλές άλλες, για να μην συνυπολογίσουμε τη θαυμαστή αντοχή ορισμένων ποιημάτων που μόνο στον Σολωμό βρίσκει κανείς αντίστοιχά τους- ο Βιζυηνός είναι μια γιγάντια ποιητική φυσιογνωμία. Τα «ληξιαρχικά» προβλήματα που συνάντησε, δεν τον βαρύνουν. Είναι προβλήματα που προκύπτουν από την ανεπάρκεια της ελληνικής κριτικής να ακολουθήσει την αρχαιότερη ποιητική παράδοση του δυτικού κόσμου.

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ: http://www.snhell.gr/anthology/writer.asp?id=74

 





      αρχική σελίδα | ταυτότητα | επικοινωνία | συνδέσεις | προηγούμενα τεύχη | english
Copyright © 2006 e-poema.eu - Όροι Χρήσης
Developed by WeC.O.M.