αφιέρωμα

Αφιερώσεις ποιητών προς τον Στρατή Τσίρκα
Οπισθόφυλλο
“...έτοιμοι να γκρεμιστούμε από 'να βάθρο εσωτερικό...
Του Δημήτρη Αθηνάκη




Η εύκολη, και η πιο αληθινή ίσως, απάντηση στην ερώτηση «Γιατί γράφεις;» είναι: «Γιατί έτσι». Αναρωτιέμαι, πολλές φορές, αν πρέπει ν' αναζητάμε τον λόγο που γράφουμε, τον λόγο που εκδίδουμε, τον λόγο που εκτιθέμεθα. Ο Μπόρχες, νομίζω, σημείωσε κάπου πως εκδίδουμε γιατί, αλλιώς, θα διορθώναμε για πάντα. Εδώ, θα κρατήσω το «για πάντα». Για έναν και μόνο λόγο: γιατί αποδεικνύει πως συνεχώς θα κρεμιόμαστε απ' τις λέξεις, οι οποίες είναι η δουλειά μας, θαρρείς και να 'μαστε έτοιμοι να γκρεμιστούμε από 'να βάθρο εσωτερικό που πάει να βγει στον έξω κόσμο. Γιατί ο μέσα κόσμος κλοτσάει, είτε επειδή πλήττει που βρίσκεται εκεί είτε διότι ο έξω κόσμος σταμάτησε ν' ανταποκρίνεται στις προσδοκίες μας.

[Προσδοκίες...
Βαρετή λέξη - καλύτερα να μιλάμε για φαινόμενα, για διεργασίες, για όνειρα,
όσο μελοδραματικά μελιστάλαχτο κι αν ακούγεται την εποχή των φθινόντων αισθημάτων.]

Αν μπει μέσα σου το σαράκι του γραφιά, είναι πια πολύ αργά για συμβουλές. Τις περισσότερες φορές, δεν υπάρχει γυρισμός. Και καλά κάνει. Κι άλλες, πάλι, υπάρχει. Κάλα κάνει ξανά. Σ' αυτό τον κόσμο, ευτυχώς, η αιωνιότητα είναι μια λέξη που πια δεν έχει σημασία. Ούτε η δήθεν αφοσίωση. Αυτό που μας χρειάζεται είναι η πραγμάτωση της αλήθειας μας κάθε μία στιγμή - ή έστω η πάλη γι' αυτήν. Ακόμη, εννοείται, κι αν κάποτε σταματήσει να περιλαμβάνει την ποίηση. Τι να κάνουμε;

[Λένε ότι η ποίηση είναι αποκλίνουσα συμπεριφορά. Λέω ότι μπορεί και να 'ναι αλήθεια. Ωστόσο, η ποίηση είναι το ίδιο μας το αίμα. Δεν λέω ότι σώνει και καλά πρέπει να το χύσουμε - ή ότι σώνει και καλά το κάνουμε. Λέω μόνο ότι, θες-δεν-θες, αν σε τρυπήσει, πάει μαζί σου. Και είναι και λίγο ανθεκτικότερη από σένα: όσο περισσότερο αίμα χύσεις εν ζωή, τόσο περισσότερο το ποίημα θ' αντέξει, έστω και μόνο για σένα, όταν αυτό, το αίμα, θα σου τελειώσει. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, θα σου τελειώσει. Oπως και όποτε...]

Αυτά είναι μόνο, όμως, εντός του πλαισίου των πιθανοτήτων. Στην ποίηση, δεν παίζεις με τις πιθανότητες˙ στην ποίηση παίζεις με τη βεβαιότητα πως το μηδέν είναι κάπου εκεί γύρω και καραδοκεί. Στο χέρι σου είναι αν θα το κάνεις δικό σου ή αν, τελικά, θ' αποστρέψεις το βλέμμα σου και θα φτάσεις, γι' άλλη μια φορά, κι άλλη κι άλλη κι άλλη, να πατήσεις το διαβολεμένο κουμπάκι "send" (καλώς ή κακώς, ζούμε στην εποχή της τεχνολογίας - αλλά μπορούμε αυτό να το δούμε και συμβολικά). Από κει και πέρα, fingers crossed... Αλλά το μηδέν θα 'ναι εκεί. Oχι;

[Είναι που να φοβάσαι καμιά φορά γι' αυτά που κάνεις. Λες ένα «Εντάξει, σα να 'μαι έτοιμος», και πατάς το "send". Τι μένει; Τίποτα. Εσύ, που υπόκεισαι έτσι κι αλλιώς στην ένδον φθορά (η εξωτερική είναι δεδομένη προ της συλλήψεως - έστω και αμώμου), μένεις με μια κενή σελίδα μπροστά σου, πάλι, και ψάχνεις να βρεις έναν τρόπο να κάνεις undo. Το μόνο που πετυχαίνεις, είναι να λάβεις ένα τρομοκρατικό μήνυμα που λέει: «Δημήτρη, όλα ok, το πήρα το αρχείο». Μάλιστα...]

*  *  *

To χωρίσεμεις είναι μια συλλογή που αποτελείται από ένα ποίημα και τέσσερις ενότητες ποιημάτων. Σύνολο είκοσι ποιήματα. Δεν ξέρω τι άλλο να πω γι' αυτό. Μόνον έτσι, απλά κι ανθρώπινα, πως μπορεί, όπως λέει κι ο Γιάννης Κοντός, να γράφουμε και να ξαναγράφουμε το ίδιο ποίημα. Να γράφω και να ξαναγράφω το ίδιο ποίημα.

*  *  *

[O,τι και να λέμε, βέβαια, διαρκώς θα έχω στο μυαλό μου πως κανένα ποίημα δεν μπόρεσε ποτέ, και ποτέ δεν θα μπορέσει, ν' αντικαταστήσει καμία αγκαλιά. Καμία.]

 





Στο βυθό εγώ, ώρες πολλές

Αρχισε να βρέχει στο βυθό του πηγαδιού
ατέρμονη βροχή για αιώνες - έτσι φάνηκε
Και μουσική, αχ μια υπέροχη μουσική κατέκλυσε το σύμπαν
Κανείς δεν ήξερε να πει
κανείς δεν έστησε αυτί
μόνο η μουσική το χάος να νικά
κι ένας πιανίστας μόνος να κοιτά
μια τα πλήκτρα μια το βάθος

[Μόνο πλήκτρα και βάθος]

Ετσι κοιμήθηκα, έτσι το αίμα φύτρωσε 
και τότε σμήνος πρόβαλε νυχιών
κόκκινο στα χέρια μου
- δώρο

Ξανοίχτηκα
ν' αρματωθώ μια με σπαθί και μια με αίμα
αχόρταγα να ξεσκίσω ό,τι απέμεινε χωρίς εμάς

δόντια μύτες αυτιά τρίχες

Ομως το πηγάδι που έπνιγε τις μέρες [μας]
πίσω το νερό που λέρωσα μαζεύει

[Στο βυθό εγώ, ώρες πολλές]

 

Αντιφωνητής ΙΙ

Και απάντησε η φωνή της:
μα βλέπω καλά όταν είναι σκοτεινά
και είναι σκοτεινά όταν είμαι
και είναι σκοτεινά όταν είναι όλα θηλυκά
τότε που είμαι δυο ολόκληρα μισά
Γυναίκα-Ζητιάνα και Σκύλα-Θεά

Πού χάνεσαι στα σκοτεινά
Μήπως χύνεις ύπαρξη και τρόμο ένα γύρω;
Είσαι γυναίκα                       [μάθε το]
κοιτάς βαθιά, αιώνια
κι ας γίνεσαι
της μήτρας σου ο καθρέφτης
της μήτρας σου η σκεπή
της μήτρας σου ο χωρισμός

Βαδίζω δίπλα
στα τυφλά
χωρίς τα χέρια μου να ζώνουν το κορμί σου
Φοβάμαι δίπλα σου και 'γώ μην ξεχαστώ
Δεν ξέρω

[ξέρε το]

Και τώρα περπατάς
Για πού; ρωτώ ξανά
σε χάνω
αφού σπας τον ήχο που έβγαλα και μόνο μου εδώ μ' αφήνεις

[σιωπή]

αφήνοντας καινούργιο τόπο να φυτρώσει
κι από 'να βάθρο του θανάτου
να εκτιναχτεί

και να πετάξει

 

Δεν είναι

Πέταγα
στης μάχης με τα ξωτικά τ' αδιάκοπο πηγαινέλα
τότε που ένα χέρι βίαιο μου έστειλε αντίο

[Δεν είναι το χώμα που με σκεπάζει ελαφρύ
είναι που βάρυνε τ' άθλιο σκουπίδι που κουβαλώ αιώνες]

Και τώρα τι
ποιος να ζητήσει απ' το παρόν να ρίξει φως στο αίμα
στα ηφαίστεια και στις αγκαλιές
[έτσι που καταντήσαμε - πολυφορεμένοι πολύ]
για να δαμάσει τα πάθη τ' ανελέητα
τα πάθη των ερώτων

[Δεν είναι το φέρετρο σπαθί να το φορέσεις
είναι μόνο ένα κομμάτι σου και μιας ζωής το θέλω]

Βάλε με επιτέλους στο κελί
που μου υποσχέθηκες
-να κοιμηθώ-
και σκέπασέ με καλά με κάγκελα και κρύο
αφού
το ξέρεις
γέμισα καημούς
είμαι όλος φευγιό
μακρινό κι απαραβίαστο
είμαι γεμάτος ερωτήσεις δύσκολες
-μια για το έλα δυο για το μείνε-

[Δεν είναι η φυλακή αυτό που με σκοτώνει
είναι η ελευθερία μου που δεν μπορώ ν' αντέξω]

 

d.athinakis@gmail.com

 

(ποιήματα από τη συλλογή "χωρίσεμεις", εκδόσεις Κοινωνία των (δε)κάτων, 2009)

 

      αρχική σελίδα | ταυτότητα | επικοινωνία | συνδέσεις | προηγούμενα τεύχη | english
Copyright © 2006 e-poema.eu - Όροι Χρήσης
Developed by WeC.O.M.