αφιέρωμα

Η ποιητική σκηνή του Σαν Φρανσίσκο
Τρεις ποιήτριες από τη Βουλγαρία
Στίχοι από τα στόματα γειτόνων...
μτφρ.: Δημήτρης Αλλος
Българ |




ΣΙΛΒΙΑ ΤΣΟΛΕΒΑ [Силвия Чолева]

Νεκρή φύση

Τι να 'γινε σ' εκείνο το δωμάτιο;
ούτε το κρεβάτι υπάρχει
ούτε η ντουλάπα
ούτε εκείνο το παλιομοδίτικο τραπεζάκι στη μέση
βολικό για ν' ακουμπάς επάνω του ένα κερί ή
ένα φλιτζάνι τσάι ή γάλα το πρωί
χάθηκαν κι οι δυο ξεχαρβαλωμένοι καναπέδες
που ήταν ακριβώς κάτω απ το παράθυρο
και οι κουρτίνες - σαν να τις ρούφηξε ο άνεμος
μέσα απ το κλειστό τζάμι
ούτε λάμπα
ούτε κάτι που ν' αποσπά την προσοχή σου
πάνω στους γυμνούς τοίχους
ούτε κι εγώ πλάι σε σένα
ούτε κι εσύ πλάι σε μένα
μέσα εγώ είμαι δίπλα σου
εσύ δίπλα σε μένα
μέσα
η πορσελάνινη κανάτα
ένα κομμάτι τυρί
τα κεράσια

 

Πάνω σε έναν πολύ παλιό χάρτη
κίτρινο σαν τη βρεγμένη άμμο που έχει πατηθεί
με ζωγραφιές ψαριών
όπου υπάρχει θάλασσα
και τα βουνά εκεί που βρίσκεται στεριά
σέρνω το δάκτυλο στο δρόμο που δείχνει η πυξίδα
να καταλάβω πόσο λίγο είναι το χώμα
και πόσο πιο μεγάλη η θάλασσα κι αναρωτιέμαι
πιο περισσότερο από τα δύο αγαπώ πιο μεγαλώνει
μέσα μου το φόβο

 

Πέντε

Αν είναι πρωί
θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς
τώρα είν' η στιγμή που αχρηστεύονται οι αμφιβολίες
τώρα σβήνουν κι οι τελευταίες
ο παίχτης του γκολφ κοιμάται
ανάμεσα στην μπάλα και το μπαστούνι
και μέσα στο σκοτάδι δεν αναρωτιέμαι ποιο απ' τα δύο
λάμπει - τα φύλλα του χαρτιού ή τα σεντόνια
μα όλη νύχτα στο μυαλό σου
σκρατς τα φύλλα του λουλουδιού μέσα στο δωμάτιο ολοένα
ν' ανεβαίνουν προς τα πάνω να κλείνουν σκρατς
να σου γυρίζουν την πλάτη
ίσως να έχει μια ανάγκη ανώτερη απ' την ελευθερία
κι αν πάλι είναι απόγευμα
να δούμε πώς θα φτιάξω το τσάι
πώς θα 'μαι θα υπάρχω πώς θα αισθάνομαι ακόμα
ξύνοντας τα μολύβια ανάμεσα στο μικρό
και το μεγάλο δείχτη του ρολογιού

 

*

                      «Η φύση χρησιμοποιεί ελάχιστες λέξεις»
                                                                    Λάο Τσε

Το παιδί δεν αναγνωρίζει το πρόσωπό του
Κοιτάζει τον καθρέφτη
Δε φοβάται
έκπληκτο στέκεται μονάχα
Γλύφει ελαφρά το γυαλί
Είναι πρωί στη γεύση
Δεν υπάρχει η μέρα
Δεν έρχεται το βράδυ

 

Και μπρος και πίσω
και πάνω και κάτω
όπως και να το δω
ζέστη εξαντλητική ξαφνική
βροχή ψύχρα κρύο πραγματικό
αμέσως τ' ονομάζω καλοκαίρι από μέσα
παρ' όλο που επαναλαμβάνεται κάθε μέρα
παρ' όλο που αλλάζει

 

Στο τέλος της αποστολής

Oπως η τροπική καταιγίδα χτυπάει πάνω
στ' άδεια κονσερβοκούτια
και μουσκεύει το χλομό φως
Oλη τη μέρα
Το βράδυ παίζουμε ανέμελα χαρτιά
με φιλικά χτυπήματα στην πλάτη
ή γέλια που χάνονται και σβήνουν
Αφήνεσαι σ' όλα αυτά
Ξαπλώνεις μόνος και ξυπνάς
τίποτα δεν γιορτάζεις
μόνος

 


ΤΣΒΕΤΑΝΚΑ ΕΛΕΝΚΟΒΑ [Цветанка Еленкова]

Μαζοχιστές

Επειδή από μικροί υπομένουμε τον πόνο. Με εξαίρεση ίσως τη γέννα, γιατί τότε τον παίρνουν πάνω τους οι μανάδες μας. Γι' αυτό και είναι τόσο δυνατοί οι πόνοι της γέννας. Μέχρι να μαυρίσει το τσόφλι του καρπού, μέχρι να πέσει η πράσινη φλούδα που σκεπάζει απ' έξω το καρύδι. Μέχρι να σταματήσει να λερώνει τα δάκτυλά μας. Μέχρι να σβήσει η πικράδα. Μέχρι να περάσουν μήνες, πολλές εποχές και κάποιος σπάσει το καρύδι. Εκείνο που τότε έπεσε απ το σακούλι του παππού σου. Επειδή είναι κούφιο - αληθινό λείψανο ο καρπός. Από μέτρο κι εξήντα κατάντησε ένα κάποιο εξήντα. Γι' αυτό κι είμαστε μαζοχιστές. Μέσα μας εμείς.

 

Το σύμπαν είναι σχήμα

Οταν μπεις στις γραμμές του τρένου, ξεκίνα. Μην σταματάς σε κάθε σταθμό. Να είσαι σαν το εξπρές ή την ταχεία, να είσαι σαν τις νεροτσουλήθρες, αλλά όχι στην αρχή ή το τέλος. Η ταχύτητά σου πρέπει να είναι μετρημένη. Γι' αυτό υπάρχουν τα τούνελ και οι σήραγγες, γι' αυτό κι οι σκεπαστές νεροτσουλήθρες. Μήπως και πετάξεις. Το πέταγμα, εκτός απ' τα πουλιά, μόνο τα αεροπλάνα το μπορούν και οι αράχνες. Οχι εκείνες που σηκώνουν τα αυτοκίνητα από τους δρόμους, αλλά εκείνες που κατεβαίνουν από το ταβάνι ώς το πάτωμα του δωματίου μας. Αυτές οι ίδιες κατασκευάζουν τις γραμμές τους, αόρατες εκτός των άλλων. Γι' αυτό μιλάμε για πτήση. Ακόμα και τα πουλιά έχουν τον δικό τους δρόμο. Το σύμπαν είναι σχήμα.

 

Επισκευή του δικτύου ύδρευσης

Μετά τη διακοπή του ηλεκτρικού δικτύου γίνεται συνήθως βραχυκύκλωμα. Το ρεύμα σταματά. Μετά το σκούριασμα των σωλήνων του νερού αρχίζουν συνήθως οι διαρροές. Το μισό τρέχει απ' τη βρύση, το άλλο χάνεται κάπου. Το πληρώνεις ολόκληρο. Εκείνο απ' τη βρύση το πίνουν όλοι. Για το υπόλοιπο κανένας δεν γνωρίζει. Μόνο υποθέσεις κάνουν. Παλιοί χάλκινοι σωλήνες, απ' όπου λένε, παθαίνεις καρκίνο. Ηρθαν, τους άλλαξαν με άλλους, καινούργιους. Τρεις μέρες μείναμε χωρίς νερό. Τώρα το πίνουμε - πληρώνουμε. Εχει γεύση μετάλλου. «Κανένας δεν αξίζει τα δάκρυα που χύνει ένα κορίτσι» - έλεγε η μητέρα μου.

 

Οι μικροί σταθμοί

στη Γ. Μπ.

Σαν τις σκιές να μεγαλώνουμε κάτω απ' τους φανοστάτες ή κάτω απ' τις λοξές ακτίνες του ήλιου, από τα πόδια ξεκινώντας, αλλά κι από ψηλά - εμείς οι ίδιοι δρόμος του εαυτού μας. Να μοιραζόμαστε το φως, αλλά και να μην σταματάμε, να προχωράμε. Οχι το τέλος, αλλά ο προορισμός είναι που μετράει. Κι όταν καθίσουμε κάτω απ' την κληματαριά, που η παρδαλή σκιά της μοιάζει με γλυκοχάραμα και σούρουπο, κελάηδημα πουλιών κι αλύχτισμα σκύλων, να είναι πέτρα στη μέση του δρόμου που πάνω της θα ξαποστάσουμε. Τέτοιες ιστορίες για τη ζωή και το θάνατο. Να φτάνεις κάπου είναι σαν τους μικρούς εκείνους σταθμούς, οπού το τρένο σταματά όχι περισσότερο από τρία λεπτά.

 

Στα νύχια του θύματος

στον πατέρα μου Στέφαν Ελένκοβ

Αν έχει μνήμη το δέρμα, όπως ισχυρίζονται οι γιατροί, τότε το σπίτι που ακούμπησε την τελευταία φορά, η θάλασσα που κολύμπησε, ακόμα θυμούνται. Μόνο τα φορέματά μου δεν θυμούνται, γιατί τα δίνω στο καθαριστήριο ή γιατί συχνά τα πλένω. Αλλά η θάλασσά μας που είναι τόσο κλειστή, που ρεύμα κανένα δεν τη φτάνει, ο κάθετος τοίχος κάτω απ' το υπόστεγο, που δεν τον πλένουν οι βροχές, σίγουρα θυμούνται. Οπως τα ράμφη των πελεκάνων, όπως οι καμπούρες της καμήλας κρατούν τις αναμνήσεις για τις νηστικές ημέρες. Οπως τα νύχια του θύματος, που ακόμα κρατούν ίχνη από το δέρμα του δολοφόνου.

 

 

ΕΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΙΟΣΙΦΟΒΑ [Екатерина Йосифова]


Ο χωματόδρομος

Σκοτεινιάζει Φεγγρίζουν
οι πέτρες και τα κόκαλα

Βαθιά Ανακατωμένα
σκοτάδι με φόβο κρύο με πείνα

Κάποιος ψηλά κλωτσάει πετραδάκια τ' άστρα
Κάποιος σβήνει εδώ

Υπερβολικά δυνατός
ο ήχος των βημάτων μου

Ορφάνια Τρωκτικό της νύχτας
τυφλό στο φως

 

Δεν είναι εξομολόγηση

Δεν είναι εξομολόγηση το ποίημα
Ούτε στον έρωτα

Χιόνι πέφτει στο παράθυρο
Μαζεύεται σιωπή

Το ποίημα θα περάσει από εκεί
όταν εγώ δε θα κοιτάζω.

 

Σκουπίζοντας μπροστά από την πόρτα μου

Σκουπίζοντας μπροστά από την πόρτα μου
                                       (με τέτοιον αέρα -
αυτό κι αν δεν είναι ανώφελη προσπάθεια!)
με κάποια αμηχανία λέω,
ότι γίνεται λίγο πιο καθαρά τριγύρω.

Σκουπίζοντας μπροστά από την πόρτα μου,
μ' αρκετή αμηχανία ισχυρίζομαι,
ότι δεν κάνω θέαμα τον εαυτό μου.

Εξ αιτίας (κάποιας) επιδοκιμασίας
και λόγω της (γενικότερης) υποκρισίας
να κάνεις, ότι ζεις τη δική σου ζωή -
αυτό δεν είναι που λένε η κανονική ζωή;

Πόσα δεν χώρεσαν σ' αυτήν την παρομοίωση!
Μα όχι και το σκούπισμα,
                       μ' αυτό βρεθήκαμε αργά.
Παράξενη ηδονή,
σαν να γερνάς κάτω από ανελέητο φως.

 

Ζωγραφική από μνήμης

Θυμάμαι
Βοράς και Νότος αριστερά και δεξιά
ζούσαν μαζί
Στο κέντρο ήταν το σπίτι του προπάππου
Η κάθε μέρα είχε γεύση κι άρωμα
Μια νύχτα εμφανίστηκαν θόρυβοι
που ως τότε δεν είχα ξανακούσει.

 

Η κατσαρίδα, το γεράνι κι εγώ
ανασαίνουμε
τον ίδιο αέρα
εδώ και πολλά
εκατομμύρια χρόνια
πίνουμε
νερό που θυμάται

σχεδόν μαντεύω
πως θάμαι εγώ που θα πληρώσω

 

Εσύ είπες;

Πρέπει να κάνουμε κάτι μαζί,
ένα καλύβι έστω από κλαδιά.

Εσύ είπες:
Κάποιες φορές θ' άφηνα τον άνθρωπο
γυμνό, μόνο με τη φωτιά.

Εσύ είπες:
Τίποτα δεν είναι πιο όμορφο απ' τη νόηση
και η νόηση της νόησης είναι τα αισθήματα.

Εσύ είπες: Μη φοβάσαι.
Εδώ τα νιάτα δεν μας τσάκισαν,
τα γηρατειά θα μας τρομάξουν;

 

Μέσα

Εξω η ζωή είναι
ακόμα πιο άμυαλη

 

Φύλλα στον αέρα
αυτός ο καιρός επίσης μου αρέσει
κάτι σαν την δική μου κλίση προς το γράψιμο
μια ελευθερία ανάμεσα στη σήψη και τον άγγελο.

 





      αρχική σελίδα | ταυτότητα | επικοινωνία | συνδέσεις | προηγούμενα τεύχη
Copyright © 2006 e-poema.eu - Όροι Χρήσης
Developed by WeC.O.M.