Πόσο γιγάντια είναι η σκιά
που ρίχνει το μέλλον στο παρόν
P.B. Shelley
Θα ακουστεί αντιπαθητικό, αλλά σκασίλα μου, ειλικρινά. Μεγάλωσα με τον Σέλλεϋ (στην πραγματικότητα Σέλλυ, αλλά, στην Ελλάδα, όποιος επιμένει στη σωστή προφορά, γίνεται ακόμα πιο αντιπαθητικός, οπότε ας μην επιμείνω), τον Μπάυρον, τον Γκάρυ Σνάιντερ. Δεν μεγάλωσα και δεν μεγαλώνω με τον Μπουκόβσκι, παρότι, στο πέρασμα του χρόνου, παραδέχτηκα τη σοφία του· μια σοφία αμερικανική. Μια σοφία απερίσκεπτη: οξύμωρο. Για μένα, που μέσα στο κεφάλι μου ακούγεται μουσική, ο μεγαλύτερος ποιητής του 20ού αιώνα είναι ο Λέναρντ Κόεν. Επειδή σε παίρνει από το χέρι σε ό,τι κάνεις ή δεν κάνεις στη ζωή: στην περιπλάνηση, στην αρρώστια, στη λύπη, στην ψυχική ευφορία και στην κατάρρευση· σε συνοδεύει νωρίς το πρωί και μέσα στη νύχτα· τα ποιήματά του είναι πάντα εκεί, μαζί με μια μουσική που φαίνεται να κατεβαίνει από τα ουράνια· μοναδικός του ομότιμος ο Βαν Μόρισον. Αλλά, κανείς δεν μου ζήτησε να μεταφράσω τον Λέναρντ Κόεν ή τον Βαν Μόρισον. Ή τον Τεντ Χιούζ, έναν ποιητή μεγαλύτερο από οτιδήποτε μπορώ να κάνω. Ευτυχώς, γιατί δεν θα τα κατάφερνα. Και δεν μ' αρέσει να αποτυγχάνω.
Μεταφράζοντας δύο ποιητικές συλλογές του Μπουκόβσκι, την «Αστραπή πίσω απ' το βουνό» και το «Να περιφέρεσαι στην τρέλα», εκτός του ότι απέτυχα, έμαθα ότι εκεί έξω, όπως λένε οι ανόητοι Αμερικανοί, υπάρχουν περισσότεροι παρόμοιοι άνθρωποι απ' όσοι πίστευα· ότι μοιάζουμε ακόμα και με όντα ανοίκεια· ότι σκεφτόμαστε με τον ίδιο τρόπο, ενώ κάνουμε αλλιώτικα πράγματα, πράξεις ασύμβατες: για παράδειγμα, όπως μπορεί να υποθέσει κανείς, δεν έχω καμιά σχέση με πουτάνες και νύχτες μεθυσιού και κραιπάλης· δεν είμαι barfly, ούτε έχω δουλέψει ποτέ σε ταχυδρομείο στο Λος Αντζελες. Ωστόσο, μεταφράζοντας τα ποιήματα του Μπουκόβσκι, τα τόσο διαφορετικά από εκείνα των αγαπημένων μου ποιητών, ένιωθα ότι το 1994 ένας άγνωστος φίλος έφυγε από τον κόσμο. Εφυγε σ' ένα κρεβάτι νοσοκομείου, με τον ορό στη φλέβα, όπως φεύγουν τόσοι και τόσοι. Κι ότι προτού φύγει, πέρασε από μέρη που πέρασα κι εγώ: από τα ίδια μοτέλ, τους ίδιους δρόμους· ήπιε τα ίδια ποτά (αν και σε απείρως μεγαλύτερες ποσότητες) και άγγιξε την καταστροφή ξανά και ξανά. Κι έπειτα, πάλι, και για άλλη μια φορά. Τι σύμπτωση...
Λέει ο Μπουκόβσκι: «Οσοι διαθέτουν αληθινή διάνοια, μπορούν να μιλάνε με τον πιο απλό τρόπο». Να μια απλή αλήθεια: θυμάμαι πως, όταν ήμουν φοιτήτρια στο Παρίσι, είχα αποχωρήσει θορυβωδώς από διάλεξη επιφανούς φιλοσόφου (και ινδάλματος) λέγοντας: «Δεν καταλαβαίνω λέξη απ' ό,τι λέτε. Μάλλον δεν ξέρετε τι λέτε». Φυσικά και ήμουν αναιδεστάτη. Αναιδεστάτη παραμένω. Το κοινό τον κοιτούσε έκθαμβο· κανείς δεν καταλάβαινε. Στον όχλο αρέσει να μην καταλαβαίνει. Ο βασιλιάς είναι γυμνός αλλά όλοι -σχεδόν όλοι- θαυμάζουν την καινούργια του φορεσιά.
Τι άλλο λέει ο Μπουκόβσκι: μιλάει για τις βαρετές ζωές των «καθωσπρέπει» ανθρώπων· των πολιτών σαν τους πατεράδες και τις μανάδες των περισσοτέρων από εμάς· για το πώς αποφάσισε να μην γίνει κλώνος τους. Ζήτω μας, δεν γίναμε σαν τα μούτρα τους. Γίναμε άλλα μούτρα. Ο Μπουκόβσκι μιλάει για τους συγγραφείς, για τη δημοσιότητα -τη «δόξα»: ας γελάσω!- για τη θρησκεία, την πολιτική, τον έρωτα· με την ειρωνεία που ταιριάζει σε κάθε τι κάλπικο, πρόσκαιρο και μάταιο. «Μπορείς ν' αγαπάς κάποιον αν δεν τον γνωρίζεις καλά»: το απόλυτο απόφθεγμα ενός μισανθρώπου που θα ήθελε να είναι ανθρωπιστής. Αλλά οι ανθρωπιστές είναι πληκτικοί. ετσι νιώθω κι εγώ, που πιστεύω ακόμα στο ανθρώπινο είδος: επιπλέον, νιώθω ελαττωματική και χοντροκέφαλη.
Τα ποιήματα του Μπουκόβσκι θα μπορούσαν να είναι σύντομα πεζά κείμενα. Δεν πρόκειται για ρομαντικό σαν τον Σέλλεϋ, ούτε για εξαίσιο, στρατευμένο ποιητή (ναι, υπάρχουν και μερικοί τέτοιοι: λίγοι) σαν τον Πάμπλο Νερούντα. Ο Μπουκόβσκι ζει και πεθαίνει καθημερινά σ' έναν πεζό κόσμο: στο Λος Αντζελες, στην άκρη της Δύσης. Του λείπει ο μυστικισμός, συχνά του λείπουν οι λέξεις· εξάλλου, του λείπει το έλεος - για τους άλλους και για τον εαυτό του. Και παρ' όλ' αυτά, χτίζει ένα σύμπαν, όπου αποκαλύπτονται όλες οι ψευδαισθήσεις κι όπου όλες οι πόζες γελοιοποιούνται: «Το σεξ είναι ενδιαφέρον, αλλά η αφόδευση είναι απαραίτητη». Ερχομαι να συμφωνήσω, Τσάρλι.
Ωστε θέλεις να γίνεις συγγραφέας
αν δεν βγει από μέσα σου με ορμή
σε πείσμα όλων,
μην το κάνεις.
αν δεν έρθει απρόσκλητο
απ' την καρδιά
κι απ' το μυαλό
κι από το στόμα
κι από τα σωθικά σου,
μην το κάνεις.
αν κάθεσαι μπρος στην οθόνη
του υπολογιστή σου
και την κοιτάζεις με τις ώρες
και γέρνεις σαν καμπούρης
πάνω από τη γραφομηχανή σου,
γυρεύοντας με κόπο
τις λέξεις που δεν έρχονται,
μην το κάνεις.
αν το κάνεις για τα λεφτά
ή
για τη δόξα,
άσ' το καλύτερα.
αν το κάνεις
γιατί νομίζεις πως θα ρίξεις
γυναίκες ή άντρες στο κρεβάτι σου,
μην το κάνεις.
αν κάθεσαι εκεί πέρα
και γράφεις
τα ίδια και τα ίδια,
μην το κάνεις.
αν ζορίζεσαι
όταν σκέφτεσαι να το κάνεις,
τότε να μην το κάνεις.
αν προσπαθείς να γράψεις
όπως κάποιος άλλος,
ξέχνα το.
άσ' το καλύτερα.
αν μπορείς να περιμένεις
να βγει από μέσα σου
μουγκρίζοντας,
τότε περίμενε υπομονετικά.
Κι αν δεν βγει μ' έναν βαθύ βρυχηθμό,
κάνε κάτι άλλο.
αν πρέπει πρώτα να το διαβάσεις
στη γυναίκα,
στην γκόμενα
στον γκόμενο,
στους γονείς σου
ή σε οποιονδήποτε άλλο,
δεν είσαι έτοιμος να γίνεις συγγραφέας.
μη γίνεις σαν όλους αυτούς τους γραφιάδες,
μη γίνεις σαν τόσους και τόσους
που αυτοαποκαλούνται συγγραφείς,
μη γίνεις γελοίος, πληκτικός,
φαντασμένος, μην αφήσεις
την αυταρέσκεια να σε κατασπαράξει.
οι βιβλιοθήκες του κόσμου
έχουν τρελαθεί
στο χασμουρητό
με το σινάφι σου.
μην προστεθείς κι εσύ σ' αυτούς.
μην το κάνεις.
αν δεν πετάγεται απ' την ψυχή σου
σαν πύραυλος,
άσ' το καλύτερα.
κάν' το μονάχα όταν νιώσεις
πως αν δεν το κάνεις
θα τρελαθείς,
θ' αυτοκτονήσεις ή θα σκοτώσεις.
αλλιώς, μην το κάνεις.
αν δεν νιώσεις πως ο ήλιος
σου καίει μέσα σου
τα σπλάχνα,
μην το κάνεις.
όταν στ' αλήθεια έρθει η ώρα,
κι αν έχεις το χάρισμα,
θα γίνει
από μόνο του
και θα συνεχίσει να γίνεται
ώσπου να σβήσει ή να σβήσει.
άλλος τρόπος δεν υπάρχει. δεν υπάρχει.
δεν υπήρξε ποτέ.
H φάλαγγα
πάντα απέφευγα το ανεξήγητο·
το είχα ανάγκη να μένω μακριά
απ' ό,τι δεν μπορούσα να καταλάβω.
κι έτσι έφτασε μια μέρα του 1942
κι ήμουν είκοσι ενός ετών
και καθόμουν σ' ένα παγκάκι στο πάρκο
όπως όλοι οι αλήτες
σαν και του λόγου μου
και περνούσαν μπροστά μου
τ' άρματα μάχης
κι οι στρατιώτες
-πήγαιναν στον πόλεμο-
με κοιτούσαν με αηδία
μου φώναζαν και μ' έβριζαν
και με ρωτούσαν
τι σκατά παριστάνω
ήμουν το μόνο νεαρό αλητάκι στο πάρκο.
οι στρατιώτες ήθελαν να πάω μαζί τους.
ολόκληρη η φάλαγγα ούρλιαζε και μ' έβριζε
καθώς περνούσε μπροστά μου.
ώσπου χάθηκε από τα μάτια μου
κι ο γέρος αλήτης δίπλα μου
με ρώτησε:
«πώς δεν υπηρετείς κι εσύ, παιδί μου;»
σηκώθηκα και πήγα στη βιβλιοθήκη.
διάλεξα ένα βιβλίο
και κάθισα σ' ένα τραπέζι.
άρχισα να διαβάζω το βιβλίο.
ήταν υπερβολικά δυσνόητο για μένα
εκείνη την εποχή.
έτσι, το ξανάβαλα στο ράφι
ξαναβγήκα και περίμενα.
Οι Μεξικανοί πυγμάχοι
βλέπω στην τηλεόραση αγώνες πυγμαχίας
από το Μεξικό
καθισμένος στο κρεβάτι
μια δροσερή νύχτα του Νοεμβρίου.
σήμερα η μέρα στον ιππόδρομο ήταν καλή,
πέτυχα επτά στα εννιά,
δύο απ' αυτά απροσδόκητα.
και τώρα κοιτάζω τους πυγμάχους να μοχθούν,
δείχνοντας περισσότερο κουράγιο
παρά κομψότητα
ενώ στην πρώτη σειρά
δυο παχύσαρκοι άντρες κουβεντιάζουν,
γράφοντας κανονικά τους πυγμάχους
που παλεύουν για την ίδια τους την ύπαρξη,
για την επιβίωσή τους.
καθισμένος στο κρεβάτι, νιώθω θλίψη
για όλους τους ανθρώπους
που βασανίζονται σ' αυτό τον κόσμο,
πασχίζοντας να πληρώσουν έγκαιρα το νοίκι,
να εξασφαλίσουν αρκετό φαγητό,
να κοιμηθούν σε κανονικό κρεβάτι.
είναι εξουθενωτικό
και δεν σταματάει μέχρι να πεθάνεις.
τι τσίρκο,
τι θέατρο,
τι φάρσα
από τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία
μέχρι τον γάλλο-ινδικό πόλεμο,
κι από 'κεί
μέχρις εδώ,
σήμερα.
τώρα, ο ένας Μεξικανός
έχει ρίξει κάτω τον άλλο.
το πλήθος κραυγάζει.
το αγόρι σηκώνεται,
την τελευταία στιγμή, με το εννιά.
γνέφει στον διαιτητή
πως είναι έτοιμος να συνεχίσει.
οι πυγμάχοι σπεύδουν ν' ανταμώσουν.
ακόμα κι οι χοντράνθρωποι της πρώτης σειράς
φαίνονται τώρα ξαναμμένοι.
τα κόκκινα γάντια
γρονθοκοπούν λυσσαλέα τον αέρα,
τα πρόσωπα και τα γεροδεμένα,
μελαχρινά τους σώματα.
και τότε
το αγόρι ξαναπέφτει.
ανάσκελα. νοκ-άουτ.
τελείωσε, αυτό ήτανε.
όλα τελείωσαν γαμώτο.
κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι θα κάνει τώρα
το ηττημένο αγόρι.
για το αγόρι που νίκησε,
όλα θα είναι ωραία, πρόσκαιρα.
ακολουθεί τον κόσμο· χαμογελάει.
κλείνω την τηλεόραση.
σε λίγο ακούω πυροβολισμούς
κάπου μακριά.
ο αγώνας της ζωής συνεχίζεται.
σηκώνομαι, πηγαίνω στο παράθυρο.
νιώθω αναστατωμένος με τους ανθρώπους
και τα πράγματα,
με την κατάσταση των πραγμάτων.
ύστερα, ξανακάθομαι στο κρεβάτι,
μέσα μου μπερδεύονται συναισθήματα, ακατανόητα.
πιέζω τον εαυτό μου να πάψει να σκέφτεται.
μερικά ερωτήματα δεν έχουν απαντήσεις.
τι διάολο, πέτυχα επτά στα εννιά
σήμερα στον ιππόδρομο,
κάτι είναι κι αυτό
έστω και μέσα στο απόλυτο τίποτα.
αρπάζεις την πρώτη τύχη
που θα πετύχεις στον δρόμο
και προσποιείσαι πως ξέρεις
περισσότερα απ' όσα πρόκειται να μάθεις
σ' όλη σου τη ζωή.
είναι ή δεν είναι έτσι;
Η μεγάλη απόδραση
«άκου» μου λέει,
«έχεις δει ποτέ καβούρια σε κουβά;»
«όχι» του λέω.
«λοιπόν, άκου τι γίνεται,
πού και πού κάνα καβούρι
ανεβαίνει πάνω στ' άλλα
κι αρχίζει να σκαρφαλώνει
προς το χείλος του κουβά,
και τότε,
πάνω που είναι έτοιμο ν' αποδράσει
ένα άλλο καβούρι το αρπάζει
και το τραβάει προς τα κάτω».
«έτσι ε; » λέω.
«έτσι» απαντάει
«έτσι ακριβώς είναι κι αυτή η δουλειά,
κανένας δεν θέλει να ξεφύγει
ο διπλανός του
από 'δώ πέρα,
έτσι είναι
τα πράγματα
στις ταχυδρομικές υπηρεσίες!»
«σε πιστεύω» τον βεβαιώνω.
εκείνη τη στιγμή, πλησιάζει
ο προϊστάμενος και λέει,
εσείς οι δύο μιλούσατε,
δεν επιτρέπεται
να μιλάτε στη διάρκεια
της δουλειάς.
εργαζόμουν εκεί
εντεκάμισι χρόνια.
σηκώθηκα απ' το σκαμνί μου
και του όρμησα σαν το καβούρι
που σκαρφαλώνει στο χείλος του κουβά·
έτσι, βγήκα
από 'κεί μέσα.
ήταν απίστευτα εύκολο.
ωστόσο, κανείς δεν με ακολούθησε.
κι ύστερα απ' αυτό,
όποτε έτρωγα
καβουροδαγκάνες
σκεφτόμουν εκείνο το μέρος.
πρέπει να το σκέφτηκα
πέντε-έξι φορές
πριν το ρίξω
στους αστακούς.
Ενας μηχανικός Λάζαρος
δεν ξέρω πόσον καιρό έχω αυτή τη γραφομηχανή
IBM Selectric·
μπορεί και δώδεκα χρόνια:
έχω δακτυλογραφήσει χιλιάδες ποιήματα,
δεκάδες διηγήματα,
δύο ή τρία μυθιστορήματα κι ένα σενάριο.
έχω χύσει πάνω της
μπύρα, κρασί, ουίσκι, βότκα, μπύρα λάιτ,
καθώς και στάχτη από τσιγάρα και πούρα·
δεν χάλασε ποτέ.
και δεν ξέρω πόσες ώρες ακούσαμε παρέα
κλασική μουσική.
οι νύχτες ήταν πάντα ατέλειωτες, καλές,
κι υπήρχε πάντα η ελπίδα ενός γέλιου
πίσω απ' τις πιο σοβαρές στιγμές μας.
ώσπου μου χάρισαν έναν υπολογιστή
για τα Χριστούγεννα.
θέλω να πω,
πρέπει να συμβαδίζουμε με την εποχή μας.
δεν πρέπει;
εξάλλου, η παλιά μηχανική γραφομηχανή
που προηγήθηκε της ηλεκτρικής
τώρα πια κάθεται
και περνάει αξιοπρεπώς τον καιρό της·
έχει βγει στη σύνταξη.
μετά από τόσες μαγικές και τρελές
νύχτες που μοιραστήκαμε.
θέλω να πω,
κάποτε οι άνθρωποι έγραφαν με πένες.
πρέπει να προχωρούμε.
έτσι, άδειασα το γραφείο
για να υποδεχτεί τον υπολογιστή.
έπειτα, έβγαλα απ' την πρίζα
την ηλεκτρική γραφομηχανή,
τη σκέπασα,
την πήγα στη γωνία του δωματίου
και την άφησα κάτω.
αυτό ήταν το χειρότερο απ' όλα
-πώς τη μετέφερα.
σαν να ήταν κάτι ζωντανό.
σχεδόν περίμενα να μιλήσει,
όπως έκανε συχνά,
με τον τρόπο της.
ένιωθα σαν να είχα βγάλει ένα σκυλάκι στον δρόμο
μέσα στην παγωνιά.
τότε η κόρη μου
που είναι σαΐνι των υπολογιστών
ήρθε να μου στήσει το όλο σύστημα
και να μου δείξει τις βασικές τεχνικές.
όταν έφυγε,
άρχισα να παίζω με τον υπολογιστή.
έκανε μερικά υπέροχα πράγματα
αλλά αργότερα διαπίστωσα
ορισμένες ανακολουθίες.
το μηχάνημα δεν έκανε
μερικά απ' αυτά που υποσχόταν.
έβαλε κι η γυναίκα μου ένα χεράκι.
δεν έγινε τίποτα.
τέλος.
κλείσαμε το μηχάνημα
και πήγαμε να κοιμηθούμε.
την επομένη
όταν γύρισα στο σπίτι απ' τον ιππόδρομο
η γυναίκα μου είπε
πως ο υπολογιστής είχε πάθει κάποια βλάβη
ή πιθανώς είχε ιό.
η κόρη μου πάλευε μαζί του όλο το απόγευμα
χωρίς αποτέλεσμα.
έτσι,
προς το παρόν,
η παλιά μου ΙΒΜ αναστήθηκε,
το μπουκάλι με τη μπύρα αριστερά
και το μικρό κόκκινο ραδιοφωνάκι δεξιά
να παίζει Μπαχ.
ο παλιός μου ηλεκτρικός πολεμιστής
επέστρεψε·
τώρα δακτυλογραφεί
ετούτα εδώ τα ποιήματα
καθώς τα εξαρτήματα
του υπολογιστή
κείτονται σκόρπια
στο χαλί.
εύγε!
Συνέχισε, μη σταματάς!
πέρασε από το σπίτι ο διάσημος ηθοποιός,
του έβαλα κρασί να πιει
και κάθισε κοντά στο αναμμένο τζάκι.
ήταν πραγματικά ωραίος τύπος,
ήταν στα μέσα και στα έξω επί δεκαετίες·
του άρεσαν πολύ, είπε, αυτά που έγραφα.
«ευχαριστώ» του είπα και του έβαλα
άλλο ένα ποτήρι κρασί.
ύστερα άρχισε να περιγράφει την καινούργια
τηλεοπτική σειρά του για έναν άντρα
και μια γυναίκα που υιοθέτησαν
παιδιά από τον τρίτο κόσμο
που δεν τα ήθελε κανείς.
«δηλαδή» είπε «επιχειρούμε
ν' αποτυπώσουμε το πνεύμα
των αρμονικών οικογενειακών σχέσεων
και να δείξουμε πόσο καλό είναι αυτό».
ήταν απολύτως ειλικρινής·
δεν υπήρχε τίποτα ψεύτικο στην επιθυμία του.
«αντιλαμβάνομαι» είπα «πως τα προγράμματα
που ενθαρρύνουν τον θεσμό της οικογένειας
έχουν γίνει πολύ δημοφιλή αλλά...»
(το μυαλό μου πήγε σ' εκείνο τον μαύρο ηθοποιό,
επίσης πολύ ταλαντούχο,
που είχε φτάσει στην κορυφή της θεαματικότητας
με τη μαύρη τηλεοπτική του οικογένεια·
ωστόσο, συχνά αναρωτιόμουν
τι γνώμη είχαν οι μαύροι στα γκέτο
για τα προβλήματα
αυτών
των καλοντυμένων,
καλοζωισμένων
ηθοποιών).
«... όμως», συνέχισα, «υπάρχει κι ένα άλλο είδος
οικογενειακής σειράς που θα ήθελα να δω,
ένα πιο αληθινό κι αυθεντικό
κομμάτι του πολιτισμού μας».
χαμογέλασε.
«δηλαδή;»
«θα ήθελα να δω ένα σήριαλ
για έναν τύπο που δουλεύει όλη μέρα σ’ εργοστάσιο,
πασχίζοντας να κρατήσει μια δουλειά που μισεί
αλλά που φοβάται κιόλας μην τη χάσει,
ενώ ο επιστάτης τον ξεζουμίζει.
αυτός ο τύπος χτυπάει κάρτα στο τέλος της μέρας,
μπαίνει στο παλιό του αμάξι,
νιώθοντας για μια ακόμα φορά ευγνωμοσύνη
που παίρνει μπρος.
έπειτα, γυρίζει στο διαμέρισμά του·
το νοίκι τού τρώει τον μισό μισθό.
μόλις μπαίνει βλέπει τα τρία του παιδιά
με τα τρισάθλια ρούχα
και τα βρώμικα πρόσωπα
να πετάνε ένα μπαλάκι του τένις στους τοίχους
ενώ η χοντρή γυναίκα του έχει ξεραθεί στον καναπέ
και ροχαλίζει.
στη συνέχεια πηγαίνει στην κουζίνα
και το φαγητό έχει γίνει κάρβουνο στο φούρνο,
ενώ το γκάζι είναι ακόμα αναμμένο».
«κοίτα» είπε ο ηθοποιός
«αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε εμείς
είναι ν' αναπτερώσουμε το ηθικό του κόσμου,
να του δώσουμε ελπίδα
και την αίσθηση του τι σημαίνει
οικογένεια καλή».
«ναι» συμφώνησα «καλό
είναι κι αυτό».
συνεχίσαμε να κουβεντιάζουμε
κι ανέφερα μερικές
απ' τις ταινίες του που είχα δει
και μου άρεσαν.
ανταπέδωσε ευγενικά,
ξεχωρίζοντας μερικά απ' τα γραπτά μου
που του είχαν αρέσει.
ύστερα έπρεπε να φύγει·
μου είπε:
«πρέπει να ξαναβρεθούμε
σύντομα, σύμφωνοι;»
«όποτε θες» είπα.
μου τηλεφώνησε δύο μέρες αργότερα
νωρίς το πρωί
και μου διάβασε ένα ποίημα
για έναν φανταστικό αγώνα μπέιζμπολ:
αν έχεις δύο άκυρες βολές
«ΣΥΝΕΧΙΣΕ!»
κι αν σου έπεσε η μπάλα από τα χέρια
«ΣΥΝΕΧΙΣΕ! ΜΗΝ ΠΑΡΑΙΤΕΙΣΑΙ!»
κι αν έμεινες πίσω στο σκορ
στο τελευταίο ημίχρονο
κι έκανες δύο απανωτά
άουτ την κρίσιμη στιγμή
«ΣΥΝΕΧΙΣΕ!» και τα λοιπά.
και το ποίημα
ήταν έμμετρο.
«σ' ευχαριστώ πολύ» του είπα.
«πρέπει να ξαναβρεθούμε»
είπε. «τρελαίνομαι
να σ' ακούω να μιλάς».
«αμέ» είπα, «όποτε μπορείς.
είμαι στη διάθεσή σου».
περίμενα μερικές μέρες,
ύστερα του τηλεφώνησα
δύο φορές.
την πρώτη
το σήκωσε μία, σαν γραμματέας.
τη δεύτερη το σήκωσε
η γυναίκα του.
και τις δύο φορές
άφησα μήνυμα
πως ανυπομονούσα να με επισκεφτεί
ο διάσημος ηθοποιός.
αλλά
έχουν περάσει βδομάδες
κι ούτε φωνή
ούτε ακρόαση.
τι να πω,
μια οικογενειακή τηλεοπτική σειρά
μπορεί να αποδειχτεί
πολύ απαιτητική
εμπειρία.
ο κόσμος πνίγεται στη δουλειά,
γνωστό αυτό τοις πάσι.
ένα βράδυ καθόμουν
μπροστά στην τηλεόραση
κι έκανα ζάπινγκ στα κανάλια
της καλωδιακής
όταν ξαφνικά
πέτυχα το πρόσωπό του
στην οθόνη
σε μια παλιά
ταινία.
κάθισα και την είδα:
τρομερό ταλέντο,
το δίχως άλλο.
έπειτα πάτησα το τηλεκοντρόλ
και πέτυχα τους αγώνες πάλης:
πρασινοκώλης Γκας
εναντίον
Βαλτανθρώπου.
επίσης
τρομερά
ταλέντα,
το δίχως άλλο.
Τι να κάνω;
είναι αλήθεια:
ο πόνος και τα βάσανα
βοηθούν να δημιουργηθεί
αυτό που αποκαλούμε τέχνη.
πάντως
αν ήταν στο χέρι μου
δεν θα επέλεγα ποτέ
αυτό τον αναθεματισμένο πόνο
και τα βάσανα που είχα κι έχω ακόμα·
ωστόσο, καμιά φορά
έρχονται και με βρίσκουν
ο πόνος και τα βάσανα
καθώς πληρώνομαι κανονικά
τα ποσοστά απ' τις πωλήσεις
των βιβλίων μου.
[Οι μεταφράσεις των ποιημάτων προέρχονται από την έκδοση "Charles Bukowski, να περιφέρεσαι στην τρέλα", μετάφραση: Σώτη Τριανταφύλλου, εκδόσεις Ηλέκτρα]
ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ: http://en.wikipedia.org/wiki/Charles_Bukowski