αφιέρωμα

Ποίηση στην Πράσινη Γραμμή
Ανέστης Μελιδώνης
Ατιτλη στιχουργία




Επέλασα σε αέρα βρόμικο
στάθμισα την ανημποριά του κόκκινου φύλακα
σε χαραμάδες χώρεσα χωρίς μέθοδο
το μυαλό μου διαπνέεται στο κενό

πού την είδατε την ασφάλεια;

 

Γέμισαν οι δρόμοι μπροσούρες δερματόδετες
διαδήλωσαν οι κύκνοι
μάζεψαν οι σκοποί τους λόγους τους
-ασυνάρτητη πορεία-
μα τα σημάδια παρέμεναν
-τα γκρίζα περιστέρια
τα κόκκινα ποδήλατα
οι μαύρες πόρτες-
χωρίς καμιά χρησιμότητα.

 

Στράφηκαν τα περιστέρια προς το δάπεδο
χαρά σημαίνει η επισημότητα
για μας που σαρώνουμε κύπελλα
ερμητική θα μείνει η ποίηση
σαφώς θα υπενθυμίζει τη λογική.

 

Βρίσκουμε την ομορφιά
κρεμασμένη στο οπωσδήποτε του ουρανού
φασκιωμένη με σήματα πανικού
κάποτε είχαμε περάσει μέσα από μάντρες
και κάποτε είχαμε διδαχθεί τις ριπές τους
τώρα βλέπουμε πόσο βαθιά βρισκόταν
και πόσο πιο εύκολα τις προσεγγίζαμε
ανίδεοι από ομορφιά.

 

Εσύ που ξέχασες ν' αγαπήσεις τις άσπιλες κραυγές
κοιτάζεις τώρα με μάτια κλειστά το όνειρο
μα πώς να διαλύσεις το σύννεφο μέχρι θανάτου
όταν θεός έγινε το σύννεφο
ξεχνάς πως είσαι μόνος σου κι ο κήπος σου αβοήθητος
κάνε μια αρχή απ' το χορτάρι
πιάσε το χώμα σπάσε τα τσιμεντένια χέρια σου
δεν είσαι πιο μόνος απ' τον θεό και λιγότερο αρεστός απ' το τριαντάφυλλο
είσαι ένας που δεν μπόρεσε να γίνει κανένας
κάποτε θα στρώσεις να κοιμηθεί πρώτα τ' όνειρο
που τόσο καιρό ξάγρυπνο τείνει να γίνει εφιάλτης.

 

Είναι φορές που προτιμώ να εθελοτυφλώ
θλιβερή ώρα της δύσης που το φεγγάρι δείχνει το μαράζι του
κόκκινε φύλακα που τρέχεις να σωθείς ακίνητος
είναι φορές που πρέπει να εθελοτυφλώ
ζωντάνια της σιωπής μου που δεν έρχεσαι
σοβαρή ανίδεη ζωή μου δώσ' μου τον χτύπο σου
είναι φορές που μόνο εθελοτυφλώ
άνθρωποι με τεταμένες ψυχές παγιδευμένα χέρια
δρόμοι που κλείσατε μόνο με την ορμή.

 

Εζησα μια μέρα γεμάτη αγγέλους
δε θα μπορούσαν να 'ναι λιγότερο ευγενείς οι διχόνοιες
δοκιμαστήκαμε στην άκρη του ποταμού η θάλασσα κι εγώ
το ρεύμα δε με έφερνε πια, αναθάρρησα
κάποτε είχα στο μυαλό μου νεράιδες και το μέλλον τους ολοκάθαρο ευτυχία
και να που το δέρμα μου δεν άνοιγε άλλες πληγές
σιγά σιγά μάθαινα να τις επεκτείνω σε σώμα
καλά λοιπόν, ας δοκιμάσω την πιο αλμυρή αίσθηση.
Καρπέ της ζωής μου, από ποιο ψηλό κλαδί κρεμάστηκες;
Ησυχος στάσου πια, χωρίς καμιά συγκομιδή.

 

Αν θες να θυμάσαι κάτι στον ύπνο σου
φρόντισε καλά ό,τι σε ξεχνά
φρόντισε σίγουρα την ομορφιά του βράχου
χάρισε στον εαυτό σου ό,τι πολυτιμότερο δεν έχει
(ούτε θ' αποκτήσει)
κι όταν γυρίσει η ομορφιά
φρόντισε να μην είναι κανείς στο σπίτι.

 

orgone_accumulator777@hotmail.com

 





      αρχική σελίδα | ταυτότητα | επικοινωνία | συνδέσεις | προηγούμενα τεύχη | english
Copyright © 2006 e-poema.eu - Όροι Χρήσης
Developed by WeC.O.M.