αφιέρωμα

Ποίηση στην Πράσινη Γραμμή
Παναγιώτης Αρβανίτης
Ονειρα εικοστού πρώτου




Τώρα       

τώρα ήσυχα περνάμε τον καιρό μας
γράφουμε νόστιμα ποιήματα
κρυβόμαστε σε γυάλινα καταφύγια
περιφέρουμε θορυβώδη χαμόγελα στα πλήθη
φωταγωγημένες χαρές στις επετείους
ρητορικά γεωτρύπανα στις διαβουλεύσεις
λογοκριμένα δάκρυα στις φυλακές

τώρα ήσυχα περνάμε τον καιρό μας
συμμαχούμε με συμφεροντολόγες Συμπληγάδες
συνθηκολογούμε με το αυτονόητο
βάζουμε νερό στο κρασί μας
δίνουμε τόπο στην οργή
κοιτάμε τη δουλειά μας
επιβιώνουμε

στο μεταξύ πολιτείες καταποντίζονται
θάλασσες μεταναστεύουν σπίτια καίγονται
μνήμες βαλσαμώνονται αλήθειες φιμώνονται
παιδιά πυρπολούνται άνθρωποι εξημερώνονται
ελευθερίες απελαύνονται ελπίδες συνταξιοδοτούνται
ηγεσίες χειροκροτούν  

οργισμένοι πρέπει
οργισμένοι γράφουμε ποιήματα

 

Ονειρο εικοστού πρώτου αιώνα

      La lucha es como un circulo
      Se puede empezar en cualquier punto
      Pero nunca termina

subcomandante Marcos

Είχε θυμάμαι πόλεμο εκείνον τον καιρό
Οι πυρηνικές κεφαλές είχαν ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου
Μαίνονταν άγρια πουλιά στον ουρανό
Και καθώς άνοιξα τα μάτια μου
δεν ήμουν εγώ o δειλός ποιητής με τα κομμένα χέρια
Κι αν με ρωτούσε κανένας Ευρωπαίος φιλήδονος εραστής
Για δοξασμένους ποιητές και τα τοιαύτα
Αν με ρωτούσε κανείς αν έχω νέα απ’ τον Ρεμπώ τον Ελυάρ
ή τον Βοκκάκιο
Θα του απαντούσα πως ποτέ τούτα τα ονόματα
Δεν είχα ξανακούσει
Δεν ήμουν εγώ ο βλοσυρός ποιητής
Με τα ευγενή δάχτυλα και τα αιμοβόρα μάτια
Ημουνα λέει τρανό πρωτοπαλίκαρο του τρίτου τάγματος
Του πεζικού
Υπηρετούσα επιλοχίας και πολεμούσα σθεναρά
Στα χαρακώματα της μακρινής Γουατεμάλας
Στα τροπικά υψίπεδα της χερσονήσου Γιουκατάν

Ηταν θυμάμαι τεμαχισμένες μέρες εκείνον τον καιρό
Τα αφρισμένα δάση της Γουατεμάλας έκαιγαν θειάφι και πλουτώνιο
Μια νύχτα θυμάμαι στεκόταν δίπλα μου
ένας μαυροντυμένος κύκλωπας
ψηλός σαν κυπαρίσσι
Με το ντουφέκι στον ώμο αναρτημένο
Και το κεφάλι του ντυμένο με πυρίτιδα
Καθόταν δίπλα μου κι αγνάντευε μακριά ένα φως
Απόρησα και τον κοιτούσα τρομαγμένος
Μου ιστορούσε μάχες αρχαίες κι ηρωικές των Μάγιας
      και των Ινκας
Μιλούσε μια γλώσσα απλή ελεύθερη ωραία
Κι έλεγε το ψωμί ψωμί 
το νερό νερό 
το πηγάδι πηγάδι
και το δίκιο δίκιο
Εκανα να τον ρωτήσω ποιο είναι τ' όνομά του
Μα δεν πρόφτασα
Ξάφνου ένα μεγάλο κύμα υδρογόνου τον φυγάδευσε στην αιωνιότητα
Κι ένα ακέφαλο σώμα με υψωμένα τα φτερά
Μου ψιθύρισε με τη σιγουριά του ανέμου
para todos la luz para todos todo 
Κι ύστερα χάθηκε μες στο μαύρο σκοτάδι
Ξύπνησα περίτρομος μες τα χαράματα
και καθώς άνοιξα τα μάτια μου
Η λάμπα τρεμόσβηνε ακόμη
Κι ένα βιβλίο του Ρεμπώ στο κομοδίνο
Με κοιτούσε καχύποπτα αλαφιασμένο

 

Βιογραφικό

        του δίδυμου
αδελφού

όλο λέω να φύγω κάποια μέρα
όλο λέω να φύγω
να τρέξω στο ατελέσφορο της προσδοκίας θαύμα
και με καμάρι να αλωνίσω το σκοινί σε σπίτια κρεμασμένων
να αναρριχηθώ ο ανάξιος στο γάργαρο της οικουμένης προσωπείο
με στυλ ανδρός πετυχημένου

όλο λέω να φύγω κάποια μέρα
να νιώσω μια φορά κι εγώ ειρήνη κραταιά
με το δεσμώτη διπλανό μου
να γλεντήσω τη γλώσσα μου στον ρυθμό της σιωπής του
χωρίς να το στρώνει η χαρά
σαν χιόνι πάνω στο κορμί μου

όλο λέω να φύγω κάποια μέρα
κι όμως τίποτα ποτέ για τώρα και για πάντα
όλο ανόητα μιλώ
κι όλο αποδοτικά δεν πράττω
φαιδρή γιρλάντα αταίριαστη
μιας προπολεμικής γιορτής

ακούραστος κι αχρείαστος συνάμα
αχθοφόρος δακρύων
στης μεσοπρόθεσμης αισιοδοξίας τον δρόμο
ένα ενθύμιο ηδονής
που κάποτε ερήμωσε
προώρως

μισό δεμένος μισό λυτός
στου Οδυσσέα τ' αδέκαστο κατάρτι
κεριά στα αυτιά στάχτη στα μάτια
σώμα χτικιό που έγινε κατάρτι
καυτό τραγούδι που έσβησε
σιωπή

όλο να φύγω θέλω
όλο να φύγω
κουράστηκα με τακτ
ολέθρια να γλιτώνω

αλλοδαπός της ευτυχίας
αδελφέ

όλη μου τη ζωή
αδελφέ μου

 

Υ π ε ρ ο ψ ί ε ς  τ ο υ  Δ α ρ ε ί ο υ   
(τέσσερα ελληνικά ποιήματα)

Ι

οι δορυάλωτες πολιτείες ζέχνουν
σαν στάνες με
ι π π ό κ α μ π ο υ ς  
ι ν δ ό χ ε ι ρ ο υ ς
χ λ α μ υ δ ό σ α υ ρ ο υ ς
και άλλα διεφθαρμένα ζώα
σημαιοστόλιστες πολιτείες κυματίζουν
μεσίστια  των θαλασσών
     των δασών
     των μαζών
κορμοράνοι βησιγότθοι φωλιάζουν στη λιμνοθάλασσα των Αθηνών
στοιβαγμένοι σε πυκνοκατοικημένα νούφαρα
αλαλάζοντες κορνάρουν  άρα άρχουν
                       άρα υπάρχουν
γυμνοσάλιαγκες δουλοπάροικοι λιάζονται
στην κοιλάδα  των οπωροφόρων
  των απορριμματοφόρων
                        των τυφεκιοφόρων
Ηγγικεν η ώρα των όνων
  των Βουρβόνων
  των αγγλοσαξόνων
Ηγγικεν η ώρα των δολοφόνων

Ελλάς των Βεδουίνων
Ελλάς των Ελλήνων

 

ΙΙ

ΝΟΥ(ΜΟ)ΘΕΣΙΕΣ  ΤΗΣ  ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΣΕ ΠΕΡΙΟΔΟΥΣ ΑΙΣΥΜΝΗΤΕΙΑΣ
Ασυδοσίας
Ασυλίας
Και πάσης φύσεως δυναστείας

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΑ ΣΕ ΤΕΚΕΔΕΣ
καφενέδες
λουτροκαμπινέδες
ουρητήρια
διυλιστήρια
και πάσης φύσεως μοναστήρια

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΦΙΣΟΚΟΛΛΗΣΙΣ ΣΕ ΜΙΝΑΡΕΔΕΣ
μπαχτσέδες
μπιντέδες
και πάσης φύσεως μεντεσέδες

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΦΥΛΑΚΙΣΙΣ ΥΠΟΥΡΓΩΝ
υφυπουργών
πρωθυπουργών
δημόσιων λειτουργών
αυτοκρατόρων
πραιτόρων
και πάσης φύσεως πρακτόρων

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΔΙΑΤΑΡΑΞΗ  ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΗΣΥΧΙΑΣ ΜΕ
πυροτεχνήματα
συνθήματα
ποιήματα
και πάσης φύσεως αποκυήματα
(τα χαιρετίσματά μας στους αξιοσέβαστους ειρηνοδίκες και στο αμαρτωλό πλην όμως τίμιο ποίμνιό τους)

 

ΙΙΙ

κάποτε έρχεται στ' όνειρο μια αργόσυρτη βροχή κι ευθύς με περιζώνουν παράξενοι μουσαφίρηδες, δερβίσηδες εμίρηδες, κι όλοι τους μπατίρηδες. ο μάντης ο Αμπάτης, ο τυφλός οιωνοσκόπος από τα Μέθανα με πατέρα απ' τον Ορχομενό και μητριά απ' την Προύσα. ο Ανέστος ο Δεληάς, ο μερακλής της Κοκκινιάς. ο Αρτέμης ο Τρίχας από την Αραπιά, ο Νίκος ο Τρελλάκιας από τον Πειραιά. ο γύφτος ο Γιοβάν απ' το Τατζικιστάν κι’ ο εξάδελφός του ο Μάρκος, ο ρεμπέτης, ο σερέτης, ο μεμέτης, ελληνοσύρων μάγων εγγονός, που 'χει μπουζούκι από τη Σμύρνη και καλάμι από τ' Αϊδίνι. μεσ' στον οντά του ύπνου μου σεΐχηδες τρανοί, με λιανοτράγουδα  γλεντούν από τ' Αϊβαλί. τότες ιππήλατοι χορεύουνε ζεϊμπέκικα απ’ την Κιρκασία και τραγουδούν ταξίμια απ' την Καππαδοκία. και μες τη σούρα τους και τα πολλά σεκλέτια μου ιστορούν  χρονογραφίες αρχαίες κι ευλαβικές για τον Ιωάννη Τζιμισκή, το μαγκιώρο τεκετζή,  τον Ιωάννη Ξιφιλίνο με το ξακουστό κλαρίνο, το Μιχαήλ Ψελλό τον κλεφταρματωλό και το λεβέντη στρατηγό το Ρωμανό το Μελωδό.  

 

IV

ανήμερα της Κρονστάνδης μεταναστεύει ένα πουλί που οι γέροι ναυτικοί το λεν
«θάνατο» ή «ελευθερία»
στο Σαντιάγο πια δεν κλαίνε το νεκρό τον θάψανε μακριά μαζί με τον Ερνέστο
και τον Πέτρουλα στην ορεινή Ουτοπία
κάθε ψυχοσάββατο στης Μεσογείου τις όχθες ένα πυρίκαυστο παιδί θάλλει
κι ανθίζει
κι εξεγερμένα τότες τα νερά ψάλλουν τον Επιτάφιο κι ομόφωνα ανακράζουν
«Μπουαζίζι»

 

Απολογία       
          
ναυτολογήθηκα στην ανεργία της ποίησης
 αποπειράθηκα το κέρδος το ανεξάντλητο του πελάγους
τα εργαλεία μου είναι από νύχια και από δόντια
 τα χέρια μου από νύχτα και φωτιά
μόνη τιμή το ύστατο συλλαβόγραμμα της Ομορφιάς
 μόνος τιμάριθμος η άγρια μοναξιά
μόνη αξία η γλώσσα μου
 μόνη μου αξία η γλώσσα
μόνο χρέος η μνήμη μου
 μόνο μου χρέος η μνήμη

εγώ ο άξεστος της Ανάπτυξης
 εγώ ο άμαθος της Προόδου
μόνη αξία η γλώσσα μου
 μόνο μου χρέος η μνήμη

φλογίσθηκα στο φιτίλι της πλαδαρής αμηχανίας
 χαρίστηκα στις  μπαρουταποθήκες της αδιαφορίας
δε στέργω να προσκυνήσω αγορές
  δε στέργω να πιπιλίσω φορολογίες
τους φίλους μου απέλασαν σε βάρβαρους δρυμούς
 τ' αδέλφια μου εξόρισαν στο φόβο των μαζών
την πρώην Ανθρωπιά θα γηροκομήσω με το λίγο του φιλότιμου
 και την παμπάλαιη πέτρα στο χέρι
τη μελλούμενη Κόρη θα προικίσω με το κεντητό το άχραντο της θάλασσας
 και μια σπασμένη τηλεόραση

εγώ ο οπαδός του Ανέφικτου
 εγώ ο μισθωτός της Φαντασίας
μόνη αξία η γλώσσα μου
 μόνο μου χρέος η μνήμη

 

che-lebe@hotmail.com

 





      αρχική σελίδα | ταυτότητα | επικοινωνία | συνδέσεις | προηγούμενα τεύχη | english
Copyright © 2006 e-poema.eu - Όροι Χρήσης
Developed by WeC.O.M.