α
[...] Μα τα μιαλα το θλίβερον αχο παράκουσαν στον ύπνο,
αηδόνι κελαηδάει τους φάνταξε σε ολάνθιστο κλωνάρι
κ' είταν γλυκια γλυκια η φωνούλατου κι όλοι συνεπαρμένοι
στη νεοτερη γρικούσα απανεμια της ερωτιας κελάηδι [...]
Ομήρου Οδύσεια, Λ, 165-168, Μετάφραση Ν. Καζαντάκης
Θάρρος φύσαγε ο άνεμος κι ανέπνεες πού και πού
Κι όλα τα μαξιλάρια του ύπνου σου σε λιγοθυμούσαν
Βαριανάσαινες Ο μόνος Ο έρημος Ο ερωτευμένος
Κι από τα χείλη σου μόνον φωνήεντα
Μιμούμενος την ηχώ του θαύματος
Φουσκώνοντας στη λάβρα του μεσημεριού
Κι αυτό που σε απόκαμε σαν έφτανε το βράδυ
Ανάθεμα που 'χε στοιχειώσει η κάμαρα
Κι η μάνα σου είχε κρεμάσει τις βαριές κουρτίνες
Και δεν ξημέρωνε
Ούτε μια στάλα φως δεν έπλεε
Μόν' έτρεχαν της νύχτας τα νερά
Και τ' άστρα της οροφής
Ελαμπαν κόκκινα κάρβουνα
Δεν πέθαινες
Απλά το λίγο σου ήτανε πολύ για να τ' αντέχεις
Εσκυβες τότε μες στο βαθύ πηγάδι του σπιτιού σου
Κοιτούσες αυτό το μαύρο εκτόπλασμα π' ανέβαινε
Ξύνοντας με τα νύχια του την αρχαία πέτρα
Και φώναζες να σ' αρπάξει
Να πας γιατί δεν βάσταγες υπομονή
Να καβαλήσεις τη μαλλιαρή του ράχη
Να σε δαγκάσει με τα σιδερένια του δόντια
Που τρίζανε
Σαν τις βαριές πόρτες των παλιών σπιτιών
Ανοιγοκλείνοντας
Μα κείνο σε περιγελούσε
Η φωνή του σάλπιγγα στριγκή
Ξεφλούδιζε τα τύμπανα των αυτιών σου
Και συ ικέτευες να σ' αρπάξει
Να σε χαράξει με τα χαλύβδινα νύχια του
Ν' ανοίξεις τριαντάφυλλο
Ολομόναχο στο σκοτεινό σου περιβόλι
Κι ως να σε βρει το χέρι κάποιου να σε κόψει
Να χάσεις όλα σου τα πέταλα
Να γείρεις στον μίσχο σου και να πεθάνεις
Μα έσωσε η μέρα
Που η βρώμα του στόματός του
Μια μοβ ιερή σαπίλα
Σε τύλιξε σαν τρικυμία
Σ' απίθωσε πατώντας σε στο στήθος
Σ' έσκισε μ' αγκίστρια
Ακουμπώντας πάνω στη γλώσσα σου την πανσέληνο
Αλλιώς μεταλαβαίνοντας την όστια της λατρείας του
Και μια μεγάλη αγάπη
Τότε αρρώστησες βαριά
Λευκάνθηκε το δέρμα σου
Οι φλέβες γράφτηκαν στο σώμα αράχνες της μούχλας
Κι όπως γίνεται στα όνειρα
Μέσ' από τα μαλλιά σου τινάχτηκε μια μαύρη φτερούγα
Το κρανίο σου σκίστηκε στα δυο σαν τ' αυγό της κλώσας
Κι έσκασε μαυροπούλι του μυαλού
Πετάρισε μια δυο μέσα στην κάμαρα
Και κράζοντας
Τη σκοτείνιασε καλά
Το ράμφος του χτύπησε τους άδειους κηροστάτες
Τικ τικ τικ ένας μονότονος λεπτοδείκτης
Που δεν μετρούσε ώρες
Και βάρυναν τα μάτια στην προσήλωση
Γεμίζοντας θάλασσα
Κι όλο τικ τικ τικ πάνω στο σκονισμένο σίδερο
Τικ τικ τικ
Μέχρι που λάλησε μ' ανθρώπινη φωνή:
«Μέσα στη σιωπή και τη μοναξιά
Ο κόσμος που επινόησες κατακρημνίστηκε
Η νύχτα παρατείνεται στο κεφάλι σου
Και συ ξεδοντιάζοντας υπερμεγέθεις μαργαρίτες
-Ρωτώντας: Μ' αγαπά - δεν μ' αγαπά;
Χωρίς κανείς να σ' αποκρίνεται-
Σαπίζεις στους βάλτους των ονείρων σου
Μόν' ακούεται το ποδοβολητό των εφίππων
Που παραφυλάγουν τα σύνορα του ύπνου
Και το κριτς κρατς των λουλουδιών
Που συνθλίβονται κάτω απ' τα ορμητικά τους πόδια
Κάνοντας θάλασσα πυκνή και σκούρα πράσινη
Σταλάζοντας πλιτς πλατς τα δάκρυα των υπνωτισμένων
Στις ισχνές ρυτίδες του εφιάλτη που αντικρίζεις».
β
[...] Ετσι αηδονολαλούσε ο κόρακας στα κοιμισμένα φρένα
κ' η νύχτα διάβαινε τ' απάλαφρα μαβρομαντηλομένη˙
σταβρόσαν τα βαθια μεσάνυχτα κι όντας θολόναν τ' άστρα,
εφάνη κατακόκκινο λειρί να βγαίνει απ' την αμμούδα˙ [...]
Ομήρου Οδύσεια, Λ, 169-172, Μετάφραση Ν. Καζαντάκης
Και κατεβαίνοντας χαμηλότερα
Βαθιά στον εφιάλτη
Βαριά μουσική πια ακούγεται
Και της νεότητας αδόνητη χορδή
Και συρματόσχοινα της άρπας
Που τα γιγάντια δάχτυλα του Θεού ματώνουν
Και σκοτεινιά στις λεωφόρους τ' ουρανού
Μην αντικρίζοντας το φως
Κι ο δαγκωμένος λαιμός μιας ζωής ελάχιστης
Κουκουλωμένος με το κασκόλ της ομίχλης
Τ' άδεια γάντια του τροχονόμου χειροκροτούν
Μια ξεβράκωτη Αθανασία
Που χτυπώντας το ξύλινο πόδι της μονότονα
Παρελαύνει στην ερημιά της πόλης
Και ιδού
Η στιγμή η γαμημένη
Που μεταξύ ύπαρξης και μη
Πιέζεις σπας και υπομένεις
Εισπνέεις λυγίζεις και γέρνεις
Προσκυνώντας
Πάνω στο σώμα μου
Πάνω στο σώμα σου
Μια αγάπη εφαπτομένη
Και θες να ξεγελάσεις όλο τον κόσμο
Να πεις ένα σωρό ψέματα
Ξαπλωμένος στο καμένο σου κρεβάτι
Στηριγμένος στη γαμημένη τη στιγμή που δεν υπάρχεις
Που δεν πονάς
δεν πονάς
δεν πονάς
Και σχεδόν απνοϊκός
Βλέπεις γαντζωμένο απ' τα λιπόσαρκα μπράτσα σου
Ενα μαύρο πουλί
- Στη δική μας περίπτωση ένα μαύρο περιστέρι,
αλλιώς το Αγιο Πνεύμα -
Να βουτά το λαιμό του τσιμπολογώντας τα σκουλήκια της ψυχής σου
Και γουργουρίζοντας να σου διηγείται τη δική του εκδοχή
Για την ύπαρξη ή μη:
«Γουρ γουρ γουρ
Στην αυγή της εκδήλωσης
Ημουν μια βόμβα μολότοφ
Δίδασκα τη σπουδαιότητα του μηδενός
Το πονηρό μηδέν που δεν συμμετείχε
Γιατί δεν είχε κανένα κέρδος
Κατόπιν τελειοποιώντας τη διδασκαλία
Συστηματοποίησα τη σχέση του μηδενός με το άπειρο επιφοιτώντας
Και έγινα η φωτιά μέσα στην άσπιλη καταχνιά της νεροποντής
Κι ο Θεός που αποκαλύπτεται για να τον δει ο άνθρωπος
Και έγινα η φώτιση των αποστόλων
Κι η έλξη των δυνάμεων
Ομως το πρόσωπο της Μητέρας Μόριγκαν έχει πια αποκαλυφθεί
Το σκοτεινό της πέπλο έχει ανασηκωθεί
Σου απομένει να σκίσεις με τα νύχια σου το σώμα μιας πεταλούδας
Ο αμμώδης της πολτός θα αναμειχτεί με την ανθρώπινη αύρα
Γουρ γουρ γουρ
Τίποτα άλλο δεν σ' οδηγεί πέρα απ' το θάνατο
Ο Μαύρος μαύρος άγγελος σε αγκαλιάζει
Η κιτρινισμένη χλόη του κήπου σου
Καλλιεργεί τις αποικίες των σκουληκιών
Τα μαλλιά σου είναι κομμένα απ' τη ρίζα
Και το σώμα σου χαραγμένο με την σφραγίδα του Μπελιάλ
Γουρ γουρ γουρ
Μπορώ να διαβάσω το μέλλον;
Δυσοίωνο το μέλλον το μέλλον το μέλλον σου...
Η πλουτωνική μητρόπολη των ονείρων σου θ' αλωθεί
Και μαζί το λιμάνι του λιονταριού που βρυχάται κάθε απόγευμα
Οι αναποδογυρισμένοι ύπεροι των λουλουδιών θ' αναγνωστούν
Πού είναι η γυναίκα που θα διαβάσει τα σημάδια του καφέ;
Πλήρωσέ την με τη θρυμματισμένη πορσελάνη μιας μασέλας
Τεμάχια οστών διαβάζουν το μέλλον το μέλλον το μέλλον σου
Γουρ γουρ γουρ
Έχεις πεθάνει από καιρό
Γουρ γουρ γουρ
Έχετε πεθάνει από καιρό».
- Διψάς αγάπη μου;
- Διψώ αγάπη μου, διψώ
- Σήκω να πιεις
Δεν θα πονάς
- Σβήσε το φως
- Κράτα σιωπή
(Σνιφ...Σνιφ...Σνιφ...)
γ
[...] κι ανατρέχω στον ύπνο που με σώζει
είν' ο πρόχειρος θάνατος
ένα κλούβιο ρολόι
χωρίς τα πριν και χωρίς τα μετά[...]
-Νίκος Καρούζος, Νεολιθική Νυχτωδία στη Κρονστάνδη
Kαι είδε μες στη ζάλη του
Πως με ηλεκτρικές σκάλες κατέβηκε στην κόλαση
Κι απ' τις στοές της ξεπηδούσε η λεγεώνα του ανθρώπου
Κι όσο να φτάσει πιο βαθιά
Eσπρωχνε και στριμωχνόταν
Και προσπέρασε βιαστικός
Την κατουρημένη γωνιά του σύμπαντος
Εκεί που ο αρχαίος του θεός, ζαρωμένος
Με βρώμικο μπλουτζίν και κουρελιασμένο μακό
Με τη μούρη του σκυμμένη σε μία αρχαία εφημερίδα
Αποστηθίζοντας τα ονόματα των αρχαγγέλων που σκότωσε επαναστατώντας
Σούταρε για τελευταία φορά τρεις γραμμές
Τυλιγμένος στο χημικό του νέφος
Με το αρνητικό του σθένος
Τη γονυκλισία της μέθεξης
Ο θεός του, έφτυσε απ' το στόμα του σβώλους πηγμένο αίμα
Ξερατό και τη μαύρη του ψυχή
Μισάνοιξε της ηρωίνης βλέμμα
Θαρρείς ασήκωτο το βλέφαρο
Κίτρινοι σβόλοι στους κανθούς
Θολό σα μέσα στην ομίχλη
Διακρίνοντας
Πως ως εδώ έφτασε
Κι άλλο δεν είχε
Παρά μια μαλλιαρή αγκαλιά
Αυτή του Μεγάλου Τρωκτικού
Που κριτς κρατς ροκάνισε
Με τα σάπια του δόντια
Τα λευκά οστά της έκνομης πολιτείας
Τα μαύρα κλομπ των αστυνόμων
Τις τεταμένες παλάμες της καταστολής
Το ξύλινο πόδι της ξεβράκωτης Αθανασίας
Κι αχ, για τίποτα δεν νοιάστηκε
Γιατί είχε πάψει να πονά
να πονά
να πονά
Ξάπλωσε
Διαλύθηκε
Κι όλο τακ τακ τακ
Στα πόδια της λεγεώνας μπλέχτηκε η μαύρη του ψυχή
Και τακ τακ τακ κατρακυλώντας
Eσπασε παραληρώντας μ' ανθρώπινη φωνή:
«O Δάσκαλος Baudrillard υποστηρίζει:
Η αμνησία μας είναι αυτή των εικόνων
Θα ξεβιδώσουν με ηλεκτρικά κατσαβίδια το μαύρο σου κουτί
Θα σ' ελέγξουν αν έπραξες τα δέοντα
Μη φοβάσαι
Hδη τους έχεις ξεγελάσει...
Συ επινόησες το γεγονός...
Αυτή είναι η ύστατη διαδικασία της ωρίμανσης
Eχω ξαναμιλήσει για ίχνη π' αφήνει η γραφή
Χάραξα τα σημεία των φιλοσόφων
Η παρθένος σκέψη απεκδύεται του διάφανου νυχτικού της
Τα πέταλα των νάρκισσων χρησιμεύουν ως στυπόχαρτα
Στεγνώνει το μελάνι ειδάλλως απορροφάται
Διαχέεται στην ιστορία αντιγράφοντας...-
Iχνη ίχνη ίχνη
Σημάδια θανάτου
Μαύρες γραβάτες και περιβραχιόνια
Μαύρα μαντήλια και μάλλινες κάλτσες
Μαύρες ντάμες
Μαύροι βαλέδες και βασιλιάδες
Μαύρα αραβικά ψηφία
Σκέπτεσαι...
Αυτό σημαίνει: Την επίγνωση του να ’σαι νεκρός και ν’ αναιρείσαι
Δεν έχει καμιά απολύτως σημασία η ζωή χωρίς την επίγνωση του θανάτου
Διαγράφεσαι
Τα νύχια σου μπήγονται στο παγωμένο δέρμα της αιωνιότητας
Τα ρολόγια δεν θα χτυπήσουν μεσάνυχτα
Ο χρόνος ανοίγει τις τεράστιες δαγκάνες του καταπίνοντας τον χώρο
Ο ηλεκτρικός κατακλυσμός καλπάζει φρενήρης
Ακούς το ποδοβολητό μες στο σκοτάδι;
Το υπερηχητικό άλογο ήδη σ' έχει συντρίψει
Εισχωρείς στον πύργο του τρόμου σου
Ο Θεός δράκος
Ο Θεός τιμωρός
Μη φοβάσαι το σκοτάδι
Ν' ανοίξεις διάπλατα τα μάτια σου
αντικρίζοντας το κυανό δίχτυ που δονείται στην κοσμική ανάσα
Απ' τα πλευρά σου ξεχύνεται το μέτρο
Σφετερίζεσαι το θρόνο ενός ζωντανού βασιλέα
Κατρακυλάς στις σπείρες του ωοειδούς σου κελιού
Μες στο κουκούλι σου σκοτάδι
Σκοτάδι και δάκρυα
Μια μεγάλη φωτιά
Eνας μεγάλος κατακλυσμός
Eνας μεγάλος άνεμος
Eνας μεγάλος σεισμός
Μια πολύμαστη θύρα μήτρα που σε καταπίνει
Θα πουν
πως τραυματίστηκες στον αυτοκινητόδρομο της λαγνείας
Πέφτοντας με μεγάλη ταχύτητα στ' αδιέξοδο τούνελ
μια νύχτα που κάποιος πυροβόλησε τα ελαστικά σου
Eνα εκκωφαντικό μπαμ!
Μετά συντρίμμια και
Ρωμαϊκές λεγεώνες
Στρατιωτικοί σχηματισμοί
Προτεταμένες ασπίδες
Στρατιωτικά παραγγέλματα
Θέση βολής:
Πυρ!
Ανακατάληψη του λόφου της ζωής!
Ο ατμός του Υδρογόνου συλλαμβάνει δυο μόρια οξυγόνου
ΑΥΤΟΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΞΕΠΗΔΑ ΑΠ’ ΤΑ ΣΚΟΤΑΔΙΑ
ΚΑΝΕΙΣ ΠΙΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΥΛΛΑΒΕΙ ΤΟΝ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟ
Ο βρωμόθεός τους
περιμένει να μπήξει την συντελική του κραυγή
Διαγαλαξιακά αστρόπλοια εποικούν την νοόσφαιρα της Αθήνας
Τα Παρίσια οι Νέες Υόρκες τα Λονδίνα
κουκουλώνουν τις στρατιωτικές τους βάσεις με μετάξι αλεξίπτωτου
Ο πλανήτης θα πηδήξει στο κενό
κι οι βάρβαροί σου απόγονοι
εισπνέοντας τη λευκή σκόνη των κονιοποιημένων σου οστών
θα συντρίβουν τριαντάφυλλα με τις γροθιές τους
Με τα βρωμόχερά τους θα τηλεψηφίζουν
την καλύτερη εκσπερμάτωση της πορνοζωής σου
Μάζεψε τα υπάρχοντά σου μέσα στη μαγική βαλίτσα των καρτούν
Ο Μαύρος μαύρος άγγελος σ' έχει σκεπάσει
και συ τρέμεις σαν το φύλλο κάτω απ' τις φτερούγες του».
yiannisantiochou@gmail.com