Θανάσης Λάμπρου
Aστρα
Τα μάτια αυτά που με κοιτάζουν την αυγή
Και τη νύχτα ριζώνουν στο σκοτάδι
Από ποια κατάγονται φυλή
Ή μήπως είμαστε φτιαγμένοι από την ίδια ύλη
Την ίδια αχειροποίητη μουσική;
Αστρα
είστε οι λαμπερές σταγόνες μιας θάλασσας κλειστής
που απλώνει ρίζες ώς τα σπλάχνα μας
και στρέφει την όψη προς το φως
όπου αστράφτει ο κρυμμένος μας εαυτός
Αστρα
απ' την ουσία σας μοιάζει καμωμένη η ψυχή
φλόγας κυμάτισμα απ' τη μια πυρκαγιά
που κρατά σε κίνηση την ψυχή του κόσμου
και κυλάει ώς εδώ ποτάμι και δυνατή βουή
Αστρα
η νύχτα γίνεται κάποτε ζεστή αγκαλιά
κι άλλοτε στέκει σαν κόμπος στο λαιμό
όταν στο σκοτάδι καίτε σα δαδιά
κι αστράφτουν οι κατορθωμένες ψυχές πλάι στο θεό
Αστρα
το φως σας λευκαίνει την ψυχή μας
που διψά ουσία κι απλή χαρά
να γευτεί τη χάρη που 'χει ο αέρας το πρωί
με την αρμύρα από τη θάλασσα και τα τραχιά χαλίκια
Αστρα
το φως σας βύζαξα σαν γάλα μητρικό
κι έμαθα με κόπο να προφέρω το αλφάβητο
που χαράζετε με τη γραφίδα της φωτιάς
πάνω στην όψη την αχάραγη των μαύρων στερεωμάτων
Αστρα
την κούπα πλένω κάθε πρωί
απ' το γάλα σας που γεύτηκα τη νύχτα
κι απλώνεται στα σπλάχνα μου απ' την αρχή
η αναγάλλιαση κι η πρώτη ορμή
Αστρα
από σας έμαθα τα πιο πολλά
να σπουδάζω τη σιωπή τη θυσία την περισυλλογή
και να βλέπω καθαρά να λιώνουν μέσα εκεί
ο χώρος ο χρόνος και ν' ανοίγει η φυλακή
Αστρα
με το βελόνι σας την καρδιά μου κέντησα
κι ύστερα την έραψα γερά με την κλωστή σας
που 'ναι από ατσάλι κι άϋλη δροσιά
ένα ξεχείλισμα απ' την ψυχή του κόσμου
Αστρα
με την κλωστή σας την έραψα ν' αντέχει
όταν ορμούν μαζί καημός και πόνος και πίκρα δυνατή
κι η λύσσα των ανθρώπων που βγαίνει
από μέρος κλειστό χωρίς αέρα καί ζωή
Αστρα
φυσάει ο αέρας και πέφτει ο καρπός
τι είναι ο θάνατος μήπως η αφύπνιση
απ' τον μεγάλο ύπνο ανάμεσα στα πράγματα
τα μάτια κλείνουν κι ανοίγει ο ουρανός
Αστρα
φέγγουμε πλάι σας πριν γεννηθούμε
πού πηγαίνουμε όταν διαβούμε το κατώφλι πού
κι ανοίγεται μπροστά μας η πηγή με τ' άσπρο κυπαρίσσι
όπου σταλάζει χωρίς ν' ακούγεται το δάκρυ του θεού
Αστρα
εσείς υποδέχεστε τις ψυχές όταν το υφασμένο σώμα
που δεν το κρατούνε πια οι θηλιές γυρίσει πίσω στη γη
σαν τη βροχή που αναβλύζει απ' του κατακλυσμού σας την πηγή
κι αγκαλιάζει το χώμα με λαχτάρα για να φέρει νέα αρχή
Αστρα
το νήμα δείξτε μου που μας κρατάει μαζί σας ενωμένους
εκείνο που σκαρφαλώνουν οι ψυχές σαν αναρριχητικά
και γίνεται η κλίμακα κι ο φωτισμένος δρόμος
κι η χρυσή αλυσίδα μες στην πυρκαγιά
Τα μάτια αυτά που με κοιτάζουν την αυγή
Και τη νύχτα ριζώνουν στο σκοτάδι
Από ποια κατάγονται φυλή
Ή μήπως είμαστε φτιαγμένοι από την ίδια ύλη
Την ίδια αχειροποίητη μουσική;
Μαριγώ Αλεξοπούλου
Η εσωτερική μνήμη
Κάνεις υπολογισμούς
και δεν αποθηκεύεις,
δεν επεξεργάζεσαι.
Πέφτεις με το αλεξίπτωτο
και ακούς την εσωτερική μητέρα
να σου φωνάζει:
"Την ευχή μου,
και μην ξαναπέσεις στα μαλακά".
Αγης Μπράτσος
Χουλάκια I
Επιτέλους στην παρθένα θάλασσα.
Στην αφή της παραδίνομαι.
Μα είναι τα πράγματα αγνά;
Ξένος στην αμμουδιά
Παίζω στα δάχτυλα
άπειρες εκδοχές.
Ούτε κι εδώ θ' αγγίξω τη γαλήνη.
Η πέτρα του σκανδάλου είναι κιόλας στο χέρι μου.
Yλη τυχαία, στην εμπειρία προσιτή
με προκαλεί σαν εύκολη γυναίκα.
Η άμοιρη πετρούλα δε με φοβάται.
Μοιάζω απλός άνθρωπος.
Και τι μ' αυτό;
Μπορώ να τη ζωγραφίσω και να τη χαράξω.
Να τη θρυμματίσω και να τη στείλω στα βαθιά.
Αναμνηστικό να τη βαφτίσω και ζωτικό αξιοθέατο.
Eχω κάθε δυνατή ευκαιρία.
Μονάχα ένα δεν μπορώ.
Ούτε άλλος κανείς θα μπορούσε.
Να την αφήσω ποτέ σε ησυχία.
Πάνος Καπώνης
Αρχαίο τραμ
Ιερογλυφικά σανδάλια
Οδηγούσαν το κέλυφος του γρανίτη
Σε ανάποδες πυραμίδες και ήχους
Αιγυπτιακούς
Ανορθόδοξους στις λείες επιφάνειες
Των κώνων
Της μετενσάρκωσης των οφθαλμών μας
Απέραντη η λεωφόρος της ερήμου
Στο σχήμα ενός συμβόλου ζωής
Με σκόνη αιώνων
Να ανεμίζει τις υπναλέες μούμιες
Υπεράνω των φοινίκων
Στην κατεύθυνση της Λιβύης
Το αρχαίο τραμ έτριζε
Από τ' αρχαία χρόνια δίπλα στη θάλασσα
Σκουριασμένη διαδρομή
Από το Ναυτικό Oμιλο Αλεξανδρείας
Μέχρι την οδό Σελίμ
Eνθα τα μεγάφωνα του Ισλάμ
Ιερά κιγκλιδώματα όμως μας στρίμωξαν
Στις οξειδώσεις των οχημάτων
Aμα τη αφίξει μας
Κάτω από τρούλους και περιπατητές
Σε ελληνικά κλασικά κατάλοιπα
Και το παλιό μεγαλείο της παραλίας
Δημήτρης Αλλος
Πάλι το φεγγάρι
Στη Ζυράννα Ζατέλη
Αυτόν τον δρόμο
με τις πολλές του τις στροφές και τα γιοφύρια
- ασβέστη ροζ που ξέβραζαν άκληρες οι μνήμες -
τον ξέρω είπα
μ' εκείνο το φεγγάρι που έβγαινε λίγο ψηλότερα
από τη νύστα και δανείζει τα κοπάδια μου στους λύκους
με τις ετεροχρονισμένες του τις μυγδαλιές
- αν είναι χειμώνας έτσι να 'ναι - τα ξέρω είπα
τα κρυφά του πατήματα και λημέρια
- κορφούλες που ταιριάξανε μ' ενός ανθρώπου μπόγι -
καλά τα ξέρω
που στο νερό λιγώνεται και φίδι κολοβό
και που ξεδιψάει πηγάσους και κριάρια
και πάντως
όχι η νοσταλγία μου
αλλά το ψάρι που έψηνε στα χείλη
σ' αγάπησα
σε μίσησα
στέκομαι σε χαζεύω
όμορφη χώρα μυστική
που με χωνεύεις
πιο βαθιά
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
Η μονοσήμαντη φύση
H φύση με ρομαντική μονοτονία
σχεδιάζει την άνοιξη της ζωής μας
αντιγράφοντας τα δικά της εφηβικά όνειρα.
Λουλούδια, λουλούδια με λίγες διαφορές
στο χρώμα, τη στιγμή άνθισης
που με την κίνησή τους σημαίνουν
την ευγενική καταγωγή κάποιου κήπου
ή την αγριάδα της βλάστησης.
Αέρηδες ταξιδεύουν
μαλλιά ανεμίζουνε
στήθη ξανοίγονται στον ήλιο
κι αμέσως στεγνώνουν τα χνάρια απ' τα φιλιά.
Aνοιξη, τόσο κοντά στην αρχή
πράσινο, μέλισσες
νεανική πάντα του σύμπαντος η φωνή.
Αλλ' όμως τι μονοτονία, τι πλήξη
όλο αυτό το ακατάσχετο φως της ζωής
που να κόβεται ποτέ σου δεν θα δεις
κι όσο επαναλαμβάνεται
τόσο το ευγνωμονείς.
***
Ενώ η δύση
έχει τόση ποικιλία!
Κάθε ψυχή αλλιώς τη φαντάζεται
κι αλλιώς αυτή θαρθεί
σ' άλλη ώρα, αλλιώτικα ντυμένη
κάτι μυστηριακό να εκπέμπει ίσως.
Σε ξεγελούν τα πορφυρά σύννεφα
κι όταν αυτά υποκύψουν
στον μαύρο εαυτό τους
νομίζεις πως εσύ όλα τα φαντάστηκες
πως εσύ ποιητικά συνέλαβες
μια άλλη ουτοπία.
Στην ουσία το τέλος είναι αυτό
που δεν γνωρίζει τη μονοτονία
της ύπαρξης
δεν γνωρίζει την επανάληψη
του εγώ.
Αντεια Φραντζή
Ευγένιος μύθος
1.
Ανοιξα το παράθυρό μου κι ήρθαν
Mπήκαν στην κάμαρά μου και στάθηκαν
Mπρος στον καθρέφτη ο ποιητής
Ενα πουλί κι ένα σκουλήκι.
O ποιητής πρώτος μού είπε τ' όνομά του:
Eυγένιος Mύθος και καθρεφτίστηκε
Mε το κεφάλι να γέρνει προς τα μπρος
N' αφήνει το πουλί στο φως κι αυτό
N' αρπάζει το σκουλήκι στο ράμφος του.
Aκολουθεί σιωπή και τριγμός θανάτου.
O ποιητής παρατηρεί ερεθισμένος
Tο πουλί να φουσκώνει
Φουσκώνει κι αυτός μες στον ύπνο του.
Aρπάζει το σκουλήκι μες στη φούχτα του
Tο λιώνει με σφίξιμο ιαμβικό
Kι εναλλαγή τροχαίου.
Nάτος ο Eυγένιος Mύθος τώρα πετάει.
2.
Ανοιξα το παράθυρό μου κι ήρθαν
Mπήκαν στην κάμαρά μου και στάθηκαν
Mπρος στον καθρέφτη ένα πουλί
Eνα σκουλήκι κι ο ποιητής.
Tο πουλί πρώτο μού είπε τ' όνομά του:
Eυγένιος Mύθος (συνωνυμία) και καθρεφτίστηκε
Mε το κεφάλι να γέρνει προς τα μπρος
N' αφήνει το σκουλήκι στο φως κι αυτό
N' αγκαλιάζει τον ποιητή ολόγυρα.
Aκολουθεί σιωπή και τριγμός θανάτου.
Tο πουλί παρατηρεί ερεθισμένο
Tο σκουλήκι να φουσκώνει
Φουσκώνει κι αυτό μες στον ύπνο του.
Aρπάζει τον ποιητή με το ράμφος του
Tον λιώνει με σφίξιμο αναπαιστικό
Kι εναλλαγή δακτύλου.
Nάτος ο Eυγένιος Mύθος τώρα πετάει στα ύψη.
3.
Aνοιξα το παράθυρό μου κι ήρθαν
Mπήκαν στην κάμαρά μου και στάθηκαν
Mπρος στον καθρέφτη ένα σκουλήκι
Eνας ποιητής κι ένα πουλί.
Tο σκουλήκι πρώτο μου είπε τ' όνομά του:
Eυγένιος Mύθος (παρωδία) και καθρεφτίστηκε
Mε το κεφάλι να γέρνει προς τα μπρος
N' αφήνει τον ποιητή στο φως κι αυτός
N' αρπάζει το πουλί στη φούχτα του.
Aκολουθεί σιωπή και τριγμός θανάτου.
Tο σκουλήκι παρατηρεί ερεθισμένο
Tον ποιητή να φουσκώνει
Φουσκώνει κι αυτό μες στον ύπνο του.
Tυλίγει το πουλί με το σώμα του
Tο λιώνει με σφίξιμο προσωδιακό
Kι εναλλαγή του τόνου.
Nάτος ο Eυγένιος Mύθος τώρα πατάει στη γη.
Χάρης Ψαρράς
*
Πέρα απ' του χρόνου τα αρχαία μονοπάτια
το σαλιγκάρι της βροχής
κόβει βόλτες και τρέχει
να προφτάσει τον ίσκιο του.
Είναι ο ίσκιος του άπιαστη
κορασιά και θυέλλης νεφέλη.
Μειδίαμα του κανενός ο κόσμος όλος.
Και κανείς δεν θυμάται ποιος ήμουν.
Και τα ίχνη μου όλα σβηστά.
Σαλιγκάρι βροχής θ' απογίνω
φυλλοβόλο και χίμαιρα.
Γιώργης Παυλόπουλος
Ο γάτος μου
Ο γάτος μου
έχει όλα τα ελαττώματα
και τις αδυναμίες μου.
Νωχελής και ακαμάτης
νυχτόβιος και ονειροπόλος
του αρέσει να μυρίζει το σκοτάδι.
Σπάταλος στα χάδια
ρίχνεται στο κορίτσι μου
χώνεται στα πόδια της
κι όταν τον διώχνω
μου παρασταίνει τον τίγρη.
Συχνά τον γελοιοποιώ
και τότε αγριεύει
σηκώνουνται στη ράχη του οι τρίχες
Και μου δείχνει τα νύχια του.
Oταν οι καλεσμένοι μου
μιλάνε για πολιτική
πλήττει και κοιμάται στο χαλί.
Δεν μου επιτρέπει να βλέπω τηλεόραση
κι έμαθε με την ουρά του
να μου κλείνει το κουμπί.
Ωστόσο δεν χώνει την ουρά του πουθενά.
Δειλός και άτολμος
δεν ανεβαίνει ποτέ στα κεραμίδια.
Αγαπάει τις όμορφες γάτες
αλλά κανείς δεν ξέρει
πού σμίγει τις φιλενάδες του.
Αλχημιστής απολαύσεων
αριστοτέχνης εκπλήξεων
σκηνοθέτης της σκιάς του
κυνηγάει πεταλούδες.
Με εκπλιπαρεί να τον προσέξω
μα εγώ τον αποφεύγω επίτηδες
και τον παρακαλώ να με αφήσει ήσυχο
να γράψω αυτό το ποίημα για το γάτο μου
που με βασανίζει χρόνια.
Μου γυρίζει τότε την πλάτη
και χάνεται στο σκοτάδι.
Και βέβαια δεν με ζηλεύει καθόλου
για τις επιδόσεις μου στην Ποίηση.
Θέλει να μοιράζεται το πιάτο μου
αλλά δεν του κάνω ποτέ το χατίρι
κι ας λένε πως η Ποίηση
είναι το πιάτο που μοιράζεται
ο ποιητής με το γάτο του.
Γιάννης Τζανετάκης
Φεύγει
Ο,τι αγάπησα με γέλασε
και φεύγει. Μισότρελος
πια κρύβω την ουρά.
Θέλεις να με ρευτείς
δικός σου. Να με ξεράσεις;
Μ' όλη μου την καρδιά.
Μόνο μην ορεχτείς
το άλλο. Αυτό που
έχει μείνει στον μπαλτά.
Γιώργος Μπρουνιάς
Αλογα στα Μεσόγεια
Χώμα κόκκινο στο πεζοδρόμιο
σκασμένο με φλέβες
σα κομμένες ανοιχτές
προσμένοντας τ' αδειανό τους βάθος
βροχή να γεμίσει
φτιάνοντας λάσπη
που πλάθει τα πήλινα αγγεία
μ' αρχαίους θεούς και ήρωες, ωραίες κόρες
κι αμπελοστάφυλα
τώρα σαν μπήκε το φθινόπωρο
για να κρατήσουν όλο το χειμώνα
με στάρια, λάδι και κρασί
ως να 'ρθει πάλι καλοκαίρι
κι ο ήλιος δυνατός ξεράνει
τα χωράφια και τις λάσπες
χώμα να γίνουνε κόκκινο, θρυφτό
κουβαλώντας μέσα του
γοργά άλογα κι άφθαρτα παιδιά
Λευτέρης Πούλιος
Ενας άνθρωπος στην Πάτμο του
Είμαι η κορυφή
ενός ουτοπικού βουνού
που λάμπει ασφαλώς,
ψυχή που πήρε σάρκα
και χειρονομεί γύρω απ' την ανάσα.
Είμαι φαλλός
σε ηλεκτρικά όνειρα
με ποντίκια που τρώνε τα δάχτυλά μου.
Eνας άνθρωπος μόνος
που τσαλακώνει το μυαλό του
για να σταματήσει τον πόνο.
ο κόσμος είναι παρωχημένος και κουρασμένος.
Βρίσκω λίγο σκοτάδι όπου μπορώ
σκυμμένος να κλάψω και
γράφω μονάχα για λίγους.
Αργύρης Χιόνης
Κενές θερμίδες
Στη Ζωή Βερβεροπούλου
Η ΦΙΛΗ ΜΟΥ Η ΖΩΗ, που ανησυχεί για τη ζωή μου, με ρώταγε, προχτές, απ' το τηλέφωνο, για τη διατροφή μου.
Της είπα ότι τρώω μόνο μιά φορά τη μέρα και, όταν εξανέστη, συμπλήρωσα πως πίνω αρκετά και, απ' όσο ξέρω, το οινόπνευμα έχει πολλές θερμίδες.
«Ναι, αλλά πρόκειται για άχρηστες θερμίδες, δίχως βιταμίνες, κενές θερμίδες, έτσι λέγονται», μου είπε.
Δεν μ' άρεσε αυτή η παρατήρηση, δεν μ' άρεσε καθόλου· ένιωσα, ξαφνικά, πλήρης κενού.
Βερονίκη Δαλακούρα
Χρόνος
Στο τρελό μάτι μην πετάτε στάχτες. Εχει δηλώσει υποταγή στην κόγχη κάτω απ' το μέτωπο.
Σκόρπια ορυκτά τυφλώνουν με την αιχμηρή τους λάμψη ό,τι απομένει από το δίδυμο όργανο, πυροδοτούν αλήθειες
καθώς
το σώμα που σκόρπισε το αίμα του διαμελίζεται φτύνοντας χώμα.
Δεν υπάρχω εδώ.
Κουβάλησα πέτρες.
Τώρα
με το ψωμί στο στόμα
το άγριο παιδί επιθυμεί
ήμερο θάνατο.
Σταμάτης Πολενάκης
Βαλπαραΐσο
Σαν σήμερα, δεν ξέρω πριν από τόσα χρόνια, έγραψα νομίζω το πρώτο
μου ποίημα. Τώρα που φθάνω στο τέλος σιγά-σιγά και επιστρέφω με
άδεια τα χέρια ξέρω καλά ότι αυτό το ταξίδι δε θα μπορούσε παρά να
τελειώσει ακριβώς εδώ: σε μια γκρίζα ζώνη πάνω στο χάρτη, σ' έναν
υγρό επαρχιακό σταθμό όπου φθάνεις κατάκοπος τα ξημερώματα,
ολομόναχος. Την ομορφιά δεν την είδες παρά μόνο μια φορά μόνο σε ολόκληρη
τη ζωή. Aλλη παρηγοριά ας μην υπάρξει ποτέ για τα κουρασμένα, άυπνα
μάτια και τελικά δεν είναι τυχαίο ότι οι πιο μελαγχολικές ιστορίες αγάπης
αρχίζουν πάντοτε μέσα σ' ένα βαγόνι της αμαξοστοιχίας Βαρσοβία-
Πετρούπολη.
Σωτήρης Κακίσης
1.
τίγρεις σαν της ψυχής μου τις ραβδώσεις δεν έχω δει, δεν έχω να δείξω. τίγρεις σαν των χεριών μου τα νύχια δεν έχω ποτέ σκεφτεί, τις σκέφτομαι πάντα πιo ήμερες, πάντα πιo εξημερωμένες. γιατί οι τίγρεις πιo μέσα από τα μάτια τους είναι ακόμα πιo ακίνδυνες, ακόμα πιo τρυφερές. κι εγώ ούτε με τα λιοντάρια δεν κάνω, ούτε και χωρίς. γιατί τίγρεις και λιοντάρια μαζί έναν ελέφαντα γλυκό σαν κι εμένα τον φοβούνται, απέξω δεν με πλησιάζουν. έρχονται από μέσα μου να με φάνε, σαν ραβδώσεις, σαν λέξεις, σαν χαίτες τρελές πάνω στις σκέψεις μου!
2.
τώρα πάλι περιμένω. είμαι μια μύγα πίσω απ' το δεξί πόδι μιας ωραίας για σας τους ανθρώπους καρέκλας, και περιμένω, σαν Χίτσκοκ των ζώων έτοιμος κάτι να κάνω μαυρόασπρο, ένα πέρασμα, θέλω να πω, μιά σκηνή για τ' άλλα ζώα έξυπνη, για πάντα νουάρ. να, θα βγω τώρα από το πόδι αυτό από πίσω, και καταπάνω σ' ένα πόδι ζωντανό θα πάω, τα δόντια μου (έχουμε δόντια οι μύγες; δεν θυμάμαι) να τα χώσω με δύναμη σε σάρκα καφέ, αίμα κι εγώ κόκκινο να πλησιάσω σαν κουνούπι ξαφνικά, σαν σφήκα, σαν σκορπιός, σαν οχιά, σαν κόμπρα! πολύ κακό δεν μπορώ να κάνω, τώρα που το σκέφτομαι. πετώντας όμως στο δωμάτιο με τόσες ιδέες μέσα μου, δεν είμαι πια μόνο μύγα.
Θάνος Σταθόπουλος
The singing sculpture
Στον Νάσο Βαγενά
Οταν το 1970 οι Gilbert & George άφηναν το ατελιέ τους με τα εργαλεία και τα πινέλα τους (παίρνοντας μαζί τους μόνο λίγη μουσική, ευγενικά χαμόγελα και τις πιο σοβαρές προθέσεις του κόσμου) για να κάνουν μια βόλτα στους δρόμους του Λονδίνου (φορώντας κοστούμια διευθυντών τραπέζης και μεταμορφώνοντας τους εαυτούς τους σε ζωντανά γλυπτά), έστειλαν μία καρτ ποστάλ σε τριακόσιους παραλήπτες. Eνα μήνυμα από τους γλύπτες Gilbert & George, Λονδίνο, 1970: Οι γλύπτες Gilbert & George εργάζονται σε μία νέα κατεύθυνση. Λίγο πριν, είχαν παρουσιάσει μία οκτάωρη περφόρμανς. Με υλικά ένα τραπέζι, ένα κασετόφωνο, ένα μπαστούνι με ενσωματωμένη μία συσκευή που παρήγαγε θορύβους κι ένα πλαστικό γάντι (έχοντας βάψει με μεταλλικά χρώματα τα πρόσωπα και τα χέρια τους), χόρευαν και τραγουδούσαν πάνω στο τραπέζι, ενώ το κασετόφωνο έπαιζε το τραγούδι Underneath the arches. Oταν το τραγούδι τελείωνε, o ένας από τους δύο κατέβαινε από το τραπέζι κι έβαζε το τραγούδι από την αρχή. Oταν το 1970 οι Gilbert & George άφηναν το ατελιέ τους με τα εργαλεία και τα πινέλα τους για να κάνουν μια βόλτα στους δρόμους του Λονδίνου, έστειλαν μία καρτ ποστάλ σε τριακόσιους παραλήπτες. Eνα μήνυμα από τους γλύπτες Gilbert & George, Λονδίνο, 1970: Οι γλύπτες Gilbert & George εργάζονται σε μία νέα κατεύθυνση. Λίγο πριν, είχαν παρουσιάσει μία οκτάωρη περφόρμανς. Με υλικά ένα τραπέζι, ένα κασετόφωνο, ένα μπαστούνι με ενσωματωμένη μία συσκευή που παρήγαγε θορύβους κι ένα πλαστικό γάντι, χόρευαν και τραγουδούσαν πάνω στο τραπέζι, ενώ το κασετόφωνο έπαιζε το τραγούδι Underneath the arches. Oταν το τραγούδι τελείωνε, o ένας κατέβαινε από το τραπέζι κι έβαζε το τραγούδι απ' την αρχή. Oταν το 1970 οι Gilbert & George άφηναν το ατελιέ τους για να κάνουν μια βόλτα, έστειλαν μία καρτ ποστάλ. Οι γλύπτες εργάζονται σε μία νέα κατεύθυνση. Πριν, είχαν παρουσιάσει μία περφόρμανς. Με ένα τραπέζι, ένα κασετόφωνο κλπ χόρευαν και τραγουδούσαν πάνω στο τραπέζι, ενώ έπαιζε το τραγούδι Underneath the arches. Oταν τελείωνε, κατέβαινε κι έβαζε το τραγούδι απ' την αρχή.
Nίκος Καρούζος
(άτιτλο)
προέρχομαι από βάναυσο πράσινο κι από οδυνηρό γαλάζιο
τρώγοντας τα νύχια μου / σημάδι φαντασίας / κάποτε με κομψότητα
συχνά ματώνοντάς τα
βυθίζομαι στον ύπνο ωσάν αναπεσόντας με ιώδη άμφια
δυo συλλαβές ακόμη και θα κλατάρω
σε νοερά μου έντομα παρέτυχα με άσπρο ανεμιστηράκι
φωνητικός ο Αύγουστος που φτύνει λέξεις απ' το μεσημέρι
πάχος της ύλης μεταφυσικά φαινόμενα η τεττιγολαγνεία
είμαι και οίμαι αδιάκοπα ο απάτορας σκύμνος
με δέκατα διασχίζοντας το απειροστικό θερμόμετρο
λήξη της λέξεως η γλώσσα καλαμπούρι και βαθύ λουλάκι
/ να μπουγαδιάσω εκατό σελίδες σήμερα και ν' ανασάνω /
φεύγοντας κανένας
ο θάνατος που μ' έχει ξεθεώσει κανένας
φυλλοροεί το τελικό σίγμα / δέος / εκών άκων απέρχομαι
Σωτήρης Τριβιζάς
Αντίστιξη
Με της φωνής του
τους παράφορους ρυθμούς
επινοεί τον ουρανό
και γεωργεί τον κόσμο
σπέρνοντας τους ανέμους
και θερίζοντας τις θύελλες.
Λέξη τη λέξη
ο σπόρος γίνεται καρπός
- μια μυστική ανθοφορία.
Λαξεύει την αόρατη ύλη.
τη σκοτεινή επιφάνεια,
εκεί που κάποτε αναβλύζει
άκτιστο και αχειροποίητο το φως.
Και ξετυλίγει μες στα όνειρά του
το νήμα ενός απέραντου θανάτου.
Παναγιώτης Κερασίδης
Γράφουμε ποιήματα γιατί λείπουμε
1.
Το σώμα ανάβει όταν λείπουμε
Γιατί καίμε λύπη με τα δάχτυλα
Και λάμπει στα μάτια.
2.
Οταν λείπουμε
Θυμόμαστε και ξεχνάμε τα λάθη
Που περιέχουν το σωστό ερήμην μας
Θυμόμαστε και ξεχνάμε τους στίχους
Που αφήσαμε στο κρεβάτι και στο πάτωμα
Ξεφυλλίζοντας τη ζωή
Ξεκοκαλίζοντας το κορμί
Με τη γλώσσα και τα δάχτυλα.
3.
Απουσιάζουμε λόγω έλλειψης χρόνου
Λόγω έλλειψης χώρου
Λόγω πύκνωσης αισθημάτων
Γι' αυτό που λείπει.
4.
Μπορούμε να διασφαλίσουμε την απουσία μας
Κεντρώνοντας τη μνήμη και τη λήθη
Με το αίνιγμα
Που τρέχει στο αίμα μας;
5.
Οταν λείπουμε λείπει κι ο απουσιολόγος.
6.
Οταν λείπουμε υπάρχουν τα πάντα.
Αρα λείπουμε όντας αλλού
Οντα λειψά ερωτευμένα στη σιωπή
Ζώα πολιτικά
Πληγωμένα από το φιλί της ζωής
Με γλώσσα και δόντια.
7.
Διαβάζουμε γράφουμε πίνουμε λείπουμε.
Ερωτευόμαστε. Ξεχνιόμαστε.
Λείπουμε στη βουή των γεγονότων
Στις όχθες και στα ποτάμια
Που μας παρασέρνουν στην εκ-βολή μας.
8.
Λείπει η λύπη απ' τη βολή μας;
Ποια λύπη φταίει που λείπουμε;
Φτάνει η χαρά που περισσεύει όταν λείπουμε
Για να μη λείπουμε;
Για να μην έχουμε αγωνία;
9.
Εχουμε αγωνία που ζούμε
Οχι που κάποτε θα πεθάνουμε.
Σιγά την έλλειψη!
10.
Γράφουμε ποιήματα γιατί λείπουμε.
Λείπουμε γιατί λείπουμε.
11.
Λείπουμε αγάπη μου
Λείπουμε μαζί και χώρια
Λείπουμε αγκαλιά
Στα λιμάνια στα καράβια
Στα τρένα στα αεροπλάνα
Δίχως γυρισμό
Στην απόσταση.
Μας ενώνει αυτό που χάνουμε.
Κι αυτό μας φτάνει για να χαθούμε.
info@dekata.gr