αφιέρωμα

Η ποιητική γενιά του '50 στην Ισπανία
Γιάννης Αντιόχου
Marche Funèbre (Ποίημα σε τρεις πράξεις)




ΠΡΑΞΗ 1η
(Στην κάμαρα του ακρωτηριασμένου ποιητή)

Και τη ζωή δαγκώνοντας
βαθαίνει κανείς την προσήλωση
Ολονυχτίς να ψέλνεται μια προσευχή
Μα μη θαρρείς
πως τούτο και μόνο
σε γλιτώνει

Αφού μέσα στον νου στριμώχνονται:
ο πίθηκος
ο άνθρωπος
και ο θεός

Αλλιώς:
ένα τέταρτο ελβετικών Αλπεων
δυο κλάσματα ωκεανού
μια έρημος
κι η πόλη

Φτιάχνοντας αυτό που είναι όνειρο
μα είναι και εφιάλτης

Ετσι κι αλλιώς
το θηρίο του σκότους
αιώνια θα εξημερώνεται
σε φως του πρωινού

 

ΠΡΑΞΗ 2η
(Marche Funèbre)

Υστερα με μια λεπτή φέτα από την ημισέληνο
και ένα μέρος ορίζοντα που διέφυγε
η μετρονόμος γραφομηχανή πήρε μπρος να συντονίσει
τον ρυθμό αυτού που όλη τη νύχτα ακουγότανε
στην κάμαρα του ακρωτηριασμένου ποιητή:

το αντηχείο μιας αποσπασματικής θλίψης

μια μονήρης νυκτωδία δίχως παρελθόν και μέλλον

η μελαγχολική σουίτα για πιάνο του Σοπέν
που εδώ και χρόνια ονομάζω: μπαλέτο των νεκρών στον Αδη
και συ: Marche Funèbre
Και ξημερώνοντας πια για τα καλά
ό,τι απομένει:
ο βίαιός σου ψίθυρος
κι ο ερυθρός σηματοδότης των χειλιών σου
ακινητώντας όλα όσα
μου είχες πει σούπερ-ήρωα
πως θα με μάθαινες ν' αντέχω˙
για να στερούμαι τη ζωή
εξοικονομώντας πόνο και συναίσθημα˙

Δεν αντιλέγω˙
καλά τα κατάφερα˙
κρατώντας απ' την αρχή τα δάκρυα και την αναπνοή μου
κάνοντας στη συνέχεια μακροβούτια με τη μύτη ορθάνοιχτη
ρέουσα απ' τις ουσίες
έξω απ' το νερό
μέσα στον αέρα
ασθμαίνοντας να συντηρούμαι

Σκοντάφτοντας όμως τώρα
πάνω στο πτώμα σου-
κατάλαβα πως τούτη ήταν η δική σου ώρα
αφού η βασιλική αράχνη
που φωλιάζει στη μπροστινή θήκη
του μπλε σκούρου νεσεσέρ με τα χάπια και τις αλοιφές
τα δύο τελευταία χρόνια
είχε υφάνει στον ιστό της
της Κοιμήσεως μια ζωγραφιά
να ίπτασαι οιακίζοντας
τα βαθυγάλανα χαράματα της ψυχής
καταντικρύ στον θάνατο

κι όπως λέω συχνά: Δεν ξέρω... κουράγιο κάνω

Ν' αγκαλιαστώ και να παλέψω με τον κωμικό σκελετό
γνωρίζοντας πως και το τελευταίο μου κέρμα
ξοδεύτηκε στη σκόνη και τα χάπια;

Να διαγράψω παντελώς τη σχολική ενθύμηση
του οβολού και της ομηρικής υστεροφημίας
που τόσα χρόνια με έχει βασανίσει;

 

ΠΡΑΞΗ 3η
(Μετρώντας όπως στο κρυφτό)

Βουτώντας αξημέρωτα
μέσα στην ομίχλη των βουνών
δάκρυσες τα μάτια
και καταπώς ξεσπά η καταιγίδα
βάλθηκε κι η ζωή σου
αντίστροφα να μετρηθεί
κρυφοκοιτάζοντας
την κρυψώνα σου να δει
και να σ' ανακαλύψει

ένα...δύο...τρία...
βγαίνω...

Φωνάζοντας
Σείοντας μ' όλη μου τη δύναμη το ακίνητο κορμί σου
Παρακαλώντας σε:
«Σήκω σήκω, πρέπει να ξυπνήσεις».

 

yiannisantiochou@gmail.com

 





      αρχική σελίδα | ταυτότητα | επικοινωνία | συνδέσεις | προηγούμενα τεύχη
Copyright © 2006 e-poema.eu - Όροι Χρήσης
Developed by WeC.O.M.