αφιέρωμα

Η ποιητική γενιά του '50 στην Ισπανία
Ann Sexton
Η εθισμένη
Του Γιάννη Αντιόχου
english |




Γεννημένη στις 9 Νοεμβρίου του 1928 στο Ουέστον της Μασαχουσέτης, από την Μαίρη Γκρέις Χάρβεϊ και τον Ράλφ Τσόρτσιλ Χάρβεϊ, η Ανν Γκρέι Χάρβεϊ είναι η μικρότερη από τρεις αδελφές. Η εκπαίδευση που λαμβάνει παρέχεται σχεδόν εξ ολοκλήρου σε δημόσια σχολεία, ενώ στην ηλικία των δεκαεπτά ετών οι γονείς της τη στέλνουν στο Rogers Hall, το οποίο ήταν προπαρασκευαστικό σχολείο θηλέων, στο Λόουελ της Μασαχουσέτης, με την ελπίδα να μπορέσουν να γαληνέψουν την ανήσυχη φύση της και να την κοινωνικοποιήσουν μέσα στα αποδεκτά πρότυπα της εποχής. Εκεί η Ανν αρχίζει να γράφει ποίηση, την οποία και δημοσιεύει στο ετήσιο σχολικό λεύκωμα.

Το εγχείρημά της όμως δεν ενθουσιάζει τη μητέρα της, η οποία προερχόμενη από οικογένεια συγγραφέων, κατηγορεί την κόρη της για λογοκλοπή αφού της είναι αδύνατο να πιστέψει πως η Ανν έχει πραγματικά ταλέντο. Κατόπιν η Ανν συνεχίζει τις σπουδές της στο Garland School της Βοστώνης και εκεί γνωρίζεται με τον Αλφρεντ Μίλλερ Σέξτον τον Δεύτερο, τον οποίο όλοι αποκαλούν με το χαϊδευτικό όνομα Κάγιο. Ο Κάγιο και η Ανν μετακομίζουν στο Χάμιλτον της Νέας Υόρκης, όπου εκείνος παρακολουθεί μαθήματα στο πανεπιστήμιο Colgate, όμως η οικονομική δυσκολία και η ανάγκη να ζήσει με αξιοπρέπεια τη γυναίκα του Ανν τον αναγκάζει να πάρει την απόφαση να επιστρέψουν στη Μασαχουσέτη. Ταυτόχρονα, η Ανν παρακολουθεί μαθήματα για μοντέλα στο Hart Agency και εργάζεται ως μοντέλο για κάποιο χρονικό διάστημα. Ο Κάγιο κατατάσσεται στο Ναυτικό και οδηγείται στην Κορέα. Το 1952 επιστρέφει στις ΗΠΑ για έναν χρόνο καθώς το πλοίο υπέστη σοβαρή βλάβη, όπου και η Ανν μένει έγκυος στο πρώτο τους παιδί, τη Λίντα Γκρέι Σέξτον. Τον ίδιο χρόνο, αργότερα, ο Κάγιο αποστρατεύεται και αποφασίζουν να αγοράσουν ένα σπίτι κοντά στο πατρικό των γονιών της ποιήτριας.

Το 1954 η Ανν Σέξτον αρχίζει να αισθάνεται έντονα συμπτώματα κατάθλιψης και αναζητεί βοήθεια. Ταυτόχρονα είναι ετοιμόγεννη στη δεύτερη κόρη της, την Τζόις Λαντ Σέξτον. Στις αρχές του 1956 η ψυχική και πνευματική κατάσταση της Σέξτον χρήζει ψυχιατρικής παρακολούθησης και έτσι αποφασίζεται ο εγκλεισμός της. Τότε ακριβώς κάνει την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας ενώ τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, με την καθοδήγηση του ψυχιάτρου της δρ Μάρτιν, η Σέξτον αρχίζει να γράφει ποιήματα με σκοπό να βρει κάτι δημιουργικό και ταυτόχρονα θεραπευτικό για την υγεία της.

Εγγράφεται σε ένα σεμινάριο το οποίο διοργανώνει ο Τζον Χολμς, όπου γνωρίζεται με την ποιήτρια Μαξίν Κούνιν. Μαζί της ξεκινάει μια φιλία, η οποία θα κρατήσει μέχρι το τέλος της ζωής της. Το επόμενο έτος, το 1957, τα συναισθήματα κατάθλιψης γίνονται ολοένα και πιο έντονα με αποτέλεσμα να αποπεραθεί ν' αυτοκτονήσει για μία ακόμη φορά. Νοσηλεύεται και πάλι, όμως συνεχίζει να γράφει ποίηση. Τον Αύγουστο λαμβάνει μια υποτροφία για το Συνέδριο των Συγγραφέων στο κολλέγιο Antioch, στο οποίο γνωρίζεται από κοντά με τον W.D. Snodgrass.

Τον επόμενο χρόνο αφοσιώνεται σ' ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής το οποίο διοργανώνει ο Ρόμπερτ Λόουελ στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης. Με αυτή την αφορμή γνωρίζεται με τη Σύλβια Πλαθ και τον Τζορτζ Στάρμπακ. Το 1959 εκδίδει την πρώτη της ποιητική συλλογή, η οποία τυγχάνει θερμής υποδοχής και ακολουθεί η δεύτερη συλλογή της το 1962, η οποία γίνεται δεκτή και πάλι θερμά τόσο από το κοινό όσο και από την κριτική.

Από τις 22 Αυγούστου έως τις 27 Οκτωβρίου του 1963 ταξιδεύει στην Ευρώπη, αλλά παρ' όλο που απολαμβάνει το ταξίδι επιστρέφει έναν μήνα νωρίτερα απ' ό,τι είχε προγραμματίσει εξαιτίας σοβαρών ψυχολογικών διαταραχών. Το 1964 αποδεικνύεται μια ενδιαφέρουσα χρονιά για την κλινική κατάστασή της καθώς ο ψυχίατρός της μετακομίζει στη Φιλαδέλφεια ούτως ώστε ν' αναγκαστεί να αφεθεί σε παρακολούθηση από έναν νέο ψυχίατρο, ο οποίος και της χορηγεί θοραζίνη ώστε να ελέγχει καλύτερα τη συνεχιζόμενη κατάθλιψη της και τους απανωτούς εγκλεισμούς της στην ψυχιατρική κλινική. Γράφει ταυτόχρονα το βιβλίο της «Live or Die» (Ζήσε ή Πέθανε), το οποίο και τιμάται με το Βραβείο Πούλιτζερ, ενώ συνεχίζει να γράφει και να διδάσκει Αγγλική Λογοτεχνία στο Γυμνάσιο Γουέιλαντ της Μασαχουσέτης.

Ακολουθεί ένα διάστημα εκτίμησης κι αναγνώρισης για το ποιητικό έργο της με διδακτορικούς τίτλους και υποτροφίες, ενώ αρχίζει να δουλεύει πάνω στο θεατρικό έργο «Mercy Street». Μέχρι το 1972 η ακαδημαϊκή της καριέρα την οδηγεί έως την καθηγητική βαθμίδα. Ομως, παρ' όλη τη δόξα που απολαμβάνει, η ψυχική της νόσος φαίνεται πως ολοένα και επιδεινώνεται. Το 1973 νοσηλεύεται τρεις φορές και ταυτόχρονα ζητεί διαζύγιο από τον σύζυγό της. Η κατάθλιψη την κάνει ολοένα και πιο χειριστική με αποτέλεσμα ακόμα και επιστήθιοι φίλοι, οι οποίοι της παραστέκονταν μέχρι τότε να αρχίζουν να απομακρύνονται. Εκδίδει τη συλλογή «The Death Notebooks», ολοκληρώνει τη συλλογή «Τhe Awful Rowing Toward God» ενώ στις 3 Οκτωβρίου δίνει την τελευταία δημόσια ανάγνωση των ποιημάτων της στο κολλέγιο Goucher του Μέριλαντ.

Στις 4 Οκτωβρίου επιστρέφοντας στο σπίτι αυτοκτονεί μέσα στο γκαράζ με μονοξείδιο του άνθρακα. Ο τραγικός αυτός επίλογος θεωρήθηκε φυσικός, και μάλιστα αναμενόμενος για μια ποιήτρια που είχε εμμονή με τον θάνατο, που φλέρταρε με τον θάνατο και που βεβαίως έπασχε από σοβαρή κατάθλιψη.

Η Σέξτον επαναλαμβάνει αρκετά συχνά το μοτίβο της αυτοκτονίας, όχι επειδή ξέρει πολύ καλά τη φόρμα για να παράγει ποιήματα τέτοιας θεματολογίας αλλ' επειδή ένα τέτοιο ποίημα λειτουργεί ως παυσίπονο για τον ποιητή. Ασφαλώς, καθώς το δημιουργημένο παυσίπονο-ποίημα έχει μια κάποια διάρκεια δράσης, θα χρειαστεί ν' ακολουθήσει η κατασκευή κι άλλου ποιήματος, και ούτω καθεξής.

Ταυτόχρονα εμφανίζεται ρεαλίστρια στο τι μπορεί και στο τι δεν μπορεί να κάνει η ποίηση. Γνώριζε ότι υπάρχει μεγάλη ευκολία στο γραπτό να συγχωρέσεις έναν άνθρωπο ή να λύσεις ένα πρόβλημα, αυτό όμως για τη Σέξτον ήταν απολύτως ξεκαθαρισμένο. Ακόμη κι αν συγχωρούσε τον πατέρα της, τη μητέρα της, ή έλυνε κάποιο βασικό πρόβλημα, δεν σήμαινε ότι τούτο συνέβαινε στην πραγματική ζωή. Ομως το γράψιμο και η λογοτεχνία γενικότερα είναι για εκείνην το καφκικό τσεκούρι για την παγωμένη θάλασσα εντός του ανθρώπου. Αυτό άλλωστε το απόσπασμα από την επιστολή του Κάφκα στον Οσκαρ Πόλακ (1904) χρησιμοποίησε και ως προμετωπίδα στο βιβλίο της «All my pretty ones». Συγκεκριμένα, σημειώνει ο Κάφκα: «Τα βιβλία που χρειαζόμαστε είναι αυτά που επιδρούν πάνω μας σαν κακοτυχία, αυτά που μας κάνουν να υποφέρουμε όπως υποφέρουμε για τον θάνατο κάποιου που αγαπάμε περισσότερο από τους εαυτούς μας, αυτά που μας κάνουν να αισθανόμαστε σαν να είμαστε στα όρια της αυτοκτονίας ή χαμένοι σ' ένα απόμερο δάσος για όλη την ανθρώπινη ενδιαίτηση- ένα βιβλίο πρέπει να χρησιμεύει ως τσεκούρι για την παγωμένη θάλασσα εντός μας».

Η Σέξτον προσπάθησε να οπλίσει κάθε ποιητική συλλογή της με αιχμηρά ποιήματα τα οποία θα χρησίμευαν σαν λεπίδες του τσεκουριού για την «παγωμένη θάλασσα εντός μας». Η ποίησή της λειτούργησε πολλές φορές σαν ηλεκτροσόκ, χαρίζοντάς της περισσότερα χρόνια δημιουργικής πορείας. Η φίλη της και ποιήτρια Μαξίν Κουμίν λέει στον πρόλογο των ποιημάτων της Σέξτον: «Εχω πια πεισθεί πως η ποίηση κράτησε την Ανν ζωντανή δεκαοκτώ χρόνια για τις δημιουργικές της προσπάθειες». Εδώ όμως θα πρέπει να διατυπώσω τη διαφωνία μου, διασαφηνίζοντας πως δεν ήταν μόνο η ποίηση αλλά ήταν «και η ποίηση». Η Σέξτον, όπως προανέφερα, ήταν γεννημένη ποιήτρια και δεν έγινε ποιήτρια χρησιμοποιώντας την ποίηση ψυχοθεραπευτικά. Ας μην ξεχνάμε πως γράφει ποίηση για πρώτη φορά στη διάρκεια των γυμνασιακών της χρόνων. Η δεκαετής σιωπή της και ο συγχρονισμός ώς την επανέναρξη της ποιητικής γραφής, αυτό που στους άλλους φαντάζει ως αίτιο, για μένα είναι απλά μια αφορμή έτσι ώστε να μπορέσει να ξεδιπλωθεί το πηγαίο ταλέντο της και πάλι. Βεβαίως, αναφέρομαι στην πρώτη της ψυχοθεραπεία και στην ενίσχυση της από τον δρ Μάρτιν για να γράψει ποίηση.

Διαβάζοντας κανείς τα υπόλοιπα ποιήματα που αναφέρονται στην αυτοκτονία, όπως τα «Σημείωμα Αυτοκτονίας», «Θέλοντας να πεθάνω», «Η Εθισμένη», «Ο Θάνατος της Σύλβια», ίσως και να θεωρήσει αναπόφευκτη την αυτοκτονία της Σέξτον. Στη βιογραφία της Μίντελμπρουκ, η οποία εμβαθύνει την κατανόησή μας σε σχέση με τη ζωή, την τέχνη και τον θάνατο της Σέξτον, έχουν χρησιμοποιηθεί επίσης οι απομαγνητοφωνήσεις των κασετών από τις ψυχοθεραπευτικές συναντήσεις με τον τελευταίο ψυχίατρο που την είχε αναλάβει μετά τον δρ Μάρτιν. Μέσα από αυτές τις κασέτες φωτίζονται όλες οι σκοτεινές πλευρές και τα θέματα που απασχολούσαν την ποιήτρια, δίχως να μεταστρέφουν τη βιογραφία σε παθολογογραφία ή να μετατρέπουν σε ρομαντικό θέμα την αυτοκτονία της.
 
Διαβάζοντας το ποίημα «Η Εθισμένη» (από τη συλλογή «Ζήσε ή Πέθανε») μπορούμε να κατανοήσουμε τις αντιστοιχίες που υπάρχουν ανάμεσα στη Σέξτον και την Πλαθ. Η τελευταία γράφει μερικά χρόνια νωρίτερα, στο ποίημά της «Λαίδη Λάζαρος»:

Το να πεθαίνεις
Είναι ένα είδος τέχνης, όπως κι οτιδήποτε άλλο.
Το κάνω εξαιρετικά καλά.

και η Ανν Σέξτον το 1966, γράφει στο ποίημα «Η Εθισμένη»:

Δεν ξέρουν
πως ορκίστηκα να πεθάνω!
Εξασκούμαι.
Απλά κρατιέμαι σε φόρμα.
Τα χάπια είναι μια μητέρα, αλλά καλύτερα,
κάθε χρώματος και τόσο νόστιμα όσο οι καραμέλες. 
Είμαι σε δίαιτα απ' τον θάνατο.

ή ακόμα στο ποίημα της Σέξτον «Ο Θάνατος της Σύλβια» (επίσης από τη συλλογή «Ζήσε ή Πέθανε») παρατηρούμε τον παραλληλισμό της με την Πλαθ:

[...] σύρθηκες κάτω ολομόναχη
μέσα στο θάνατο που τόσο απελπισμένα και για τόσον καιρό επιθύμησα

ο θάνατος που είπαμε πώς κι οι δυο ξεπεράσαμε
αυτός που φορέσαμε στα λιπόσαρκα στήθια μας

αυτός που τόσο συχνά συνομιλήσαμε κάθε φορά
που κατεβάσαμε τρία διπλά ντράι Μαρτίνι στη Βοστώνη,

ο θάνατος που ειπώθηκε από ψυχαναλυτές και θεραπείες
ο θάνατος που ειπώθηκε σαν νύφες με σκευωρίες,

ο θάνατος που ήπιαμε στην υγειά του,
τα κίνητρα και κατόπιν η κρυφή πράξη;
[...]

Σε κάθε περίπτωση, είτε υπήρχε το «αναπόφευκτο» της αυτοκτονίας είτε θα μπορούσε η Σέξτον να είχε σωθεί, εάν λάμβανε την κατάλληλη φαρμακευτική θεραπεία, εάν δεν είχε χωρίσει τον σύζυγό της Κάγιο, εάν δεν την είχε εγκαταλείψει ο δρ Μάρτιν, αφήνοντάς την πιο ευάλωτη και μόνη από ποτέ, εάν είχε κοντά της περισσότερους φίλους για ν' ανταπεξέλθουν στον χειριστικό χαρακτήρα ενός ανθρώπου με βαθιά καταθλιπτική συνδρομή, τότε ίσως η Σέξτον να ζούσε μέχρι σήμερα.

 





Συγχρωτιζόμενη με αγγέλους

Κουράστηκα να 'μαι γυναίκα,
με κούρασαν τα κουτάλια και τα βαζάκια,
με κούρασε το στόμα και τα στήθη μου,
με κούρασαν τα καλλυντικά και τα μεταξωτά.
Ακόμα υπήρξαν άντρες που κάθισαν στο τραπέζι μου,
σε κύκλο γύρω από το μπολ που τους προσέφερα.
Το μπολ ήταν γεμάτο μαύρα σταφύλια
και οι μύγες τριγύριζαν για το άρωμα
μάλιστα ήρθε και ο πατέρας μου με το λευκό του οστό.
Αλλά κουράστηκα απ' το γένος των πραγμάτων.

Χθες βράδυ είδα ένα όνειρο
και είπα σ' αυτό...
«Εσύ είσαι η απάντηση.
Θα επιβιώσεις περισσότερο από τον σύζυγο και τον πατέρα μου».
Σε εκείνο τ' όνειρο μια πόλη ήταν καμωμένη από αλυσίδες
όπου η Ιωάννα καταδικάστηκε σε θάνατο μ' ανθρώπινη φορεσιά
και η φύση των αγγέλων χάθηκε ανεξήγητα,
ούτε δυο ανήκανε στο ίδιο είδος,
ένας με μια μύτη, ένας μ' ένα αυτί στο χέρι του,
ένας μασώντας ένα αστέρι και καταγράφοντας την τροχιά του,
καθένας σαν ένα ποίημα πειθαρχώντας στον εαυτό του,
εκτελώντας τις τελετές του Θεού,
ένας άνθρωπος ξεχωριστά.

«Εσύ είσαι η απάντηση»,
είπα και εισήλθα,
πλαγιάζοντας στις πύλες της πόλης.
Στη συνέχεια οι αλυσίδες σφίχτηκαν γύρω μου
κι έχασα το συνηθισμένο μου φύλο και την τελική μου άποψη.
Ο Αδάμ ήταν εξ αριστερών μου
και η Εύα εκ δεξιών μου,
και οι δυο παντελώς ασταθείς με τον κόσμο της αιτίας.
Πλέξαμε τα χέρια μας μαζί
και στριφογυρίσαμε κάτω απ' τον ήλιο.
Δεν ήμουν γυναίκα πια,
μήτε το ένα πράγμα μήτε το άλλο.

Ω Κόρες της Ιερουσαλήμ,
ο βασιλιάς μ' έχει φέρει στο δωμάτιο του.
Είμαι μαύρη κι όμορφη.
Εχω ξεκουμπωθεί και είμαι γυμνή.
Δεν έχω χέρια ή πόδια.
Είμαι ολόκληρη ένα δέρμα σαν ψάρι.
Είμαι τόσο πια γυναίκα
όσο κι ο  Χριστός ήταν άνδρας.

 

Θέλοντας να πεθάνω

Αφού ρωτάς, τις περισσότερες μέρες δεν μπορώ να θυμηθώ.
Περπατώ ντυμένη, ασημάδευτη απ' αυτό το ταξίδι.
Επειτα μια σχεδόν ακατονόμαστη λαγνεία επιστρέφει.

Ακόμα και τότε δεν είχα τίποτα ενάντια στη ζωή.
Ξέρω καλά τις λεπίδες του γρασιδιού που αναφέρεις,
τα έπιπλα που είχες τοποθετήσει κάτω απ' τον ήλιο.

Αλλά οι αυτοκτονίες έχουν μια ειδική γλώσσα.
Σαν τους ξυλουργούς θέλουν να ξέρουν ποια εργαλεία.
Ποτέ δεν ρωτούν γιατί χτίζουν.

Δυο φορές πολύ απλά έχω αρνηθεί τον εαυτό μου,
έχω πιάσει τον εχθρό, έφαγα τον εχθρό,
έχω καταλάβει την τέχνη του, τη μαγεία του.

Κατ' αυτόν τον τρόπο, βαριά και σκεπτική,
θερμότερη απ' το λάδι ή το νερό,
έχω ξαποστάσει, βρομοσαλιάζοντας στο στόμα-τρύπα.

Δεν σκέφτηκα το κορμί μου στην άκρη της βελόνας.
Ακόμα και ο κερατοειδής και το περίσσευμα των ούρων μου έχουν φύγει.
Οι αυτοκτονίες έχουν ήδη προδώσει το σώμα.

Θνησιγενείς, δεν πεθαίνουν πάντα,
αλλά ζαλισμένες, δεν μπορούν να ξεχάσουν ένα τόσο γλυκό φάρμακο
που ακόμα κι ένα παιδί θα το κοιτούσε και θα χαμογελούσε.

Να χώνεις όλη αυτή τη ζωή κάτω απ' τη γλώσσα σου! -
αυτό, από μόνο του, γίνεται ένα πάθος.
Ο θάνατος είναι ένα θλιμμένο οστό- με κακώσεις, θα έλεγες,

κι ακόμα αυτή με περιμένει, χρονιά με τη χρονιά,
με τόση αβρότητα να αποκαταστήσει μια παλιά πληγή,
να αδειάσει την ανάσα μου απ' τη σκληρή του φυλακή.

Ισορροπώντας εκεί, οι αυτοκτονίες καμιά φορά συναντούν,
περιγελώντας τον παλαβιάρη, ένα φουσκωμένο φεγγάρι,
αφήνοντας το ψωμί που παρεξήγησαν για ένα φιλί,

αφήνοντας τη σελίδα του βιβλίου απρόσεκτα ανοικτή,
κάτι ανείπωτο, το τηλέφωνο βγαλμένο απ' την πρίζα
και τον έρωτα, ό,τι κι αν ήταν, μια μόλυνση.

 

 

Μετά το Αουσβιτς

Οργή
ερεβώδης σαν τ' αγκίστρι,
με παρασέρνει.
Κάθε μέρα,
κάθε Ναζί
πήρε, στις οκτώ το πρωί, ένα μωρό
και το σόταρε για πρόγευμα
στο τηγάνι του.

Κι ο θάνατος κρίνει με το συνηθισμένο του βλέμμα
και τσιμπολογάει τη βρόμα κάτω από το νύχι του δαχτύλου του.

Ο άνθρωπος είναι σατανικός,
λέω δυνατά.
Ο άνθρωπος είναι ένα λουλούδι
που πρέπει να καεί,
λέω δυνατά.
Ο άνθρωπος
είναι ένα πουλί γεμάτο λάσπη,
λέω δυνατά.

Κι ο θάνατος κρίνει με το συνηθισμένο του βλέμμα
και ξύνει τον πρωκτό του.

Ο άνθρωπος με τα μικρά ροζ δάκτυλα των ποδιών του,
με τ' αξιοθαύμαστα δάχτυλά του
δεν είναι ένας βωμός
αλλά ένα παράσπιτο,
λέω δυνατά.
Ασε τον άνθρωπο να μην υψώσει ποτέ ξανά την κούπα του τσαγιού του.
Ασε τον άνθρωπο να μην γράψει ποτέ ξανά ένα βιβλίο.
Ασε τον άνθρωπο να μην φορέσει ποτέ ξανά το παπούτσι του.
Ασε τον άνθρωπο να μην σηκώσει ποτέ ξανά το βλέμμα του,
σε μια γλυκιά νύχτα του Ιουλίου.
Ποτέ. Ποτέ. Ποτέ. Ποτέ. Ποτέ.
Αυτά τα λέω δυνατά.

Παρακαλώ τον Κύριο να μην ακούει.

 

 

Ο θάνατος της Σύλβια

στη Σύλβια Πλαθ


Ω Σύλβια, Σύλβια
μ' ένα φέρετρο λίθων και κουταλιών

με δυο παιδιά, δυο μετεωρίτες
περιπλανώμενα σαν τ' αδέσποτα στο λιλιπούτιο δωμάτιο των παιχνιδιών,

με το στόμα σου μέσα στο σεντόνι,
στης στέγης το δοκάρι, στη βουβή προσευχή,

(Σύλβια, Σύλβια,
πού πήγες
αφότου μου 'γραψες
από το Ντεβονσάιρ
για την καλλιέργεια των πατατών
και τα μελίσσια;)

τι περίμενες,
πώς ακριβώς ξάπλωσες μέσα;

Κλέφτρα! -
πώς σύρθηκες εντός,

σύρθηκες κάτω ολομόναχη
μέσα στον θάνατο που τόσο απελπισμένα και για τόσον καιρό επιθύμησα

ο θάνατος που είπαμε πως κι οι δυο ξεπεράσαμε
αυτός που φορέσαμε στα λιπόσαρκα στήθια μας

αυτός που τόσο συχνά συνομιλήσαμε κάθε φορά
που κατεβάσαμε τρία διπλά ντράι Μαρτίνι στη Βοστώνη,

ο θάνατος που ειπώθηκε από ψυχαναλυτές και θεραπείες
ο θάνατος που ειπώθηκε σαν νύφες με σκευωρίες,

ο θάνατος που ήπιαμε στην υγειά του,
τα κίνητρα και κατόπιν η κρυφή πράξη;

(Στη Βοστώνη
η θανάσιμη
βόλτα με ταξί,
ναι, θάνατος ξανά,
εκείνη η επιστροφή στο σπίτι
με το αγόρι μας).

Ω Σύλβια, θυμάμαι τον νυσταγμένο ντράμερ
που πάλλεται πάνω στα μάτια μας με μια παλιά ιστορία,

πόσο θέλαμε να τον προσκαλέσουμε
σαν έναν σαδιστή ή μια αδερφή της Νέας Υόρκης

να κάνει τη δουλειά του,
μια αναγκαιότητα, ένα άνοιγμα στον τοίχο ή μια φάτνη,

και από εκείνον τον καιρό περίμενε
κάτω απ' τις καρδιές μας, το ερμάριό μας,

και τώρα βλέπω πως τον διαφυλάξαμε
χρόνο με τον χρόνο, παλιές αυτοκτονίες

και ξέρω απ' τις ειδήσεις για τον θάνατο σου,
μια φρικτή γεύση αυτό, σαν τ' αλάτι.

(Και εγώ,
εγώ επίσης.
Και τώρα, Σύλβια,
ξανά εσύ
ξανά με θάνατο,
εκείνη η επιστροφή στο σπίτι
με το αγόρι μας).

Και λέω μόνο
με τα χέρια μου τεντωμένα μέσα σ' εκείνο το πέτρινο μέρος,
τι είναι ο θάνατος σου
παρά ένα παλιό βιος,

ένα μόριο που έπεσε
από κάποιο σου ποίημα;

(Ω φιλενάδα,
ενόσω το φεγγάρι είναι κακό
και ο βασιλιάς έχει φύγει
και η βασίλισσα είναι σε πλήρη αδιέξοδο
ο μεθύστακας είναι πρέπον να τραγουδήσει!)

Ω μικροσκοπική μητέρα,
εσύ επίσης!
Ω αστεία δούκισσα!
Ω ξανθό πράγμα!

 

 

Εσύ, δόκτωρ Μάρτιν

Εσύ, δόκτωρ Μάρτιν, περπατάς
από το πρωινό στην τρέλα. Τέλος Αυγούστου,
τρέχω μέσα από το αντισηπτικό τούνελ
εκεί που οι κινούμενοι νεκροί ακόμα μιλούν
για το σπρώξιμο των οστών τους απωθώντας
τη θεραπεία. Και είμαι η βασίλισσα αυτού του θερινού ξενοδοχείου
ή η γελαστή μέλισσα πάνω στον μίσχο

του θανάτου. Στεκόμαστε σε διαλυμένες γραμμές
και περιμένουμε ενόσω ξεκλειδώνουν
την πόρτα και μας καταμετρούν στις παγωμένες πύλες
της τραπεζαρίας. Το συνθηματικό λέχθηκε
και προχωρούμε στον ζωμό με την ποδιά
των χαμόγελών μας. Μασάμε σε σειρές, τα πιάτα μας
ξύνονται και στριγκλίζουν σαν την κιμωλία

στο σχολείο. Δεν υπάρχουν μαχαίρια
για να κόψεις τον λαιμό σου. Φτιάχνω
μοκασίνια όλο το πρωί. Στην αρχή τα χέρια μου
παρέμεναν άδεια, διαχωρισμένα από τις ζωές
που συνήθιζαν να δουλεύουν. Τώρα ξέρω να τις παίρνω
ξανά πίσω, κάθε αγριεμένο δάχτυλο που απαιτεί
επισκευάζω αυτό που κάποιο άλλο θα το σπάσει

αύριο. Βέβαια σε αγαπώ-
κρέμεσαι από τον πλαστικό ουρανό,
θεέ του τετραγώνου μας, πρίγκιπα όλων των αλεπούδων.
Τα σπασμένα διαδήματα είναι καινούργια
αυτά που φόρεσε ο Τζακ. Το τρίτο σου μάτι
μετακινείται ανάμεσά μας και φωτίζει τα ξεχωριστά κελιά
όπου κοιμόμαστε ή θρηνούμε.

Τι μεγάλα παιδιά είμαστε
εδώ. Ενα γύρω, έγινα ακόμα ψηλότερη
στην καλύτερη πτέρυγα. Η δουλειά σου είναι άνθρωποι,
που προσκαλείς στο τρελόσπιτο, ένα αμφίσημο
μάτι στη φωλιά μας. Εξω στον διάδρομο
η ενδοσυνεννόηση σε καλεί. Τυλίγεις την έλξη
από τα αλεπουδάκια που πέφτουν

σαν πλημμύρες της ζωής στην παγωνιά.
Και είμαστε μαγικοί μιλώντας του,
θορυβώδεις και μόνοι. Είμαι η βασίλισσα όλων των αμαρτιών
που ξεχάστηκαν. Είμαι ακόμα χαμένη;
Κάποτε ήμουν όμορφη. Τώρα είμαι ο εαυτός μου,
απαριθμώντας αυτή κι εκείνη την αράδα με τα μοκασίνια
που περιμένουν στο σιωπηλό ράφι.

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ: http://www.poetryfoundation.org/archive/poet.html?id=6163

 

 

      αρχική σελίδα | ταυτότητα | επικοινωνία | συνδέσεις | προηγούμενα τεύχη | english
Copyright © 2006 e-poema.eu - Όροι Χρήσης
Developed by WeC.O.M.