Μια φορά στην άκρη της πόλης πάνω σε λόφο, σε ένα σπίτι με μεγάλα παράθυρα φτιαγμένα από ξύλο και κήπο γύρω γύρω με λευκά και κόκκινα τριαντάφυλλα μάθαινα να γράφω πάνω σε κομμάτια χαρτί ιστορίες, από αυτές που φτιάχναμε μαζί τα ζεστά απογεύματα του καλοκαιριού αλλά και αυτές που έρχονται και σε βρίσκουν τα βράδια στο σαλόνι σου. Η σκέψη σου καθαρή και ελεύθερη να ταξιδεύει μέρα-νύxτα μέσα σε βιβλία, χαρτιά, μελέτες, ασκήσεις ιδεολογίας, νόμους, βιβλία δικαίου και αρχές ισονομίας, παλιούς ξεχασμένους χάρτες και να φτιάχνει νέες βιβλιοθήκες μακρινών αναζητήσεων.
Η μουσική να ακούγεται παντού, βλέπω ακόμη τους μικρούς λευκούς κύκνους να χαράζουν με τα απαλά φτερά τους το γαλάζιο σου πουκάμισο, το κρεμασμένο ακόμη στην ντουλάπα. Μέσα στο χαμηλό κομοδίνο ένα μικρό τόσο δα βιβλίο, δώρο από σένα μετά από ένα σου ταξίδι. Στην πρώτη σελίδα η αφιέρωση «με αγάπη αλλά διαφορετική» και η υπογραφή σου. Θέλω και εγώ να σου αφιερώσω κάτι.
Oλα αρχίζουν κάπως έτσι, απλά. Από μια φράση, από ένα πρόσωπο αγαπημένο, από ένα ψέμα, από ένα όνειρο, από ένα δωμάτιο, από ένα σπίτι, από μια πόλη. Eνας τρόπος να κρατήσεις τις στιγμές, τις μυρωδιές, τα αρώματα, τους ήχους, τα πρόσωπα, είναι να τα μετατρέψεις σε λέξεις, εικόνες, ανάσες, πνοές, πάνω σε χαρτί. Αρχίζω λοιπόν να γράφω ένα παραμύθι σαν αυτά που σε πάνε εκεί μακριά που μαζί με τη βροχή ξεκινάει και το όνειρο.
Το Βροχερό Βαγόνι ταξιδεύει σε υγρές και μαγικές πολιτείες, μαζί με τις ιστορίες και τα παραμύθια, με τις προσμονές και τις επιθυμίες, με τα όνειρα και τους εφιάλτες αυτών που πέρασαν μα και αυτών που θα έρθουν. Ανοίγω το παλιό ξύλινο παράθυρο και σ' ακούω να κρεμάς το χαμόγελό σου από τον ουρανό, καθώς το βροχερό βαγόνι συνεχίζει να χαράζει τις γραμμές.
Λευκό φως
Πλάσμα
αλλόκοτο
με φόρεμα εποχής
Τα κόκκινα μαλλιά σου
αγγίζουν την οροφή
Μέσα στο βλέμμα σου
το μανιασμένο ζώο
σε θυμάται
γιατί εσύ
εξακολουθείς να πατάς
πάνω σε λευκό φως
που καίει
Απόγευμα καλοκαιριού
Σαν παλιό
αρχοντικό
ξεχασμένο στου χρόνου
το άδικο
στο κέντρο
του πράσινου βουνού
σε βρήκα
-απόγευμα καλοκαιριού-
Η πόρτα ανοιχτή
Σαν μαγεμένη ανέβηκα
τη σκάλα
Τα βήματα λευκά, αέρινα
με οδηγούν σε δωμάτια
από σπασμένο γυαλί
Χαρτιά κομμάτια, βιβλία χωρίς τίτλους
ιστορίες χωρίς λέξεις
-χάθηκα-
Στην άκρη του διαδρόμου
απόκοσμες φωνές μού θυμίζουν
πως αυτό που ζω
είνα απλά
άλλο ένα
δικό μου
παραμύθι
Το φίδι
Βλέπω
τη σκόνη
να σέρνεται
παντού
-αδιάκριτα-
την ακούω
να γλιστράει
πάνω σε τοίχους παλιούς
να χώνεται με πείσμα
μέσα σε λόγια από χαρτί
βγαλμένα
να κλέβει απ' τα χρόνια
αρώματα και μυρωδιές
-χωρίς φωνή-
με χρώμα
αβάσταχτα ζεστό
τη βλέπω να σωπαίνει
προτού κρυφτεί
σαν φίδι
στη φωλιά μου
(ποιήματα από τη συλλογή Το βροχερό βαγόνι, Εκδόσεις Το Ροδακιό 2007)
daphne@diatopos.com