αφιέρωμα

Πρωτοπορίες
:::
Vortex
Dylan Thomas
Είκοσι τέσσερα έτη (επιλογή)
μτφρ.: Νέλλη Μπουραντάνη
english |




Είκοσι τέσσερα έτη

Είκοσι τέσσερα έτη θυμίζουν τα δάκρυα των ματιών μου.
(Θάψτε τους νεκρούς μην περπατήσουν ώς τον επίτοκο τάφο).
Στον θόλο της φυσικής διόδου ζάρωσα σαν ράφτης
που ράβει σάβανο για ταξίδι
υπό το φως του σαρκοφάγου ήλιου.
Ντυμένος για τον θάνατο, απαρχή της φιλήδoνης αγέρωχης περπατησιάς,
με τις κόκκινες φλέβες μου γεμάτες χρήματα,
προς την τελική κατεύθυνση της πρωτογενούς πόλης
προχωρώ για όσο το πάντα διαρκεί.

 


Η όψη της αλήθειας

για τον Llewelyn

Τούτη την όψη της αλήθειας,
ίσως δεν βλέπεις, γιε μου,
βασιλιά των γαλανών ματιών σου
στην εκτυφλωτική πατρίδα της νιότης,
πως όλα χαλάσματα είναι,
κάτω από τους αδιάφορους ουρανούς,
από αθωότητα κι ενοχή
πριν σκιρτήσεις 
για ένα νεύμα της καρδιάς ή της κεφαλής,
όλα συναγμένα και σκορπισμένα είναι
μέσα στη σαβανώτρα σκοτεινιά
σαν την τέφρα των νεκρών.

Το καλό και το κακό, δυο δρόμοι
για να ζυγώσεις τον θάνατό σου
Πλάι στην αλέστρα θάλασσα,
βασιλιά της καρδιάς σου σε μέρες τυφλές,
ξεφυσούν σαν αναπνοή,
οδύρονται μέσα από σένα κι από μένα
και τις ψυχές όλων των ανθρώπων
μες στο αθώο
σκοτάδι, και το ένοχο σκοτάδι, και τον καλό
θάνατο, και τον κακό θάνατο, και μετά
την ύστατη στιγμή
Ππτούν σαν το αίμα των άστρων

Σαν τα δάκρυα του ήλιου,
σαν το σπέρμα της σελήνης, απομαζώματα
και φωτιά, η ιπτάμενη μεγαληγορία
του ουρανού, βασιλιά των έξι σου ετών.
Κι η βασκανία,
από την απαρχή των φυτών
και των ζώων και των πουλιών,
Υδωρ και Φως, γη κι ουρανός,
ασκείται πάνω σου πριν κινηθείς,
και όλες σου οι πράξεις κι οι λέξεις,
κάθε αλήθεια, κάθε ψέμα,
πεθαίνουν στην αδογμάτιστη αγάπη.

 


Κι ο θάνατος δεν θα 'χει πια εξουσία

Κι ο θάνατος δε θα 'χει πια εξουσία.
Νεκροί άνθρωποι γυμνοί θα γίνουν όλοι ένα
με τον άντρα στον αγέρα και το φεγγάρι στη χάση·
όταν τα οστά τους απογυμνωθούν και τα γυμνά οστά αφανιστούν,
θα 'χουν άστρα στους αγκώνες και τα πόδια·
αν και τρελοί, θα είναι σώφρονες,
αν και θαλασσοπνιγμένοι, θα αναδυθούν ξανά·
αν κι εραστές χαμένοι, ο έρωτας δεν θα χαθεί·
κι ο θάνατος δεν θα 'χει πια εξουσία.

Κι ο θάνατος δεν θα 'χει πια εξουσία.
Κάτω από τα στροβιλίσματα της θάλασσας
εκείνοι εκεί για χρόνια ανεμορδαρμένοι μα διόλου πεθαμένοι·
με τη μέγγενη να σφίγγει, με τις δυνάμεις να τους εγκαταλείπουν,
σε τροχό δεμένοι, μα δεν θα εξαντλούνται·
η πίστη μες στα χέρια τους θα σπάει στα δυο,
και τα μονόκερα δεινά θα τους διαπερνούν·
εντελώς σακατεμένοι μα δεν θα λιγοψυχούν·
κι ο θάνατος δεν θα 'χει πια εξουσία.

Κι ο θάνατος δεν θα 'χει πια εξουσία.
Ας μην κρώζουν πια οι γλάροι μες στα αφτιά τους
μήτε τα κύματα να σκάνε με ορμή στις ακτές·
εκεί που άνθισε ένα λουλούδι κανένα άλλο
ας μην σηκώσει το κεφάλι στα ραπίσματα της βροχής·
αν και τρελοί, νεκροί σαν τα καρφιά,
κεφαλές ειδώλων οι ίδιοι θα αποκαθηλώνουν μαργαρίτες·
θα διαρρηγνύουν τον ήλιο μέχρι ο ήλιος να συντριβεί.
Κι ο θάνατος δεν θα 'χει πια εξουσία.

 


Σαν ξύπνησα

Σαν ξύπνησα, η πόλη μίλησε.
Πουλιά και ρολόγια κι εγκάρσιες καμπάνες
βούιζαν πλάι στο κουλουριασμένο πλήθος,
ακόλαστοι με ουρά στην πυρά,
ζιζάνια και τελώνια του ύπνου,
η διπλανή θάλασσα αφάνιζε
βατράχους και σατανάδες και γυναικείους οιωνούς,
ενώ έξω ένας άντρας με κλαδευτήρι,
ώς την κορφή μες στο αίμα του,
καρατομούσε το πρωινό,
ο θερμόαιμος σωσίας του Χρόνου
με τη γυριστή γενειάδα του από κάποιο βιβλίο,
λειάνιζε το τελευταίο φίδι σαν
να 'ταν ραβδί ή λεπτό κλαρί,
με τη γλώσσα του γδαρμένη στο γύρισμα ενός φύλλου.

Κάθε πρωί δημιουργώ,
Θεός της κλίνης, το καλό και το κακό,
μετά από ένα νίψιμο περίπατο,
την ακατάσχετη ανάσα θανατικής καταπληξίας
μαμούθ και θάνατο
τη γη όλων.
Εδώ που τα πουλιά ταξιδεύουν σαν φύλλα κι οι βάρκες σαν πάπιες
άκουσα, τούτο το πρωινό, ξυπνώντας,
αλλιώτικη από τους θορύβους της πόλης
μια φωνή στον ορθωμένο αέρα,
διόλου προφητική απότοκο δική μου,
να διαλαλεί τη συντριβή της παράκτιας πόλης μου.
Χρόνος ανύπαρκτος, είπαν τα ρολόγια, Θεός ανύπαρκτος, σήμαναν οι καμπάνες,
τράβηξα τα λευκά σεντόνια πάνω από τα νησιά
και τα νομίσματα πάνω στα βλέφαρά μου κροτάλισαν σαν όστρακα.

 


Ξαπλωμένοι στην αμμουδιά

Ξαπλωμένοι στην αμμουδιά, ατενίζοντας το κίτρινο
και τη μουντή θάλασσα, περίγελως εμείς που χλευάζουμε
που ακολουθούμε τα κόκκινα ποτάμια, κούφια
εσοχή λέξεων πέρα από τον ίσκιο των τζιτζικιών,
διότι σε τούτο τον κίτρινο τάφο άμμου και θάλασσας
μια επίκληση για χρώμα καλεί με τον αγέρα
μουντή και ζωηρή όπως ο τάφος κι η θάλασσα
καθώς κοιμούνται ούτως ή άλλως.
Οι σεληνιακές σιωπές, η σιωπηλή παλίρροια
που γλείφει τα ακίνητα κανάλια, ο ξηρός άρχοντας της παλίρροιας
ζαρωμένος ανάμεσα σε αμμοθύελλα και νεροποντή,
πρέπει να θεραπεύσουν τα δεινά μας από το νερό
με μια μονόχρωμη γαλήνη·
η ουράνια μουσική πάνω από την άμμο
ηχεί μαζί με τους κόκκους που βιάζονται
να κρύψουν τα χρυσαφένια βουνά και τις οικίες
της μουντής, ζωηρής, παράκτιας γης
που ζώνει αρχοντική κορδέλα, ξαπλωμένοι εμείς,
ατενίζουμε το κίτρινο, ευχόμαστε ο άνεμος να διώξει μακριά
τη μορφολογία της ακτής και τον πνιγμένο κόκκινο βράχο·
μα οι ευχές δεν αποφέρουν, μήτε
μπορούμε ν' αποφύγουμε την άφιξη του βράχου,
ξαπλώνουμε ατενίζοντας το κίτρινο έως ότου ο χρυσαφένιος καιρός
διαρρηχθεί, ω αίμα της καρδιάς μου, όπως μια καρδιά ή ένας λόφος.

 


Ποίημα του Οκτώβρη

 Ηταν το τριακοστό μου έτος στον ουρανό
Σαν ξύπνησα στο άκουσμα του λιμανιού και του γειτονικού δάσους
 Και τη συναγωγή των μυδιών και του ερωδιού
  Την ιερωμένη ακτή
 Το πρωινό νεύμα
Με την υδάτινη προσευχή και το κάλεσμα του γλάρου και του κόρακα
Και τον χτύπο των ιστιοφόρων πάνω στον μεμβρανώδη τοίχο
 Ετοιμος εγώ να πατήσω το πόδι μου
  Τη στιγμή εκείνη
Στην κοιμωμένη πόλη και το ταξίδι μου να ξεκινήσει.

 Τα γενέθλιά μου ξεκίνησαν με το νερό -
Πετούμενα κι όλα τα πετούμενα των φτερωτών δέντρων ταξίδευαν το όνομά μου
 Πάνω από τις φάρμες και τα λευκά άλογα
  Κι εγώ ξύπνησα
 Ενα βροχερό φθινόπωρο
Και περπάτησα έξω στην μπόρα όλων των ημερών μου
Πλημμυρίδα κι ο ερωδιός βούτηξε σαν πήρα τον δρόμο
 Πέρα από την επικράτεια
  Ενώ οι πύλες
Της πόλης έκλειναν καθώς η πόλη ξυπνούσε.

 Ενα σμάρι κορυδαλλοί σ' ένα σύννεφο
Που κυλούσε κι οι θάμνοι στην άκρη του δρόμου γεμάτοι τιτιβίσματα
 Κοτσυφιών κι ο ήλιος του Οκτώβρη
  Καλοκαιρινός
 Στον ώμο του λόφου,
Εδώ το κλίμα ήταν ήπιο κι οι τραγουδιστές γλυκείς όταν ξάφνου
Φάνηκαν το πρωί εκεί που τριγυρνούσα κι άκουγα
 Τη βροχή να στίβει
 Τον άνεμο τη ριπή το κρύο
Στο δάσος πέρα εκεί κάτω.

 Ξεπλυμένη βροχή πάνω στο λιμάνι που αχνόσβηνε
Και στη θαλασσόβρεχτη εκκλησία στο μέγεθος σαλιγκαριού
 Με τις κεραίες ορθωμένες μες στην ομίχλη και το κάστρο
  Καφετί σαν κουκουβάγια
 Μα όλοι οι κήποι
Της άνοιξης και του καλοκαιριού άνθιζαν ανάμεσα σε φανταστικές ιστορίες
Πέρα από την επικράτεια και κάτω από το σύννεφο γεμάτο κορυδαλλούς.
 Εκεί θα μπορούσα να καμαρώνω
  Τα γενέθλιά μου
Ακόμα μα ο καιρός άλλαξε.

 Τράβηξε μακριά από τη χαρμόσυνη πατρίδα
Κι ο άλλος αγέρας κι ο γαλανός αλλαγμένος ουρανός
 Αφησαν να κυλήσει ξανά εκεί κάτω ένα θαύμα καλοκαιριού
  Με μήλα
 Αχλάδια και κόκκινα μούρα
Κι είδα στην αλλαγή τόσο καθαρά ενός παιδιού
Τα ξεχασμένα πρωινά σαν περπατούσε με τη μητέρα του
 Ανάμεσα στις παραβολές
  Του ηλιόφωτου
Και τους θρύλους των πράσινων παρεκκλησιών

Και τους διπλοειπωμένους αγρούς της νηπιακής ηλικίας
Που τα δάκρυά του έκαψαν τα μάγουλά μου κι η καρδιά του σκίρτησε στη δική μου.
 Τούτα ήταν τα δάση ο ποταμός κι η θάλασσα
  Εκεί που ένα αγόρι
 Στο φιλήκοο
Καλοκαίρι των νεκρών ψιθύρισε την αλήθεια της χαράς του
Στα δέντρα και τις πέτρες και τα ψάρια του αλμυρού νερού.
 Και το μυστήριο
  Τραγουδούσε ολοζώντανο
Ακόμα μες στο νερό και το τιτίβισμα των πουλιών.

 Κι εκεί θα μπορούσα να καμαρώνω τα γενέθλιά μου
Ακόμα μα ο καιρός άλλαξε. Κι η αληθινή
 Χαρά του πολύχρονου νεκρού παιδιού τραγουδούσε φλεγόμενη
  Στον ήλιο.
 Ηταν το τριακοστό μου
Ετος στον ουρανό κι εγώ στεκόμουν εκεί στο καλοκαιρινό μεσημέρι
Παρ' όλο που η πόλη κάτω κειτόταν φυλλοσκεπής με το αίμα του Οκτώβρη.
 Είθε η αλήθεια της καρδιάς μου
  να τραγουδηθεί ξανά
Σε τούτον εδώ τον ψηλό λόφο και του χρόνου.

 

justelene@hotmail.com

 





      αρχική σελίδα | ταυτότητα | επικοινωνία | συνδέσεις | προηγούμενα τεύχη | english
Copyright © 2006 e-poema.eu - Όροι Χρήσης
Developed by WeC.O.M.