αφιέρωμα

Πρωτοπορίες
:::
Vortex
Δημήτρης Αθηνάκης
Παραλήρημα για τα Τέσσερα Πόδια μιας Αγάπης




Παραλήρημα για τα Τέσσερα Πόδια μιας Αγάπης

Κοιλάδα ο έρωτας κι ο θάνατος στης μιας φωνής το "στάσου". Πού ήμουν τόσα μερόνυχτα; σε ποιου φαντάσματος το πρόπλασμα πάλευα να χαρίσω δυο στιγμές -ανώφελες κι αυτές; Χέρι απλωμένο και ζωή σε έξαλλη -λερή και εξευτελιστική για άλλους- οργασμική πανωλεθρία. Hταν που γύριζα απ' του μεσημεριού την άσπιλη παλιγγενεσία. Φωτιά ένα γύρω- ψήλωσα ξάφνου και, πατώντας αργόσυρτα στα τέσσερα πόδια μιας αγάπης, ξεκίνησα να πολεμώ με πέτρες και κεριά. Ηταν το αίμα μου ζεστό, καυτή η χαραμισμένη στάλα της οδύνης, δραπέτης έφτασα να ξεραστώ σε τόπο ξένο, δικό μου και δικό σου. Πρόσωπα και ανώφελα παρακάλια χάρισα, δεν πήρα απάντηση. Ποτέ. Αναδρομική αποστασία κι ένας θυμός αλλοτινός, σταυρωμένος σαν εκείνον τον όμορφο ληστή στα δεξιά. Οπως τον βλέπω, όχι όπως τον νιώθεις. Δεν φοβήθηκα ποτέ ξανά. Σε μιας μομφής το ανέξοδο κενό -πάλι αυτό, βλέπεις;- εγώ απάντησα με λάθος. Σωρός και σορός. Αρσενικός και θηλυκός, μόνος και ιδρωμένος- κανείς δεν το κατάλαβε. Κανείς δεν έβαλε σε μαύρο απλυσιάς, σε κόκκινο της λύπης, σε κίτρινο διάκενο αμάθειας και λυκαυγούς, φαντάσματος ευήκοα στητά κι ολόρθα σώματα να παίξει εκείνη η πανάρχαια κατάρα στο ρυθμό της πιο φοβισμένης λάβας. Ημουν κι εγώ σαν ένας μια στιγμή. Δεν αντέχω πια να ζω ελεύθερος- χρειάζομαι εκείνη την αγαπημένη χειροπέδα που μου 'ταξες. Δως τη μου κι ας μην αξίζω σκλάβος να μείνω, φάντασμα κι ακάθαρτος. Κι ας μην αξίζω να βρεθώ στη μέση των αιώνων. Κι ας μην θωρώ της μουσικής πρωθύστερους βυθούς.


Μα, να! Βλέπω από μακριά να έρχονται τα "ναι" σου όλα μαζί. Και τα δικά μου, κεριά καιροφυλακτούντα, κραδαίνουν τους αιώνες απ' την αναμονή. Φυσά δυνατά. Μου παίρνει το καπέλο, τα γυαλιά, το τατουάζ, το χέρι μου μου παίρνει, το πόδι κι ένα μάτι. Μένω έτσι, να χαμογελώ -κατάρας απαύγασμα- μπροστά στους πίδακες που η χαρά αναβλύζει. Μόνη κι αυτή. Μόνη μέσα σε μια ακατανόητη εν πολλοίς αποστασία- εκείνη την υπέροχη θηλιά δεν θυμάμαι πού την έχω βάλει. Ισως να χάθηκε μαζί με όλα τα στολίδια, μαζί με όλους τους ακατανόητους χειμώνες. Μείνε- κι ας μην μας καταλαβαίνει κανείς. Δεν χρειάζεται κι αυτό να μας πνίξει. Μόνο να ρέει το πνεύμα του κρασιού και ο καπνός να ρέει.

 


Το Σώμα

Το σώμα
Δες το πώς κινείται, έτσι, νωχελικά
Μόνο στην παρέλαση των ύπνων
Που,
Μόνοι κι αυτοί, ψηλαφούν
Τα τείχη που έχτισαν τριγύρω

Πεθαμός και ακινησία
Τα φύλλα που στέριωσαν στα γόνατά του
Επεσαν
-Αειθαλή τα νόμιζαν πιο πριν
Τα πότιζαν-
Αλλά το σώμα είναι αυτό το ποίημα
Οχι τα φύλλα, ούτε οι ύπνοι, ούτε καν τα τείχη

Εκείνο το σώμα το καλοδουλεμένο, το χτισμένο με όρεξη και πείνα
Ιδρωμένο κάποτε και χωρίς αναπαμό
Καλοδουλεμένο
Το άγγιξα και χάθηκα στις στάλες του
Καλοδουλεμένες κι αυτές

Το σώμα

Με γύρισε δυο χρόνους πριν
Το τώρα με ορίζει
Το αύριο αόριστο
Το τώρα με ορίζει
Και πάντα το σώμα
Καλοδουλεμένο

Απάνω στο παρελθόν του χώθηκα να κρυφτώ
Στο μαύρο και στο θήλυ του στυγνός επαναστάτης

Το σώμα
Καλοδουλεμένο

 


Γενική Κτητική

Φοβάσαι τις αλληλουχίες του δρόμου
Η αλληγορία
της φωτιάς σου
είναι δυνατότερη απ' όλα
τα δευτερόλεπτα
του ολοφώτιστου κορμιού σου

Και μας ρουφά η καταιγίδα
του αγιάτρευτου λεπτοδείκτη

Κι εγώ θαρρείς σε βλέπω να περπατάς
μασώντας κάρβουνο
με μίσος
πάνω στο αδειανό νυχτερινό γεια
της σπινθηροβόλας ματιάς
των αντωνύμων σου

Ολα είναι γενική κτητική

 


Χρωματισμοί

Σε είδα
να περπατάς και
να μιλάς
στων λόφων τις πλαγιές
που
αναστημένες κείτονται
σαν
φίλες ξεχασμένες

το είδα
πως δε σου φτάνει η
προσμονή σε μια
βροχής ανίατη
και
φθισική ψιχάλα

Κι αν η
βροχή
-μην της μιλάς-
δε σου
χαρίζεται ποτέ

την αφελή ονείρωξη των ύπνων
σιγά άφησέ τη

να σε χρωματίζει

 


Ανορθόγραφη Σιωπή

Φυλακή
ανορθόγραφη σιωπή γραμμένη στο σαρκίο
μιας ταλαιπωρημένης αποστροφής
(δεν πρόφτασα να σε κοιτάξω στα μάτια)
-κι ένας αλλοτριωμένος φόβος πηγαινοέρχεται το βράδυ-

Φορώ τα καλά μου και βγαίνω
συναντώ δυο πέτρινες αγάπες
και περπατώ μαζί τους
(πού ήσουν τόσα μερόνυχτα κρυμμένη;)
καθώς το χρέος μου προς το παρόν το έκανα κλειδιά και βράχο

Κανείς ένα γύρω
μόνο μιας αθάνατης φωταγωγίας το παιδί
-κουρνιαχτός-
να κλαίει και να σπαράζει
(πιάστηκα ο τρελός στο γείσο του χειμώνα)

Και μετά η αγχόνη
λαιμητόμος και φτυσιές ό,τι απέμεινε
πιο 'κει οι ανάσες να θρηνούν
και τα δάκρυα να στάζουνε ιδρώτα

Ξέρεις τι όμορφα που είναι τα δάκρυα όταν ιδρώνουν;

 

d.athinakis@gmail.com

 





      αρχική σελίδα | ταυτότητα | επικοινωνία | συνδέσεις | προηγούμενα τεύχη | english
Copyright © 2006 e-poema.eu - Όροι Χρήσης
Developed by WeC.O.M.